«Κυνηγητό του… “είμαι”», Χριστίνα Αυγερινού

Άνεμος Magazine 24/11/2014 0

kinigito

Κλείνω την πόρτα πίσω μου –δέκα χρόνια σχεδόν. Ο διάδρομος της πολυκατοικίας κρύος, όπως τότε. Σκοτάδι.

Στα τυφλά κατεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά. Όσο πιο γρήγορα μπορώ. Βιάζομαι. Τα χέρια στην κουπαστή ιδρώνουν, κολλάνε. Μορφές κόκκινες μαύρες, εκείνος, τρέχουν και. Με κυνηγούν. Φωνές ζαλισμένες παραπατούν και. Ένα κλάμα απ’ το, σωριασμένο στο –πνίγομαι. Κι αυτό το κλάμα με κυνηγά! Το κεφάλι βουίζει κι ο αέρας. Κι όλα μέσα μου γδέρνονται. Βιάζεσαι. Βιάζομαι, ναι! Θέλω να κατέβω, να βγω έξω. Ν’ ανα– ν’ αναπνεύσω. Βιάζομαι, ναι. Για λίγο… όπως τότε.

Στο ισόγειο, τα τελευταία σκαλιά. Τραβάω το χερούλι, σκοντάφτω στο πεζοδρόμιο. Σηκώθηκα τότε, θυμάσαι; Δέκα χρόνων παιδί με τη μόνη ευκαιρία να ξεγελάσω τον κυνηγό μας. Τότε… που δίστασε κι εγώ της εξήγησα: το τηλέφωνο, η εντολή, η σειρήνα, το μπλε –ασφυξία πάλι κόκκινη μαύρη, θυμάσαι; Κυνηγητό.

Αρχίζω να περπατώ, να χώνομαι στα στενά –ψιχαλίζει. Μπερδεύομαι. Δεν ξέρω πλέον πού είμαι, πού πάω ή, έστω, πού θέλω, εσύ; Και φοβάσαι. Κάποτε τους γνώριζα τούτους τους δρόμους, έτρεχα, έπαιζα… ανέπνεα για λίγο, θυμάσαι; Ανέβαινα στο ποδήλατο κι ισορροπούσα… πάνω στις ρόδες μιας ευκταίας φυγής. Και χανόμουν κι ονειρευόμουν, το προσπαθούσα –μ’ ακούς;–, για ώρες προσπαθούσα να πεταρίσω! Κι άλλοτε πάλι έσμιγες μ’ ένα τσούρμο ξεφωνητά –να, εκεί! Κι εσύ έπαιζες… τάχα ξέγνοιαστη… κρυφτό, κυνηγητό ή τυφλόμυγα. Κι αλήθεια, τότε κέρδιζα πάντα! Ήξερα να κρύβομαι, να το σκάω× το ’χα, μ’ είχε –εκείνος μ’ είχε μάθει καλά.

Μα τώρα… όλα έχουν αλλάξει, δέκα χρόνια σχεδόν –όπως κι εσύ από τότε. Τίποτα δεν είναι το ίδιο και μπερδεύομαι. Και δεν ξέρω πλέον ποια είμαι, ποια πρέπει ή, έστω, ποια θέλω και. Και φοβάσαι. Όχι!

Στρίβω στη γωνία –ποια; Στάσου, η μπόρα δυναμώνει. Δεν έχω ομπρέλα. Θα βραχείς! Δεν πειράζει, πάμε! Κι εκείνο το βράδυ έριχνε μπόρα, θυμάσαι; Με νανούριζαν οι στάλες στο τζάμι, κι ύστερα… μ’ ένα σάκο οι δυο μας φυγαδευτήκαμε στη βροχή. Την είχα δει να τον γεμίζει (Σου ’χε γνέψει να σωπάσεις τότε, φοβόταν. Έκλαιγε, έτρεμε… κι εγώ φοβόμουν. Μην επιστρέψει. Φύλαγα τσίλιες –φοβάσαι. Φοβόμουν. πολύ.) κι έπειτα τον είχε σφαλίσει μες στην ντουλάπα –ψελλίζοντάς σου πως θα ερχόταν η ώρα. Ναι, έπρεπε πρώτα να έρθει η Ώρα κι εγώ την περίμενα! Μέρες και νύχτες ολόκληρες την περίμενα, ώσπου άρχισα ν’ αμφιβάλλω, γιατί… αυτή η Ώρα αργούσε, όλο αργούσε και πίστευα πως. Πως δεν θα ερχόταν ποτέ…

Στάσου λίγο! Τι θέλεις; Τρέχεις! Περπατάω! Δεν σε προλαβαίνω –βιάζομαι. Θέλω να φύγω, σου είπα, ν’ αναπνεύσω, πάμε! Κι όμως… εμένα μ’ αφήνεις πάντα εδώ, σε τούτη την πόλη, τη γειτονιά. Σ’ εκείνο το σαπισμένο διαμέρισμα. Κι απόψε ήρθες κι εσύ! Για το συμβόλαιο. Ψέμα! Για να τον –Ψέμα. Για να ΜΕ! Μη θυμώνεις! Ίσως ούτε ο συγγραφέας σου να γνωρίζει γιατί. Ήρθα για τις φωνές –μη! Άκου με πρώτα! Εσύ ξέρεις ποιες εννοώ–, όχι για αυτές που φωνάζουν, όχι! Μα για αυτές που σιωπούν. Που κυνηγούν, που κυνηγώ κι εγώ. Εκκωφαντικά στη σιωπή. Μαύρη, κρεμασμένη σιωπή –δέκα χρόνια σχεδόν, καταλαβαίνεις;

Εκείνος δεν βρίσκεται εκεί× εκείνος δεν βρίσκεται πουθενά πια. Πουθενά… Αλλά εγώ τον άκουσα, τον είδα, δεν με πιστεύεις; Άκουσα ξανά το κλειδί στην εξώπορτα το μπρελόκ τα βήματά του στο χωλ το ψέλλισμα της μάνας τις συγχορδίες των γυαλικών στο πάτωμα τα χτυπήματα τις κλωτσιές τον πνιγμό της ανάσας μου. Τον είδα! Τον είδα ξανά γερμένο πάνω στην κάσα της πόρτας άγριο τρομακτικό κι εγώ λούφαξα στα σεντόνια έκανα πως κοιμόμουν δεν κοιμόμουν τον είδα. Τον είδα ξανά θυμωμένο κατακόκκινο μ’ ένα άδειο μπουκάλι στα χέρια να ζέχνει ουίσκι ή τζιν. Τον άκουσα, τον είδα! Δεν με πιστεύεις;

Άκουσέ με…

Εκείνος δεν βρίσκεται εκεί. Εκείνος δεν βρίσκεται πουθενά πια. Πουθενά.

Άκου! Η βροχή δυναμώνει, δυναμώνει κι άλλο και –μύρισε! Μια μυρωδιά μουσκεμένης ανακούφισης πάλλεται στον αέρα –ποτέ δεν σας ξέχασε. Ποιος; Η Ώρα. Να! Δυο-τρεις παραγράφους πιο πάνω το έγραψε, ότι αργούσε, όμως, να! Δεν σας ξέχασε, ήρθε. Ναι, μαζί με τη μάνα. Εκείνο το βράδυ, στην κάμαρα. Οριστικά. Ήρθε κυνηγημένη. Αποφασισμένη. Παρά τα παρακάλια τις συγγνώμες τα κλάματα τ’ ανακυκλούμενα «θα» και τα «ίσως», θα μας έπαιρνε μαζί, δεν θα μας –με πρόδιδε, το υποσχέθηκε και.

Δες! Τα λούκια κατεβάζουν πάλι νερά, λάσπες κι όνειρα απ’ τις ταράτσες. Κι εσύ βουλιάζεις… γι’ ακόμα μια φορά μες στις λακκούβες μιας άρτι απολεσθείσης λήθης –γιατί; Φοβάμαι. Δέκα χρόνια σχεδόν –φοβάσαι. Ναι. Συνήθισα να φοβάμαι και. Και φοβάμαι –μ’ ακούς;–, όπως τότε… Σ’ όλο τον δρόμο με κρατούσε απ’ το χέρι και μ’ έσφιγγε κι εγώ… δεν την έπιανα! Μ’ αγκάλιαζε και μου ’λεγε πως. Κάτω απ’ τις αστραπές και τα φώτα οι μελανιές αντιφέγγιζαν την φοβέριζαν μας νικούσαν μα. Μελανιές στους καρπούς μελανιές και στο πρόσωπο στο λαιμό μελανιές από εκείνον και! Κι εγώ την άφηνα δεν την έπιανα την άφηνα να με κρατά μην την πονέσω δεν ήθελα να, καταλαβαίνεις;

Θέλω να φύγω, καταλαβαίνεις;

Άκουσέ με!

Εκείνος δεν βρίσκεται εκεί. Εκείνος δεν βρίσκεται πουθενά πια… Πουθενά!

 Κι όμως… εκείνος βρέθηκε. Βρέθηκε κρεμασμένος. Στο σαπισμένο διαμέρισμα. Μόνος. Με το σκοινί του. Αυτό τού απέμεινε. Νικημένος. Καταραμένος. Για πάντα.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/christinaavgerinou?fref=ts
https://www.facebook.com/StoGelioThsKataigidas?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/sto-gelio-ths-kataigidas.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *