Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ελισάβετ Ιακωβίδου «Χρυσή λάσπη»

Άνεμος Magazine 17/12/2014 0

apospasma xrisi laspi

«Εσύ ήσουνα παιδί. Τι ήξερες; Έτσι ένιωθες, έτσι έπραξες. Το φταίξιμο είναι αποκλειστικά δικό μου. Το έχω τώρα πια ερμηνεύσει κι έχω μεταμεληθεί κι ανακουφιστεί από τις τύψεις που με κατέτρεχαν όλα αυτά τα χρόνια για την ανήκουστη συμπεριφορά μου. Είχα βάλει τον πατέρα σου πάνω απ’ όλες τις δικές μου επιθυμίες και ανάγκες, γιατί φοβήθηκα ότι θα τον έχανα. Έτρεμα κι απαρνιόμουνα την προηγούμενη ζωή μου. Δεν ήθελα με τίποτα να επιστρέψω εκεί για τρίτη φορά. Η πρώτη όταν με έδωσε η μάνα μου, η δεύτερη όταν πέθανε ο Χόμα που με είχε βγάλει από τη λάσπη. Εκχώρησα το μεγαλύτερο κομμάτι του εαυτού μου σ’ αυτόν κι αφέθηκα να παρασυρθώ μέσα στη δίνη του πάθους. Τώρα όμως σε κάλεσα κοντά μου γιατί θέλω να σου αναθέσω μια αποστολή. Για να σου πω την αλήθεια, πίστευα ότι θα μπορούσα να διεκπεραιώσω αυτό το έργο μόνη μου, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά σου, παιδί μου».

Σταμάτησε για να πάρει ανάσα, σαν κάτι να την βάραινε και δυσκολευόταν να ελευθερώσει την αναπνοή της.

«Οφείλω μια μεγάλη υποχρέωση στη δική μου τη φυλή, στους ανθρώπους που με μεγάλωσαν, έστω και με τον χειρότερο κι αθλιότερο τρόπο. Τους οφείλω πάνω απ’ όλα μια μεγάλη συγγνώμη. Πρέπει να μάθω να συγχωρώ για να εξιλεωθώ κι εγώ από την αμαρτία μου τη μεγάλη: ότι δεν συγχώρησα ποτέ την πραγματική μου μάνα και την άφησα να πεθάνει μόνη της χωρίς να της δείξω ίχνος αγάπης. Να εξιλεωθώ για το κακό που έκανα στα παιδιά μου και για τον θάνατο που ευχήθηκα στον άντρα μου. Ναι, παιδί μου, πριν το τέλος της ζωής του πατέρα σου είχα ευχηθεί τον θάνατό του, κι όχι μόνο, τον προκάλεσα, μ’ όλες εκείνες τις μαγικές δυνάμεις που εξασκούσα τότε. Αφού δεν μπορούσα να τον νικήσω αλλιώς και να τον ξεπεράσω, θέλησα να τον στείλω στην αιωνιότητα να φύγει από τη ζωή μου και να μ’ ελευθερώσει, κι έτσι έκανα κάτι σαν τάμα. Δεν ξέρω πού, γιατί τότε δεν πίστευα σε τίποτα, μόνο στις στοιχειωμένες μου δυνάμεις, ότι θα απαρνιόμουν αυτή τη ζωή της χλιδής και της διαφθοράς, που στην ουσία δεν μου ανήκε, γιατί εγώ ήμουνα πάντα ξυπόλητη. Γι’ αυτό κι αποφάσισα να έρθω σ’ αυτό το μοναστήρι της Μετάνοιας, που είχε φιλοξενήσει στο παρελθόν όλες τις αμαρτωλές γυναίκες, τις βουτηγμένες στον βούρκο και την ακολασία. Αυτό μου ταίριαζε, γιατί κι εγώ βούτηξα μέσα στην αμαρτία, αντί ν’ αξιοποιήσω τις δυνάμεις και τα πλούτη μου για να βελτιώσω τον εαυτό μου και να βοηθήσω όλους όσους με είχαν συνδράμει».

xrisi laspi«Μα το έκανες», την διέκοψα, «με τη Ρουμιάνα και το σινάφι της».

«Το έκανα υστερόβουλα, για να εξαγοράσω τις τύψεις μου. Μόνο αργότερα, όταν το ζήτησα σαν χάρη από τον βασιλιά μας, συνειδητοποίησα ότι το έκανα με πραγματική αυταπάρνηση και πόνο ψυχής. Θα σου εκμυστηρευτώ κάτι, που το έχω ομολογήσει μόνο στον εαυτό μου, όταν τον αναποδογύρισα και του έβγαλα το μέσα έξω για ν’ ανακαλύψω ποια ήμουνα».

Πάλι σταμάτησε για να πάρει αναπνοή.

«Συνέβαλα και στον θάνατο του παιδιού μου, του Γεώργιου, του καρπού της μεγάλης μου αγάπης, που μου άνοιξε τη μεγαλύτερη πόρτα στη ζωή και με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου. Και δεν το έκανα γιατί φοβήθηκα μήπως και ήτανε καρπός του αναίσχυντου βιασμού μου από ένα άλλο τέρας, αλλά επειδή δεν ήθελα να μου γίνεται βάρος. Τελευταία δεν ήθελα ούτε στον καταυλισμό να πηγαίνω, δεν ήθελα τίποτα να μου θυμίζει την ταπεινή μου καταγωγή, τη βασανιστική μου πορεία στη ζωή, δεν ήθελα ούτε να τους βλέπω. Γι’ αυτό τώρα, αγόρι μου, ήρθε η ώρα να έρθω αντιμέτωπη με την πιο μεγάλη μου αλήθεια για να εξιλεωθώ: την καταγωγή μου από τη μαύρη βρομερή λάσπη που μύριζε σφαχτά κι αίματα, ακαθαρσίες και περιττώματα, αυτήν όμως που λαμπύριζε κιόλας κάπου κάπου και στα τσιμπλιασμένα μου μάτια και στα σιχαμερά μου μικρά χεράκια. Ήταν η ζωή μου, γιατί χωμένη σ’ αυτήν μεγάλωσα, ήταν η τροφή μου όταν πεινούσα, το παιχνίδι μου, γιατί έχτιζα ψεύτικους πύργους κι εκεί κατοικούσα, η μοναδική μου χαρά όταν χρύσιζε στις χούφτες μου κάτω από τις αχτίδες του ήλιου, αλλά και η ελπίδα μου για το χτίσιμο μιας άλλης ζωής, καλύτερης από εκείνη την άθλια που ζούσα. Το χώμα συμβολίζει τη γέννηση και την ελπίδα και πάνω σ’ αυτό έχτισα κι εγώ τη ζωή μου. Πάνω στη δική μου χρυσή λάσπη. Σ’ αυτήν θέλω να επιστρέψω για λίγο, έχω ακόμη μια υποχρέωση να εκπληρώσω πριν φτάσω στο τέρμα της περιπλάνησής μου. Κι αυτό μπορώ να το κάνω μόνο με τη δική σου βοήθεια. Το οφείλω στον εαυτό μου και στην κατατρεγμένη φυλή μου. Πολλοί φοβούνται τη φθορά του χρόνου, εγώ τον θάνατο, μήπως και δεν προφτάσω να εκπληρώσω το πιο σημαντικό μου χρέος απέναντι στη ζωή που με άφησε να ταξιδέψω και σε μια άλλη θάλασσα άγνωστη για μένα».

Έκανε μια μεγάλη παύση και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Μια ικεσία αντιφέγγιζε στο βλέμμα της, γιατί η σκέψη της ήδη σαλτοβόλαγε βουτηγμένη μέσα στη δική της χρυσή λάσπη.

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/laspi.html

Βρείτε τον συγγραφέα στο Facebook
https://www.facebook.com/elisavet.iakovidou.5?ref=ts&fref=ts

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *