«Requiem at Dawn», Χριστίνα Αυγερινού

Άνεμος Magazine 06/03/2014 0

Requiem

Κοιτάς το ρολόι, την πόρτα, το παράθυρο. Μέσα απ’ το τζάμι στα έξω. Ολοένα. Ξημέρωσε.

Κι έτσι κάπως χάνεσαι, ξεχνιέμαι… αυτό το ροζ της αυγής καθαρό –ιώδες ή μήπως πορτοκαλί; – πώς το ’χες πεθυμήσει! Πάνε χρόνια που ’χες να το δεις. Κι η αντανάκλαση –να! – στον τοίχο αντίκρυ μιας βιαίως εκτιναχθείσης πολυκατοικίας. Εκεί, στα τσιμέντα, όπου υπήρχε κάποτε μια μόνιμα ασβεστωμένη αυλή και μια αχλαδιά… να σ’ αντικρίζει γυμνή πάντα τέτοια εποχή –θυμάσαι; –, τρομαγμένη. Παιδάκι έτρεχες, φώναζες στα χέρια της, ήθελες να παίξεις, έτρεχες, φώναζες, φώναζες ξέγνοιαστη δυνατά! Και τώρα μουρμουρίζεις… πως οι ηλιαχτίδες παιχνιδίζουν τάχα με τα μπετά -pardon, με το béton ήθελα να πω– τα γαργαλάνε, τα κάνουν, έστω για λίγο, να σου γελούν, να χαμογελούν. Ανόητη!

Αλλάζει ο κόσμος, αλλάζω κι εγώ και φοβάμαι.

Να φτιάξεις καφέ, τα μάτια σου τσούζουν απ’ την αγρύπνια, πονάνε. Τα τρίβεις, μη, σε κόβουν πιο πολύ. Μπαγιατεμένο μακιγιάζ με μια δόση δακρύων τρέχει αδίστακτο στα μάγουλα, μη –δε μ’ ακούς;–, πήγαινε στην κουζίνα.

Πόσες ώρες κλεισμένη σ’ αυτό το δωμάτιο; Καθισμένη σ’ αυτήν την καρέκλα; Υπολογίζεις. Μεσάνυχτα γύρισες, πέταξες το κοστούμι στην άκρη, ξεμασκαρεύτηκες. Σύρθηκες ως το γραφειάκι μουτζουρωμένη. Κλεισμένη, εγκλωβισμένη, όχι στην κάμαρα, σε σένα… τη σιωπή. Έκλαψες. Πώς το ήθελες να μιλήσεις! Να ξεσπάσεις! Να πεις τι; Τι συνέβη απόψε;

Τα δάχτυλα τώρα πειράζουν νευρικά τα μαλλιά, τ’ αυτί, το μολύβι που επιμένει να στέκει ψύχραιμο και ψυχρό στη θέση του, στο χαρτί σου. Είναι λευκό το χαρτί σου –ή μήπως κόκκινο; Αναρωτιέμαι.

Αχ, το φως, αυτό το ροζ της αυγής πώς το ’χες πεθυμήσει! Φώναζες, αλήθεια, φώναζες ξέγνοιαστη δυνατά κάποτε, μα… η φωνή σου σιγά-σιγά σφιγγόταν, σφιγγόταν, όλο πνιγόταν και… πνίγηκε. Έγινε γραφή κι οι λέξεις ’παψαν να σου ηχούν, χάρασσαν μόνο το αρμυρισμένο χαρτί σου, λευκό –ή μήπως μαύρο; Αναρωτιέμαι.

Όλα ανάκατα μέσα σου, συνονθύλευμα χρωμάτων κομφετί σερπαντίνων άγριο τρόμων κι ενστίκτων. Μεσάνυχτα γύρισες σπίτι και προσπαθείς, όλη νύχτα -ή χρόνια;- προσπαθείς να σκεφτείς, να βάλεις σε τάξη όλα τα… άτακτα… που συμβαίνουν -τι συνέβη απόψε; Ένα βλέμμα άλικο ξεφάντωμα ένα «λοιπόν» μια «συγγνώμη» Παλιάτσοι Αρλεκίνοι Κολομπίνες Σαρλό ένας αποχωρισμός φιάσκο καρναβαλιού, το κεφάλι θα σπάσει. Προσπαθούσες, προσπαθείς… προσπαθείς να σκεφτείς με νηφαλιότητα και προσοχή και σύνεση και φρονιμάδα κι όσα συνώνυμα ζήτησαν άλλοτε να σου μάθουν όλοι κείνοι οι λογικοί. Αντιστάθηκες Υπέκυψα Δεν το μπορείς. Πέταξες το κοστούμι.

Κι είναι πρώτη φορά που νιώθεις να σου λείπουν οι… οι λέξεις, ναι, αυτό! Πώς δεν κατάλαβες; Αν είχες λίγες λεξούλες άκακες και φιλήσυχες να ντυθείς, όπως πρώτα, ίσως κι ο κόσμος να σου ‘μοιαζε πάλι στα δικά τους τα μέτρα, πιο προσιτός, πιο… δομημένος, τετράγωνος -ή τρίγωνος; Μάλλον τρίγωνος. Τι συνέβη απόψε;

Αλλάζει ο κόσμος, αλλάζω κι εγώ και φοβάμαι.

Σηκώνεσαι. Το κορμί αντιδρά, δυο κινήσεις να ξεπιαστείς απ’ την καρέκλα. Μάσκες μεσάνυχτα κι ύστερα αυτό το ροζ της αυγής καθαρό, πώς το ’χες πεθυμήσει, δεν το μπορείς. Ησυχία. Στο σπίτι όλοι κοιμούνται, τι λες; Είσαι μόνη! Χρόνια ζεις μόνη σε τούτο το σπίτι με διαλείμματα καρναβαλιού -φιάσκο καρναβαλιού- πού και πού να τους διασκεδάζουν. Στη σιωπή -ερημιά. Δεν πιστεύεις πια στους ανθρώπους. Δεν ξέρω αν πίστεψες ποτέ. Πίστεψα. Μεταμφιέζονταν μέρα τη μέρα αποτραβιόσουν, δειλά στην αρχή, με μια ορμή αμέρευτη έπειτα έτρεχες μακριά τους -παιδί έτρεχες σε κείνη την αυλή, θυμάσαι; Ξεγνοιασιά Ηρεμία Ερημιά. Δεν την θες, την βαρέθηκες, κουράστηκες, δεν την θες!

Και τι δε θα ’δινες ν’ άκουγες πάλι ένα ξένο κλειδί, όχι ξένο, οικείο, να γρατζουνά την εξώπορτα –έχει σκουριάσει κι αυτή η ρημαδιασμένη– ή τ’ άγαρμπα φύλλα μιας κάποιας εφημερίδας να τσιρίζουν στο γύρισμα ή βήματα σαρκωμένα ενός άλλου, αγαπημένου, ή μια ανάσα στο διάδρομο, μια ανάσα ζεστή… πέρα απ’ τη δική σου. Δεν πιστεύεις πια στους ανθρώπους. Δεν ξέρω αν πίστεψες ποτέ, όμως σου λείπουν, καθώς σου έλειψαν κι οι λέξεις σου… που μασκάρευαν το έξω, το μέσα, τις μισείς, το κεφάλι θα σπάσει -τι συνέβη απόψε;

Στην κουζίνα. Μόνη. Γεμίζεις το μπρίκι νερό, το βάζεις στο γκάζι. Άναψέ το. Ζάχαρη και καφές, δυο κουταλιές απ’ το καθένα κι ανακατεύεις… αργά… αφήνεσαι μια στιγμή και το μυαλό φεύγει. Πώς να το σφηνώσεις τάχα σ’ αυτό το κορμί; Αυτό γλιστρά, ξεγλιστρά… παρελθόν παρόν μέλλον εδώ εκεί παντού το μυαλό φεύγει.

Αλλάζει ο κόσμος, αλλάζω κι εγώ και φοβάμαι. Κάποτε είχα φωνή, ένα χαρτί λευκό -ή μήπως κόκκινο, μαύρο;- αρμυρισμένο, μου λείπουν οι λέξεις.

Ο καφές τσιτσιρίζει, φουσκώνει, προλαβαίνεις, συνέρχεσαι. Τον σερβίρεις. Τ’ άρωμα σ’ ερεθίζει, τα μάτια θολώνουν, μια βροχή πέφτει απ’ τα βλέφαρα, την σκουπίζεις σπασμωδικά, βλέπεις… ξεβάφεις. Κλείνεις το γκάζι. Ερημιά. Στα κρυφά χωνόσουν τ’ απόβραδα, έφηβη, στ’ αποθηκάκι, που ‘μενε πάντα ξεκλείδωτο, στο βάθος κείνης της αυλής –θυμάσαι; Κάτω απ’ το παραλήρημα των κλαριών της γυμνής αχλαδιάς. Ήταν τότε που ερωτευόσουνα τη σιωπή σου… ξεχνιέμαι.

Και τώρα τι; Με την κούπα ν’ αχνίζει στις πυρωμένες παλάμες επιστρέφεις στην κάμαρα. Βιαστικά, στην καρέκλα. Πίνεις μια γουλιά, καίγεσαι, σαν τις λέξεις ανύπαρκτες, στα ξεραμένα σου χείλη. Κι ήρθε ο καιρός που πέθανε κι η αυλή κι η αχλαδιά και τ’ αποθηκάκι κι ένα κομμάτι σου. Χαμογελάς. Μια πολυκατοικία γεννιέται.

Αλλάζει ο κόσμος, αλλάζω κι εγώ και φοβάμαι. Πικρό χαμόγελο –ειρωνικό ή σε απόγνωση, άραγε; Αναρωτιέμαι.

Χαμόγελο. Μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο σκόρπαγες γράμματα κάποτε στο χαρτί -μήπως γαλάζιο τελικά;- κι αισθανόσουν να ξαλαφρώνεις. Τα ξέρναγες όλα τάχα, μη σε δηλητηριάσουν, εικόνες φωνές θύμησες συναισθήματα πόνο οργή, χάος σε καλούπια, ταχτικά, φροντισμένα. Τα στρίμωχνες κιόλας, τα έκρυβες, σε σουλουπωμένες μορφές, φράσεις ορισμένες τυχαίες. Μόνο να μπορούσες μια στιγμή να διαβάσεις… να ξεσκεπάσω το άλλοθι της persona ως χιμαιρικής σου αυταπάτης, να σε φέρω γυμνή μπρος στον σπασμένο καθρέφτη μιας ύπαρξης μασκαρεμένης –δεν ήταν δική σου, το ξέρεις. Ένα δήθεν οι λέξεις σου… του νου, της ψυχής -τι συνέβη απόψε;

Δε θα σου πω. Τόση σημασία έχει, αλήθεια, να μάθεις; Η Ιστορία γράφει τα γεγονότα της με νιώσματα στην καρδιά ανεξίτηλα –τώρα μόνο καταλαβαίνω- και με λέξεις συντεταγμένες πάνω στο χαρτί μου, αυτές που πλέον μου λείπουν.

Τέλειωσαν οι Απόκριες –τέλειωσαν, πώς;–, το καρναβάλι εκεί έξω κρατά. Ξημέρωσε. Ένας μούργος ξυπνά, αλυχτά ξέγνοιαστος δυνατά –τον ακούς;

Αλλάζει ο κόσμος, αλλάζω κι εγώ και φοβάμαι… τους ανθρώπους τη μοναξιά τη φωνή τη σιωπή μου φοβάμαι.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/christinaavgerinou?fref=ts
https://www.facebook.com/StoGelioThsKataigidas?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/sto-gelio-ths-kataigidas.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *