Ο δημοσιογράφος Κυριάκος Κουζούμης μας μιλάει για το μυθιστόρημα του «Το τελευταίο χειροκρότημα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός

Άνεμος Magazine 29/07/2014 0

koyzoumis

Μέσα απ’ τη δημοσιογραφική μου δράση και την ενασχόληση με το πολιτιστικό ρεπορτάζ ήρθα σε επαφή με πολλούς καλλιτέχνες. Γνώρισα προσωπικότητες σπάνιες, ψυχοσυνθέσεις ιδιαίτερες και χαρακτήρες αλλόκοτους. Όλοι τους με εντυπωσίασαν, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Κάνοντας έναν απολογισμό μέσα στο μυαλό μου καταλήγω στο συμπέρασμα πως ο χώρος της Τέχνης φιλοξενεί πρόσωπα διαμετρικώς αντίθετα μεταξύ τους. Κάποια υπηρετούν την Τέχνη με την ιερή της σημασία, επιθυμούν να καταθέσουν την ψυχή τους σ’ αυτό με το οποίο καταπιάνονται, να επικοινωνήσουν με τον κόσμο, ακόμα και να ρίξουν λίγο φως εκεί που πολλοί διακρίνουν σκοτάδι και αδιέξοδο. Από την άλλη, κάποια άλλα πρόσωπα εκμεταλλεύονται, καπηλεύονται την τέχνη με μόνο -καλά καμουφλαρισμένο- σκοπό να καταπολεμήσουν τη δική τους ψυχολογική ανασφάλεια, τη δική τους ματαιοδοξία και τη δική τους βαθιά αλαζονεία.

Πάνω σ’ αυτόν τον κεντρικό άξονα στήριξα το περιεχόμενο του τρίτου μου μυθιστορήματος με τίτλο «Το Τελευταίο Χειροκρότημα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός. Οι δύο κεντρικοί ήρωες, ο γόνος πλούσιας οικογένειας Πάρης και η ταπεινής καταγωγής Ρωξάνη είναι δύο πρόσωπα με διαμετρικώς αντίθετες απόψεις τόσο για την Τέχνη, όσο όμως και για τη ζωή. Ο μεν επιθυμεί διακαώς να αφήσει το αποτύπωμα της ψυχής του πάνω στο θεατρικό σανίδι και να γίνει ένας πιστός δούλος της θρησκείας του θεάτρου, η δε ποθεί τη δόξα, το χρήμα και όσα προστάζει ο κώδικας του life & style. Το βέλος του φτερωτού θεού Έρωτα τους τραυματίζει και η μοίρα διασταυρώνει τα μονοπάτια τους. Ερωτεύονται με πάθος και αποφασίζουν να πορευτούν από κοινού! Γίνεται; Γίνεται δύο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί να ενωθούν και η ένωσή τους να αναπτύξει ισχυρά δεσμά;

to teleutaioΚαθώς το ένα κεφάλαιο διαδέχεται το άλλο, ο αναγνώστης γνωρίζει την ιστορία της οικογένειας του Πάρη Αλεξάνδρου. Έρχεται αντιμέτωπος με τον αυταρχικό πατέρα του, τη μελαγχολική μητέρα του μα και τα τρία αδέρφια του, που το καθένα με τη δράση του θα στιγματίσει βαθύτατα τον ίδιο. Παράλληλα ο αναγνώστης παρακολουθεί τον κεραυνοβόλο μα και παράφορο έρωτα του Πάρη για τη Ρωξάνη καθώς και την εξέλιξή του σαν τα χρόνια περνούν…

Στις σελίδες του μυθιστορήματος όμως κρύβονται πολλά μυστικά, αναπάντεχες εξελίξεις, προδοσίες, πάθη, ερωτηματικά, απωθημένα, αδυναμίες και φυσικά ο στόχος για δικαίωση, ο στόχος για να εισπράξει ο κάθε ήρωας το δικό του χειροκρότημα. Όλα αυτά αναδύονται στην επιφάνεια σαν μικρές φυσαλίδες που εμπεριέχουν οξυγόνο. Το οξυγόνο της αλήθειας και της αποκάλυψης. Το οξυγόνο της ψυχικής ικανοποίησης και της ετεροχρονισμένης δικαίωσης.

Ο αναγνώστης, καθώς θα γυρνά τις σελίδες θα βλέπει γεγονότα και καταστάσεις να απλώνονται μπροστά στα μάτια του σαν χαλί που στρώνεται στο πάτωμα ενός πελώριου σαλονιού, έτοιμο να πατηθεί από άφθονα παπούτσια. Σταδιακά θα αρχίσει να αποκωδικοποιεί συμπεριφορές και χαρακτήρες. Κάποια θα τα κατακρίνει, κάποια θα τα δικαιολογήσει, κάποια θα τον εξοργίσουν και κάποια άλλα ίσως να τον συγκινήσουν.

Και ενώ το έργο θα βαδίζει προς το φινάλε του, οι αποκαλύψεις θα πάρουν τον πρώτο λόγο για να αποδοθεί δικαιοσύνη, κάνοντας παράλληλα όλα τα γιατί να δώσουν απλόχερα τη θέση τους στα διότι. Είμαι σχεδόν βέβαιος πως σαν ο αναγνώστης φτάσει στον επίλογο, ένα ξανάσασμα θα ξεδιπλωθεί απ’ το στόμα του. Ένα ξεφύσημα σαν αυτό που αφήνει κανείς, όταν βγαίνει στην επιφάνεια ύστερα από μακροβούτι…

Θα έλεγα πως το «Το Τελευταίο Χειροκρότημα» είναι ένα αισθηματικό μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις. Δεν δίνει απαντήσεις, παρά πετάει με μαεστρία το μπαλάκι στον αναγνώστη, ώστε εκείνος να επιστρατεύσει το κριτικό του πνεύμα και να σχολιάσει, να κρίνει, να… να ρίξει τον δικό του κύβο!

Η γλώσσα του είναι απλή πλην όμως όχι απλοϊκή, η πλοκή του δεμένη σφιχτά, οι ήρωες του όμοιοι μ’ αυτούς της διπλανής πόρτας, τα αφηγηματικά του μέρη περιγραφικά, με λακωνικότητα κι όχι με βερμπαλισμό και τα διαλογικά του τμήματα περιεκτικά ίσως και πνευματώδη χωρίς δήθεν φιλοσοφικούρες και βαρύγδουπες ατάκες. Και τέλος, η ιστορία του είναι δραπέτης της φαντασίας μου. Ένας δραπέτης όμως, που το ‘σκασε από κάποιο υπαρκτό κελί, πολύ μικρό, πολύ σκοτεινό και φυσικά απρόσιτο…

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *