Οι γιορτινές μέρες, δεν είναι κάθε χρόνο γιορτινές | Γιάννης Φιλιππίδης

Άνεμος Magazine 21/12/2017 0

%ce%bf%ce%b9-%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b5%cf%82-%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b5%cf%82

Συμβαίνει να ζω τα τελευταία πολλά χρόνια, από τα είκοσί μου για την ακρίβεια, την ζωή που θέλω, πλάι στο οριστικό μου ταίρι. Κι όλα μ’ έναν τρόπο, βαίνουν καλώς. Συνήθως δουλεύουμε ως την τελευταία στιγμή ή ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Αρνιόμαστε όλες τις προτάσεις εξίσου συνήθως, προτιμάμε προσωπικό χρόνο στο σπίτι. Που σημαίνει, τηλεφωνήματα ας πούμε σε αγαπημένα πρόσωπα. Χρόνος στο σπίτι, είναι χρόνος για τον εαυτό σου και καμιά φορά, κάποιους εκλεκτούς φίλους σου. Και κάπως έτσι θα κυλήσει γλυκά και το μέλλον.

Αλλά συμβαίνει συχνά, ο νους μου να στέκεται τέτοιες γιορτινές μέρες, σε άλλους ανθρώπους των οποίων η ζωή δεν είναι δεδομένη όσο η δική μου, τουναντίον, η ανέχεια, η μοναξιά, η ασθένεια, η αβεβαιότητα για το μέλλον όλων μας, μ’ επηρεάζει, με κάνει να μελαγχολώ. Και να θυμάμαι; Γιατί την ένδεια των άλλων, δε μπορώ να την αντιμετωπίσω, παρά σα φίλος. Αλλά μόνο για τις δικές μου γκρίζες γιορτές μπορώ να μιλήσω κι ειλικρινά, τουλάχιστον για μια φορά θα το ‘θελα κι ορίστε, που το κάνω.

Αναλογίζομαι τρέχοντας με τη μνήμη μου προς τα πίσω, Χριστούγεννα παράξενα, που έντεχνα η ψυχή, έχει απωθήσει, τα ‘χει συμπιέσει, τα ‘χει κωδικοποιήσει σ’ ένα τόσο δα κομματάκι του νου και μόνο για όταν εσύ πραγματικά θέλεις να επαναφέρεις. Τότε είναι σα να αποσυμπιέζεις ένα αρχείο από εικόνες, σέπια πια, ψάχνεσαι λίγο χρονολογικά, σε βρίσκεις εύκολα. Κι έχοντας στο πλαϊνό χολ ένα υπέροχο δέντρο, συντροφιά στο σπίτι μου, στο παρόν μου και στο μέλλον μου, αυτό που επιστρέφει πάντα, είναι σκέψεις. Σκέψεις από μέρες γιορτινές, που στο πατρικό μου σπίτι, δεν ήτανε κάθε χρονιά φωτεινές. Άλλες τις θυμάμαι χρωματιστές, παιδί εγώ, ευτυχής κι ελεύθερος υπηρεσίας εγώ, τα πρώιμα εκείνα χρόνια. Η μάνα μου, ένα παράπονο είχε. Στους άλλους και ειδικότερα στα σπίτια τους ως παιδί, ήμουν υποδειγματικής συμπεριφοράς, όπως με δίδαξαν οι δικοί μου κι είχαν πράξει άγια οι άνθρωποι. Άγιος στα ξένα σπίτια, ακόμα και απέναντι σε ανήμερα άλλα παιδιά, ανήμερος και βασιλιάς στο δικό μου σπίτι εγώ. Αλλά η παιδεία των γονιών, παιδεία. Πέρα από συμπεριφορές, γιορτές, αγάπες και δώρα. Καθημερινά και πάντα. Το νου τους. Μη με κακομάθουν στο χρήμα και αφεθώ στα εύκολα. Ταλιράκι οι άλλοι; Ταλιράκι και συ. Φασολάδα σ’ ένα απλό λαϊκό σπίτι; Φασολάδα και στο πλουσιόσπιτο, μακριά από το χρήμα εμείς, πιο πολύ εγώ, που ήμουν μικρότερος και κείνοι ωραιότεροι και ωριμότεροι όσο με μεγάλωναν και δεν επανέλαβαν χατίρια, που ‘χαν κάνει μια οχταετία πριν με τον αδελφό μου. Κατάργησα το πρωινό μου ταλιράκι-πεντάδραχμο, άσιτος όλο το πρωί, αφού δε μου δικαίωναν σε κείνο το σπίτι το αίτημά μου να αποκτήσω μια γραφομηχανή, η μάνα Αλεξάνδρα είχε πανικοβληθεί. «Τόση σημασία έχει παιδάκι μου για σένα, που θα μου μείνεις, έτσι κατάχλωμο που πας και γυρίζεις από το σχολείο;»

Το μυαλό του γράφοντα, δείχνει να ξεφεύγει αλλά είναι έτσι; Πώς αλλιώς θα εξηγήσω το περιβάλλον πλαίσιο για το χτες; Με τέτοιους γονείς λοιπόν, υπήρξαν φωτεινά Χριστούγεννα με συγγενείς, πολλά γλυκά, μα πάρα πολλά γλυκά, η κεντρική Μακεδονία όπου μεγάλωσα, φημίζεται για το απόλυτο αντάμωμα των ελληνικών φυλών και διαφορετικές κουλτούρες συναντιόντουσαν και συνυπήρχαν, ανέδιδαν ένα δέος στα παιδικά μου μάτια. Αυτός κι αν ήταν αληθινός πλούτος. Τα βιβλία μου, οι τηλεοπτικές μου σειρές, τα σκασιαρχεία μου με φίλους, αλλά πιο πολύ θυμάμαι τα τραπέζια του σπιτιού ή άλλων συγγενικών, πως έπρεπε –μετακατοχικά σύνδρομα, αυτά των γονιών μας, μη νομίζεις– έλεγα πως σώνει και ντε, έπρεπε να σηκωθείς από το τραπέζι, με αναπνευστικό ζήτημα από το φαγητό. Κι αυτό που είναι της θείας Σοφούλας κι απ’ αυτό που είναι της θείας Κατίνας, με γκρίνιες το ‘σκαγα, για να προλάβω μια ταινία που δεν είχα δει στην τότε μόνο κρατική και δυαδική τηλεόραση, στα δέκα μου πια κι έτοιμος, να εγκαταλείπω τους πιο ενήλικους στα πολύωρα γλέντια τους.

Ποτέ στην οικογένειά μου, δεν είχαμε την αμερικανόφερτη κατά την ταπεινή μου κρίση ιδέα της ανταλλαγής δώρων, τα παιδιά περιμέναμε. Κι οι γονείς προσέτρεχαν, ο πατέρας μου συνήθως με έβγαζε περιοδεία σε μεγάλα μαγαζιά της πόλης, όπου ντυνόταν ο ίδιος, πηγαίναμε στο τμήμα με τα κάζουαλ, στράβωνα εγώ γιατί δεν ήταν αρκετά σπορ για μένα και το γούστο μου, αλλά φεύγαμε με τσάντες και τσαντίδια. Μετά τα δεκατρία μου, έμαθα τον τρόπο, να ζητάω λεφτά σα τον απλήρωτο υπάλληλο και μετά να απευθύνομαι στα μαγαζιά των εφηβικών μας προτιμήσεων.

Δυο χρόνια νωρίτερα απ’ αυτό, μπαμπάς και μαμά βρέθηκαν σ’ αυτό που αποκαλούμε σήμερα σε διάσταση και τότε αποκαλούσαμε απλώς απελπισία. Ο πατέρας είχε παράλληλη σχέση με μία άλλη γυναίκα και το χειρότερο είναι, πως εκτός από πονηρή προσέγγιση φιλίας που είχε κάνει στην Αλεξάνδρα μου η ίδια κυρία, επιπλέον, το έκανε και για το χαρτζιλίκι της.

Κι είχανε φτάσει κάτι γιορτές θυμάμαι, που αρνήθηκα τη βόλτα στα μαγαζιά, του ‘χα κόψει την καλημέρα, από τότε τον ένιωθα, έβλεπε τη μέση ηλικία να τον προσβάλλει κι έκανε παλιμπαιδισμούς, αλλά η κομμένη καλημέρα, κομμένη από μένα και για τα καλά. Εκείνην κιόλας την εποχή, αντιλήφθηκα πως αν θέλεις να συντρίψεις ψυχολογικά κάποιον δικό σου άνθρωπο, αρκεί να τον αγνοήσεις, να ‘ναι αόρατος για σένα. Τον καταργείς. Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο.

Τέτοια χρονιά, θυμάμαι να σκάει παραμονή Πρωτοχρονιάς στο σπίτι, το ακριβότερο παιχνίδι του μαγαζιού, είμαι βέβαιος, το δώρο, μόνο με τη μπάντα του δήμου δεν ήρθε. Ήταν ένα φλίπερ, κανονικό! Μεγάλο! Το οποίο επιπλέον, δεν ήθελε και χρήματα. Αλλά αυτιστικά δοσμένος, αφιερώθηκα σ’ ένα παιχνίδι, πριν καν το μάθω σαν έφηβος τα επόμενα χρόνια, συνήθισα σ’ αυτό. Κι άλλαζε ο χρόνος, εγώ είχα ένα παιχνίδι, που μου φάνταζε σα δώρο εξαγοράς, έχοντας αντίληψη ότι είναι ένα απόκτημα για μένα, την παρέα μου, ακόμα και τον αδερφό μου. Αλλά δε μετράω τη θλίψη μου κι αυτό θυμάμαι πιο πολύ, που οι γονείς μου πέρασαν εκείνο το βράδυ ξένοι μεταξύ τους, αμίλητοι, μηχανικοί. Πρωτόγνωρη η παγωνιά για ένα παιδί που ως τότε, είχε ζητήματα μόνο με το φόρτο του σχολείου και του φροντιστηρίου των αγγλικών, άλλο παλουκάκι κι αυτό, έξω απ’ αυτά όμως όλα καλά. Το φαινόμενο βέβαια στο σπίτι είχε γίνει φανερό. Κι οι γονείς προσπάθησαν να μας προφυλάξουν. Εγώ πάλι, μέχρι και σήμερα πιστεύω πως δεν ήτανε σε θέση να προφυλάξουν ούτε τους εαυτούς και τη σχέση τους, τη ζωή τους.

Κι υπήρξαν στη ζωή μου κι οι γιορτές του ’84 σε χρόνια που ο γονείς, είχανε δέσει και πάλι σα σχέση κι έβαιναν προς τα καλύτερά τους, όπως πίστευαν χρόνια, κι εγώ δεκατεσσάρων πια, που όμως γνωρίζαμε, ότι ο πατέρας είναι άρρωστος στο κεφάλι του και πως πρόκειται να βγάλει μια ακτινογραφία με το νέον έτος. Κι η ακτινογραφία αυτή, όχι μόνο θα εντυπωσίαζε όσους την έβλεπαν, αλλά θα τον έστελνε επιπλέον στο Λονδίνο, γιατί ο όγκος ήταν μεγάλος αλλά αντιμετωπίσιμος, αλλά δε περίσσευε ο καιρός. Κι όλα θα επανέρχονταν στην κανονικότητα. Ο πατέρας θα σωζόταν. Και ποιος αλήθεια εκείνες τις γιορτές, μπορούσε να μας βεβαιώσει γι’ αυτό;

Τα επόμενα χρόνια τα θυμάμαι, να ‘μαστε ντυμένοι στο μαύρο. Ένα κορίτσι μπήκε στο σπίτι ως αρραβωνιαστικιά του αδελφού μου αλλά είχε χάσει κι αυτό πιο πρόσφατα και απρόσμενα από μας, το δικό της πατέρα. Η μία οικογένεια συμπορεύθηκε με την άλλη.

Εγώ έφυγα. Γύριζα καμιά φορά πίσω, αλλά πάντα αφού οι γιορτές είχαν περάσει κι απλώς μου τις περιέγραφαν. Εγώ τις είχα ήδη περάσει φτωχικά συνήθως αλλά γλυκά και με τρέλες, παρέα με το άλλο μου μισό. Κι η ζωή, μου έδειχνε το μέλλον μας. Από τότε παλιά, μέχρι σήμερα. Τόσο απλά, τόσο ανθρώπινα και τόσο όμορφα.

• Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki
https://web.facebook.com/yannis.filippidis.profil1?_rdc=1&_rdr

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
https://yannis-filippidis.blogspot.gr/
https://twitter.com/yanisfilippidis
https://vimeo.com/user5491628
https://plus.google.com/Γιάννης Φιλιππίδης

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *