«Τσιπουροκατάνυξη» Θεόδωρος Πάλλας

Άνεμος Magazine 20/01/2014 0

tsipourokatanixi

Είναι άμαθη κι όχι μονάχα στο πιοτό. Κοιτά τον κόσμο από μια άλλη οπτική γωνία. Αυτήν που μονάχα ο νους της ορίζει. Κοιτάζει τον κόσμο γύρω της και προσπαθεί ακόμα να τον καταλάβει. Δεν ξέρει πως το κακό γίνεται χαρά και η χαρά κακία.

Το ποτό δεν είναι το καταφύγι της. Πίνει σαν ο καιρός το φέρει. Κάποιες φορές πνίγεται μέσα στο πιοτό και μετά το πανηγυρίζει. Το γέλιο της γεμίζει τους χώρους. Κανένας λόγος δεν την κυνηγά παρά το γέλιο την κυριεύει. Έτσι. Όπως απλά κάθονται δυο φίλοι και λένε τα αστεία τους. Ξεφεύγει στο γέλιο και ονειροπερπατεί με αυτό μέχρι ο ύπνος να την τυλίξει.

Είναι αυτή που στέκεται απέναντί του. Κοιτάζει τα μάτια της και φαντασιώνεται μέσα τους τα χρόνια που θα έρθουν. Τα ταξίδια που θα κάνουν σε απόμακρα και άγνωστα μέρη. Θα κοιτούν τους καραβοκύρηδες και θα φωνάζουν: «Ψάχνουμε την χαμένη μας θλίψη». Αυτοί, θα τους κοιτούν περίεργα και θα φτύνουν τον κόρφο τους. Θα τους ξορκίζουν και θα απομακρύνονται μπουρινιασμένοι. Τέρατα της θάλασσας θα τους θωρούν. Αυτά σκέφτεται ο άντρας και την κοιτάζει όλο πιο πολύ. Έκανε το πρόσωπό της εικόνισμα και το κουβαλά μαζί του. Σε κάθε δυστυχιά, τη βγάζει και την αποθέτει στον κόρφο του. Να τον προφυλάξει. Σε κάθε χαρά την φανερώνει στο φως και της δείχνει τα μάτια του, να χαρεί μαζί του.

Είναι ένας περίεργος άντρας. Μιλάει λίγο και γι’ αυτό μπορεί να σκέφτεται πολύ. Δεν της λέει των σωθικών του τα λόγια γιατί απλά τρομάζει πως αν τα δει το φως θα τα κάψει, όπως λένε οι παλιοί πως γίνεται με τους κρυμμένους θησαυρούς σαν αποκαλύψεις το μυστικό τους, θησαυρούς που ονειροφαντάστηκες, σε τρίτους.

Την κοιτάει και την χαίρεται.

Η γυναίκα άλλα περίμενε. Φανταζόταν λόγια που να τραβούσαν το δρόμο που ανοίγει η ανατολή στη θάλασσα. Ερωτόλογα που τραγουδούν τα δελφίνια στις τράτες. Αγκαλιές και φιλιά. Και δυο ανθρώπους που τρέχουν λεύτεροι σε ένα ακρογιάλι, τα έχουν πετάξει όλα, από πάνω τους, από μέσα τους και τρέχουν λεύτεροι. Περίμενε πολλά. Χαίρεται και με τα λίγα. Σαν την αγκαλιάζει και της δίνει ένα κλεφτό φιλί. Αυτή ήθελε να τους κοιτά ο κόσμος και να αναπτερίζει το είναι της. Μαζί του ζει αθόρυβα. Προσπαθεί μόνη της να σηκώσει λίγη σκόνη, να δημιουργήσει έναν ήχο, μα όλα ο άντρας τα καταλαγιάζει. Ζει γι’ αυτόν πια, μιας κι όλα της πέσανε στο κενό, και με αυτόν. Και χαίρεται την κάθε της στιγμή.

Τις προάλλες είχανε σύναξη για βράσιμο τσίπουρου. Μαζευτήκανε στο καζάνι. Γέλια και πειράγματα. Ρίξανε τα στέμφυλα στο καζάνι και τον γλυκάνισο. Το τσίπουρο άρχισε να κυλά αργά και καρτερικά. Έβαλε το ποτήρι της στην πηγή και πήρε το αθάνατο υγρό της. Το έφερε στα χείλη. Χαμογέλασε.

Η μέρα κύλησε στους ανταριασμένους κάμπους με τον ήλιο της να φωτίζει το χώρο και τους γύρω της. Το γέλιο της ανέβηκε στον ουρανό και βρήκε τους σάτυρους. Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα. Στη ζωή όπως θα την αγαπούσε. Μέσα στη χαρά και στο ταξίδεμα στη ράχη των σύννεφων.

Δεν ξέρω αν μπόρεσε να πηδήσει στη γη. Να βρει πάλι τους σακάτικους ρυθμούς της. Πάντως, άφησε κάποια συννεφάκια ψηλά να φωνάζουν το περιστασιακό πανηγύρι της.

Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/theopallas?fref=ts
https://www.facebook.com/pages/Ανεπαίσθητη-προσβολή-Θεόδωρος-Πάλλας-Άνεμος-εκδοτική/572620906118733?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/anepaisthiti-prosvoli.html

 

 

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *