«Ο μπιντές» Θεόδωρος Πάλλας

Άνεμος Magazine 17/02/2014 0

bides

Πρώτη φορά το έβλεπα στο καινούριο μου σπίτι και σκέφτηκα από μέσα μου πως είναι κάτι που μόνον τα νέα σπίτια το έχουν. Δεν ρώτησα τι, γιατί δεν με ένοιαζε. Προσπάθησα να καταλάβω μοναχά πού να χρειαζόταν. Η θέση του στο μπάνιο και στο σημείο εκείνο, δίπλα στη λεκάνη, με γέμιζε απορίες.

Το χρησιμοποίησα όπως με βόλευε. Στην αρχή το κοιτούσα μονάχα και το καθάριζα τακτικά, έτσι για να δείχνει το φως πιο έντονο. Άφηνα πάνω του κάποιο περιοδικό ή ένα βιβλίο, το μπλοκ με τις σημειώσεις μου και τα στυλό. Και το απολύμαινα σχολαστικά, τέτοιος ψείρας της καθαριότητας που είμαι. Στη συνέχεια, και ως τασάκι μιαν γωνιά του είχα, τότε που βιαστικά άρχισα μιαν παλιά συνήθεια. Πάντα το λαμποκοπούσα και το είχα κόρη οφθαλμού. Μετά, σαν η μπανιέρα μου φαινόταν άβατη και τα πόδια μου εκεί άρχισα να πλένω, με σαπούνι και με προσοχή περισσή. Καθημερινά το έτριβα και στο τέλος  παρατηρούσα τις άκρες του που με κοιτούσαν φθονερές γιατί φαινόταν όλα τους τα απόκρυφα.

Η φρίκη στο μυαλό μου. Με είχε αντίκρυ της και με στόλιζε. Όχι όπως τα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Ή τις γωνιές του σπιτιού. Μήτε σαν το σύνθετο του σαλονιού. Εγώ την άκουγα. Είχα μάθει τον καιρό και τον αρμένιζα. Την κοιτούσα βαθιά της μα έπλεα στα δικά μου βαλτόνερα. Από συνήθεια. Ένα στόμα κινιόταν. Ήξερα ως και τις κινήσεις τις κρυφές ως και τα απόκρυφα φωνήεντα. Δεν άκουγα μα αν το θες μπορώ να σου πω κατά γράμμα τι μου έσουρνε. Μίλαγε ακατάπαυστα. Εγώ κυρά μου, της το κρατούσα από καιρό, δεν παρατάω τα βρακιά μου από δω κι εκεί. Σαν τα σουτιέν σου που παραφυλούν κάτω από τις μαξιλάρες και τα σκεπάσματα.

Η αλήθεια είναι πως κανένα ενδιαφέρον δεν της έδειχνα πια. Σε τούτην και τις φίλες της και στους άνδρες τους που περνιόταν για φίλοι μου. Τι να με νοιάζει εμένα το φόρεμα της μιας και τα αρώματα της άλλης; Σκασίλα μου αν τα παιδιά γυρίσανε αργά ή νωρίς και αν δεν κοιμήθηκαν οι μεν από τους συνήθεις πονοκεφάλους και οι δε από τις φαντασιώσεις. Αν φαντάζονται «οι κυρίες» πως τις απατούν οι σύζυγοί τους κι εκείνοι χασκογελούσαν με υποχθόνιες κινήσεις και υπόγεια νεύματα, βαθμολογώντας τον πισινό της κάθε ξέστρατης. Δεν γνοιαζόμουν κι όταν οι «σφιχτόκωλες» γυναίκες μας μιλούσαν για τις «παστρικές» που ονομάτιζαν όλες τις πιο όμορφές τους και τα αρώματα που κουβαλούσαν. Σκασίλα μου αν το πέτυχαν το φαγητό και αν στη δουλειά το αφεντικό τις έπιανε τον κώλο. Για τις πρωινές εκπομπές, τις μεσημεριανές, τα σίριαλ, την πολιτική… Εγώ κοιτούσα και τις μεν και τους δε, και ζούσα στον εικονικό μου κόσμο. Όσο περνούσε ο καιρός ακόμα περισσότερο.

Κι αυτή όλο και με τριβέλιζε το νου στα στερνά και όλο περισσότερες ώρες αγόρευε. Μετά τα τόσα χρόνια γάμου και μιας και τα παιδιά φύγαν από το σπίτι και ησύχασαν δεν είχε με τι να ασχοληθεί κι όλο μου πριόνιζε το είναι.
Ετούτη τη φορά με ξύπνησε το «Φεύγω στη μάνα μου», ζει η πεθερά μου; πετάχτηκα, και το «είναι μπιντές καημένε κι όχι τασάκι, ράφι για βιβλία και στυλοθήκη», μου τα πέταξε τα λόγια κατάμουτρα, πήρε τα περιττά της κι έφυγε.
Άκουσα την πόρτα πίσω της. Ένιωσα την ανάγκη να ξαλαφρώσω κι άλλο. Πήγα στην τουαλέτα κυνηγώντας και πάλι τις σκέψεις μου από κει που τις είχα αφήσει κι έπιασα το νήμα από τον μονόλογο που σχεδίαζα στο χαρτί. Το τσιγάρο το έριξα στη λεκάνη, τα χαρτιά μου τα άφησα στο πάτωμα και χρησιμοποίησα περήφανος τον μπιντέ για τούτο που τον είχε σχεδιάσει ο εφευρέτης του.

Eπικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/theopallas?fref=ts
https://www.facebook.com/pages/Ανεπαίσθητη-προσβολή-Θεόδωρος-Πάλλας-Άνεμος-εκδοτική/572620906118733?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/anepaisthiti-prosvoli.html

 

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *