Ο Χρήστος Φλουρής μιλάει στον Γιάννη Φιλιππίδη με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα («Σπίθα»)

Άνεμος Magazine 02/01/2014 0

flouris-filippidis

Έχει κιόλας περάσει ενάμισης χρόνος από τότε που συνάντησα και γνώρισα από κοντά τον φίλο και συγγραφέα Χρήστο Φλουρή, που το χειρόγραφό του ακόμα με τίτλο «Ιφιγένειες» μας είχε κάνει να πιστέψουμε ότι σταθήκαμε μπροστά σε κάτι ασυνήθιστα ενδιαφέρον. Είχα σίγουρα μπροστά μου έναν άθρωπο συγκροτημένο και ταυτόχρονα τρυφερό κι ευαίσθητο, σκανταλιάρη στη σκέψη αλλά βαθύτατα καλλιεργημένο. Ύστερα το χειρόγραφο έγινε βιβλίο με πολύ μεράκι, το μυθιστόρημα έγινε επιτυχία και φέτος είμαστε δω για να μιλάμε για το δεύτερο κιόλας βιβλίο του Χρήστου του Ανέμου, αυτού με τον τίτλο «Σπίθα», που παρουσιάστηκε τις προηγούμενες μέρες στο «Λουκούμι» με θεατρική ανάγνωση από τον ηθοποιό Νίκο Ορφανό και τη γλυκιά μουσική συνοδεία της Μαριαστέλλας Τζανουδάκη. Όταν η κατάμεστη από κόσμο αίθουσα πήρε ν’ αδειάζει, σταθήκαμε χαλαρότεροι, να καταγράψουμε μια συνομιλία, που μέλλεται να απομαγνητοφωνηθεί σα συνέντευξη, αλλά έχει μια ειδοποιό διαφορά απ’ όλες τις άλλες. Αυτός που απευθύνει στον άλλον τις ερωτήσεις είναι συγγραφέας, όχι δημοσιογράφος κι αυτό, μπορεί να φέρει στην κουβέντα έννοιες-κλειδιά, που κρατούν μέσα τους άνθρωποι σαν εμένα και τον Χρήστο.

 Θέλω να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή . Τι κάνει έναν καθηγητή σε παιδιά της μέσης εκπαίδευσης, χωρίς φανερή ως τότε συμβολή στα γράμματα, ν’ ανοίγει ένα πληκτρολόγιο και ξαφνικά αυτό, ν’ ανακτά οντότητα ανθρώπινου γραπτού λόγου, που και βέβαια δεν απευθύνεται μονάχα στον εαυτό του. Τι ήταν αυτό που σ’ έσπρωξε ως τη στιγμή, που γράφτηκε το πρώτο κεφάλαιο από τις «Ιφιγένειες» με σένα ίσως γνώστη και παίχτη, αυτού που φαντάστηκες: του εαυτού σου, στη θέση του αφηγητή.
Κι εγώ παραξενεύομαι πως έφτασα σ’ αυτό. Βασικά, έγραφα από τα γυμνασιακά μου χρόνια, κυρίως στίχους και μικρά κειμενάκια ποιητικού ας πούμε χαρακτήρα. Αλλά σπάνια τα έβγαζα προς τα έξω, σπάνια άφηνα κάποιον να τα διαβάσει, πιστεύοντας πως έγραφα μόνο για μένα και πως αυτό ήταν αρκετό, πως με κάλυπτε. Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω πως η γραφή είναι μια πράξη επικοινωνίας που προϋποθέτει τουλάχιστον δύο. Και σ’ αυτό βοήθησε το διαδίκτυο. Εκεί δημοσίευσα πρώτη φορά στίχους μου και κατάλαβα από τα σχόλια που λάμβανα πως την πραγματική ικανοποίηση δεν μου την πρόσφερε η ίδια η γραφή αλλά η επικοινωνία με άλλους ανθρώπους μέσω αυτής. Έτσι κάποια στιγμή προχώρησα δειλά- δειλά στην έκδοση μιας ποιητικής συλλογής. Τον πεζό λόγο ωστόσο εξακολουθούσα να τον φοβάμαι. Αυτό που με κρατούσε μακριά απ’ αυτόν ήταν κυρίως η έκταση και η πεποίθηση ότι δεν μπορώ να διαχειριστώ ένα μεγάλο κείμενο.  Η αλήθεια είναι ότι στις «Ιφιγένειες» η ιστορία μού ήταν γνωστή από πάντα, δεν χρειάστηκε να φτιάξω μυθοπλασία, πλοκή, χαρακτήρες και πως είχα προσπαθήσει δυο τρεις  φορές στο παρελθόν να την γράψω αλλά χωρίς επιτυχία. Όταν το επιχείρησα ξανά το 2011 χωρίς ούτε καν να έχω φυσικά στο μυαλό μου την πιθανότητα να εκδοθεί, επηρεάστηκα τόσο πολύ και παρασύρθηκα που για μέρες ολόκληρες δεν είχα τίποτα άλλο στο μυαλό μου. Λες και όσα κρατούσα μέσα μου για τόσα χρόνια ήθελαν να βγουν μονομιάς από μέσα μου. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα ή όχι, αυτή η κρίση ανήκει πάντα στους αναγνώστες, αλλά η απελευθέρωση που ένιωσα αμέσως μετά, με έκανε να πιστέψω πως αυτός είναι ο δρόμος μου.

Όσοι καταπιάνονται κάποτε τόσο ενεργητικά με τη συγγραφή κι εμβαθύνουν σε μυθιστορηματικές εικόνες και σκέψεις, συχνά δεν έχουν συναίσθηση του πόσο πολύ, μπορεί να επηρεάσει τον ίδιο τον συγγραφέα, αυτό που αποτυπώνει –θαρρείς σ’ αυτόματη γραφή συχνά- αυτός ο ίδιος και πρόκειται να γίνει αναγνώσιμο τυπωμένο χαρτί. Τι συμβαίνει, πως είναι ο Χρήστος όταν σηκώνει τα μάτια από τις λέξεις ενός χειρογράφου, του οποίου ίσως και να μην μπορεί να εκτιμήσει την εξέλιξη. Όταν απομακρύνεται ο Χρήστος από ένα χειρόγραφο, αισθάνεται καλύτερος ή πιο βαρύθυμος;
Είναι αλήθεια πως δεν φανταζόμουν ποτέ πόσο πολύ θα με επηρέαζε η συγγραφή. Το άκουγα καμιά φορά από άλλους κι έλεγα από μέσα μου ότι αυτά είναι μεγάλα λόγια. Δεν πίστευα ότι είναι δυνατόν να παρασύρεται κανείς συναισθηματικά από ένα κείμενο που το γράφει ο ίδιος και που έχει το πάνω χέρι σ’ αυτό. Κι έπρεπε να γράφω δυο μυθιστορήματα για να καταλάβω πως τελικά το πάνω χέρι το έχει η ίδια η γραφή και όχι ο συγγραφέας. Όσο κι αν ακούγεται κι αυτό μεγάλη κουβέντα, είμαι πεπεισμένος ότι είναι έτσι. Γιατί αν στις «Ιφιγένειες» επηρεάστηκα και ένιωσα να πνίγομαι πολλές φορές επειδή η ιστορία έχει βάση αληθινή και πολλοί από τους χαρακτήρες είναι πρόσωπα οικεία σε μένα, δεν θα έπρεπε να συμβεί το ίδιο στην «Σπίθα», που είναι εξολοκλήρου μυθιστορηματικό βιβλίο. Κι όμως από ένα σημείο και μετά ένιωσα και σ’ αυτό να με οδηγούν οι ήρωες, να ενεργούν αυτόβουλα, να ανεξαρτητοποιούνται και να τραβούν τον δικό τους δρόμο, αρνούμενοι πολλές φορές να πειθαρχήσουν στην δική μου θέληση… ακούγεται παράξενο αλλά έτσι είναι. Όταν απομακρύνομαι από το χειρόγραφο πέρα από την αγωνία για το τι θα γίνει παρακάτω, νιώθω μια τεράστια απελευθέρωση, και η απελευθέρωση δεν μπορεί παρά να με κάνει καλύτερο. Ακόμη κι όταν έχω υποφέρει κατά την διάρκεια της γραφής, αμέσως μετά αισθάνομαι πιο ελαφρύς, σαν να έχω βγάλει από πάνω μου ένα βάρος, το οποίο δεν ήξερα καν ότι το κουβαλούσα.

Με τις «Ιφιγένειες», το πρώτο σου ιδιαίτερα πετυχημένο εγχείρημα, απέδειξες μ’ ευκολία, τη θεωρία του πως ένας άντρας καταφέρνει να συγκινεί πολύ τις γυναίκες αναγνώστριες, πράγμα ενδιαφέρον, αλλά και σπάνιο. Πόσο εύκολο είναι για σένα να απεκδύεσαι την πραγματικότητα γύρω σου και να βρίσκεσαι σ’ έναν αισθαντικό κόσμο, γεμάτο από τρυφερότητα; Τι αντιστάσεις προτείνεις απέναντι στην αποκτήνωση, που έρχεται σε άμεση συνάφεια με τη δύσκολη εποχή;
Κατ’ αρχήν να πω ότι την τρυφερότητα και την ευαισθησία, ακόμη και την υπερβολική, δεν τα θεωρώ αποκλειστικά γυναικεία προνόμια και φυσικά δεν τα θεωρώ αδυναμία όσο κι αν η εποχή μας πολλές φορές τα καταδικάζει. Ωστόσο το να καταφέρει κανείς να βγάλει στην γραφή αυτά τα συναισθήματα και πολύ περισσότερο να  τα εμπνεύσει, να τα μεταδώσει στους άλλους, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Και σίγουρα δεν μπορεί να γίνει χωρίς να πληρώσει και ο ίδιος το τίμημα. Είναι ανάγκη να απεκδυθεί  την πραγματικότητα που ζει, να μεταφερθεί στον τόπο και τον χρόνο της ιστορίας, να μπει μέσα στις ηρωίδες ή τους ήρωες, να έρθει στην θέση τους, να μιλήσει με το δικό τους στόμα, να αντιδράσει όπως θα αντιδρούσαν εκείνοι στις δεδομένες καταστάσεις… και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Από την στιγμή όμως που αρχίσει να συμβαίνει αυτό, τότε φέρνει τον ίδιο τον συγγραφέα σε μια δύσκολη κατάσταση, σαν να φορτώνεται τα βάρη όλων αυτών των ανθρώπων. Δεν σας κρύβω λοιπόν πως εγώ πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να κλαίει κατά την διάρκεια της συγγραφής των Ιφιγενειών, και πιστεύω πως αν κατάφερα, όπως λέτε, να μεταδώσω αυτά τα συναισθήματα στους αναγνώστες, είναι γιατί τα ένιωσα πρώτος εγώ την ώρα που τα αποτύπωνα στο χαρτί.

Ως προς τις αντιστάσεις που πρέπει να αναπτύξουμε στην δύσκολη εποχή που ζούμε, νομίζω ότι το ίδιο το περιεχόμενο του βιβλίου μας το διδάσκει. Στις «Ιφιγένειες» υπάρχουν δυο αδερφές, οι οποίες είναι αναγκασμένες να ζήσουν και να διαχειριστούν μια δύσκολη, ασφυκτική κατάσταση. Και το κάνει η καθεμιά με τον δικό της τρόπο. Η μια παραιτείται σχεδόν και υπομένει τα πάντα κάνοντας υπομονή και η άλλη αντιστέκεται, ορθώνει το ανάστημά της, ακόμη και εκδικείται με κάποιο τρόπο, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών. Χωρίς να θεωρώ την υπομονή μικρότερο σε σημασία ηθικό άθλο, πιστεύω πως η επανάσταση θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση ζωής στις δύσκολες καταστάσεις που ζούμε. Και δεν εννοώ μόνο την επανάσταση που εκδηλώνεται προς τα έξω, μα εκείνη που πρώτα εκδηλώνεται μέσα μας, πείθοντάς μας πως πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας, πως αξίζει να προσπαθήσουμε να σταθούμε όρθιοι απέναντι σε όλα και σε όλους εκείνους  που προσπαθούν να μας καταστήσουν «Ιφιγένειες».

Η «Σπίθα» που κυκλοφορεί αυτήν την εποχή στα βιβλιοπωλεία, ενέχει εκτός των πολλών άλλων χαρακτηριστικών της, την έννοια ελπίδα, την ενδεχόμενη καλή έκβαση των πραγμάτων, βομβαρδιστήκαμε από πολύ φόβο τα τελευταία χρόνια. Αλλά η ελπίδα δεν είναι μια φλόγα που σβήνει εύκολα, όσο κι αν η γενική κοινωνική συνθήκη σκοτεινιάζει. Τι ρόλο παίζει η έννοια ελπίδα μέσα σου; Πιστεύεις ότι οι ζωές και το πεπρωμένο των ανθρώπων, φέρνει αργά ή γρήγορα την ισορροπία, ακόμα και μέσα από αντιξοότητες;
Η ελπίδα πάντα έπαιζε και παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Είμαι άνθρωπος αισιόδοξος γενικά, που σκέφτομαι πάντα στο τέλος των δυσκολιών την καλή έκβαση. Πιστεύω πως αν δεν διατηρήσει κανείς την ελπίδα μέσα του, δεν υπάρχει προοπτική να υπερβεί τα ποικίλα εμπόδια και τις τόσες δυσκολίες που θα κληθεί να αντιμετωπίσει στη ζωή του. Η «Σπίθα» είναι ένα βιβλίο για το πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα ή πως εγώ τουλάχιστον θα ήθελα να είναι. Γιατί πραγματικά εγώ θα επιθυμούσα η φιλία ή ο έρωτας να έχουν τις διαστάσεις που έχουν στο βιβλίο. Να είναι εκείνες οι ανώτερες δυνάμεις που θα βοηθούν πάντοτε τον άνθρωπο να υπερπηδήσει την όποια δυσκολία. Εκείνες οι αξίες που θα μας κρατούν πάντοτε από το χέρι και θα μας δείχνουν τον δρόμο. Αλλά χρειάζεται ο ίδιος ο άνθρωπος να το πιστεύει αυτό βαθιά μέσα του. Δεν ξέρω αν υπάρχει πεπρωμένο, ή αν αυτό που ονομάζουμε γενικά και αόριστα μοίρα, είναι απλά το άλλοθι για να καλύπτουμε τις όποιες αποτυχίες μας. Γιατί ξέρεις, είναι πολύ εύκολο ή και βολικό πολλές φορές, να χρεώνουμε τα πάντα στη μοίρα… ωστόσο είμαι πεπεισμένος πως η βαθιά μας πίστη σε κάτι ανώτερο, υψηλό, αιώνιο μας κάνει τελικά να καταφέρνουμε να το ζούμε… ή τουλάχιστον έτσι θα ήθελα να συμβαίνει.

Ο Ομέρ κι η Εμινέ-Μαρία ερωτεύονται δυνατά. Κι όσο αν το πολεμικό κλίμα της εποχής και των επιπλοκών στις ζωές τους τινάζει για καιρό τα πάντα στον αέρα, λίγη καλή τύχη και πολλή εγκαρτέρηση, τους φέρνουν οριστικά κοντά και μαζί, ίσως γιατί το θέλησαν πολύ και σε διάρκεια. Μεταφέρεται στη σύγχρονη εποχή και στιγμή, το ενδεχόμενο δυο άνθρωποι να αγαπηθούν τόσο δυνατά, που να βρουν λύσεις σε κάθε αντιξοότητα; Μπορούν ακόμα οι άνθρωποι να ελπίζουν στην έμπνευση που φέρει ένας δυνατός ακέραιος έρωτας;
Ο Ομέρ και η Εμινέ, είναι δυο νέα παιδιά που ερωτεύονται βαθιά αν και μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο ασφυκτικό, που θα μπορούσε αργά ή γρήγορα να ακυρώσει κάθε προοπτική του να πετύχουν το «μαζί». Όμως ο έρωτας όταν είναι αληθινός μπορεί πιστεύω να καταργήσει όλα τα «πρέπει» που θέτει κάθε φορά το κοινωνικό ή το ιστορικό πλαίσιο. Και φυσικά αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε εποχή, ακόμη και στη δική μας. Με μια βασική προϋπόθεση: ο έρωτας αυτός να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους κερδώα και υπολογιστική πρόθεση, όσο κι αν αυτό ακούγεται πολύ εξιδανικευτικό και ελάχιστα δυνατό για την εποχή μας. Αλλά είπαμε, το βιβλίο μιλάει για το πώς θα θέλαμε να είναι τα πράγματα…

Και φυσικά πιστεύω πως οι άνθρωποι πρέπει να πιστεύουν στην έμπνευση που κουβαλά ένας δυνατός έρωτας. Γιατί δεν υπάρχει συναίσθημα ανώτερο από το να αγαπά κανείς και να δέχεται φυσικά αγάπη. Τότε μονάχα απελευθερώνεται πραγματικά, και η ελευθερία είναι το βασικό προαπαιτούμενο για κάθε είδους μεγάλο έργο.

spitha

• Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/flourischristos
https://www.facebook.com/pages/Σπίθα-Χρήστος-Φλουρής-Άνεμος-εκδοτική/215008618662590
https://www.facebook.com/ifigeneies
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/spitha.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/ifigeneies.html

 

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *