«Ένοχος», Πολύμνια Κοσσόρα

Άνεμος Magazine 27/01/2014 1

enoxos

Πρώτα πήρε κάτι η άκρη του ματιού της στο χαμηλό φωτισμό της βραδιάς. Ένα θραύσμα, μια ατελή γραμμή. Την άκρη ενός δυνατού φρυδιού, έναν γνωστό αέρα. Γνωστό κάποτε. Πλάγια αριστερά. Τους χώριζαν τρία τραπέζια. Γύρισε το βλέμμα αλλού, προς τη θάλασσα, μα η εντύπωση έμεινε. Στράφηκε προς την παρέα που μαζευόταν στο τραπέζι τους με χαμόγελα και μικρά σχόλια. « Όμορφη η νύφη, ε; Το νυφικό τέλειο! Τραπέζι νούμερο έντεκα; Καθίστε παιδιά, καθίστε!». Ο Πέτρος πλάι της έχει συγκεντρωθεί στο ποτήρι της σαμπάνιας. Το περιεργάζεται. Σήμερα δεν την κοίταξε ούτε μια φορά. Να την κοιτάξει αληθινά, λέω. Να την αγγίξει, να γελάσει με κάτι μαζί της. Να της ανασηκώσει μια τούφα μαλλιά από το μέτωπο, να της πει πόσο της πάει το κόκκινο φόρεμα.
Ήταν και εκείνη όμορφη νύφη τότε. Πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Δεν παντρεύτηκαν σε νησί, δεν έκαναν δεξίωση στην ακρογιαλιά, με διακοσμητή, ντι-τζέι και μαιτρ, δεν ήπιαν σαμπάνια. Είχαν όμως γέλιο, είχαν αφή, ταραχή. Στα σκαλιά της εκκλησίας την περίμενε αδέξιος με τα λουλούδια στα χέρια, το λευκό κοστούμι, τα μακριά μαλλιά. Στ’ αλήθεια δεν είχε ξαναδεί πιο όμορφο αγόρι. Έσκυψε να τη φιλήσει και της ψιθύρισε «κούκλα!». Τους έπιασε ένα νευρικό γέλιο στην εκκλησία, ασυγκράτητο. Κι όταν επέστρεψαν από το γαμήλιο ταξίδι – Μπατσί όχι Μπαλί –  αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι έκλαψαν σαν μικρά παιδιά φοβισμένα, χωρίς να ξέρουν γιατί κλαίνε.
Στράφηκε προς το μέρος του, ήθελε κάτι να πει, δεν το είπε. Ήπιαν, ευχήθηκαν, έκαναν όλες τις σωστές κοινωνικές κινήσεις. Στο χορό αναμίχθηκαν με το πλήθος των καλεσμένων. Δεν ξαναείδε την αντρική φιγούρα. Ωστόσο κάτι, μια εντύπωση δεν έλεγε να σβήσει. Ίδρωσε, τα χρυσά πέδιλα την πέθαιναν. Ο Πέτρος την πήρε από το χέρι στην άκρη. Τραβήχτηκαν παράμερα, στους ψάθινους καναπέδες της παραλίας. Έβγαλε τα ψηλοτάκουνα, έμεινε ξυπόλητη. Κάθισαν κι εκείνος δεν άφηνε το χέρι της. Κάτι έκανε να πει. Έδειχνε σοβαρός. Λίγο μεθυσμένος, μα σοβαρός.
«Ήθελα να σου το πω, να μη ξαφνιαστείς…», είπε τελικά. «Ξέρεις ποιόν είδα, ποιός είναι εδώ;»
Δεν πρόλαβε να αντιδράσει κι άκουσε βήματα στα βότσαλα. Στράφηκε. Η φιγούρα, γνωστή κίνηση. Βάδιζε προς το μέρος τους κι εκείνη το μόνο που διέκρινε στο σκοτάδι ήταν η ελαφριά κλίση του κεφαλιού του αριστερά, τόσο γνωστή, και το φως του άσπρου πουκάμισου.
«Καλησπέρα, καλά είδα λοιπόν…»
«Άγγελε…», δυο ανάσες κοντές, «Καλησπέρα…. »
Νευρικό γέλιο. Πώς έγινε ξαφνικά η φωνή της τόσο ψιλή; Καταπίνει το σάλιο της.
Ένα βήμα ακόμη πιο κοντά. Βουητό στ’ αυτιά της, σαν μελτέμι. Οι άντρες δίνουν τα χέρια, κάτι λένε, μα εκείνη δεν ακούει. Ένα πελώριο βουητό στ’ αυτιά. Δεν ακούει. Εκείνος απλώνει τα χέρια προς το μέρος της. Μοιάζει μεγάλος εμπρός της, γίγαντας. Τα μαλλιά του κοντά, γκρίζα, αλλά τα φρύδια ακόμη σκούρα, δυνατά.
«Έλλη, Έλλη, Έλλη…», λέει μονότονα  καθώς την αγκαλιάζει, σαν να ξέχασε όλες τις άλλες λέξεις.
«Άγγελε, χρόνια…»
Κάθονται αντικριστά, εκείνη πλάι στον άντρα της, αυτός στην πολυθρόνα. Tα χέρια τους ξεχασμένα σε επαφή.
«Δεν άλλαξες καθόλου λοιπόν…»
«Έλα… Όλοι αλλάξαμε, Άγγελε! Μια ζωή είναι αυτή…»
«Ναι, αλλά τα μάτια μένουν πάντα τα ίδια», απαντάει εκείνος. Ένα μικρό γέλιο στην άκρη των ματιών του.
Ο Πέτρος σιωπηλός. Νιώθει την ένταση στην αύρα τους. Ανάβει τσιγάρο.
«Χάθηκες εντελώς. Εξαφανίστηκες. Τι κάνεις, πού βρίσκεσαι;», κάτι να πει η Έλλη, να ξαναβρεί τον έλεγχο.
«Ξέρεις, από τότε…, έγιναν πολλά. Έκοψα δεσμούς. Έφυγα στην Αμερική…».
«Εμείς, εδώ! Μας βλέπεις… μαζί. Ο Πέτρος στα δικαστήρια, εγώ στην Τράπεζα… Έχουμε και τρία παιδιά!». Με μιαν ανάσα η Έλλη σπεύδει να καθαρίσει το τοπίο.
Ο άντρας σκύβει ασυναίσθητα προς το μέρος της.
«Εγώ, τίποτα. Ένα διαζύγιο μόνο». Βεβιασμένο χαμόγελο. «Δεν ξέρεις τι βρήκα τις προάλλες… Το βινύλιο που μου χάρισες…  στα γενέθλια… Ψαχούλευα στο πατρικό μου, τώρα που γύρισα…»
«Ναι, θυμάμαι.  Ήταν και η τελευταία φορά που βρεθήκαμε όλοι μαζί…»
Η ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της δείχνει τώρα πιο βαθειά.
«Πού στην Αμερική; Νέα Υόρκη;», κόβει βιαστικά την κουβέντα ο Πέτρος. Αμηχανία που δεν κρύβεται.
Στο χώρο του πάρτυ δυναμώνει η μουσική. It’s raining men, Hallelujah!!. Φωνές, χειροκροτήματα. Η αδελφή της τής κάνει νοήματα από μακριά. «Έλα, λοιπόν, έλα!» Η Έλλη αρπάζει την ευκαιρία να πάρει ανάσα. Την πνίγει η δυσφορία του Πέτρου. Αφήνει τους άντρες με ένα βιαστικό «με φωνάζουν, έρχομαι, σε δυο λεπτά…».
Ο Άγγελος τον κοιτάζει κατάματα τώρα.
«Ξέρεις, φίλε, λίγο μετά από τότε, απομακρύνθηκα. Όχι ακριβώς γι αυτό…».
Τον κόβει ο Πέτρος, φωνή μεταλλική.
«Δεν είχες τα κότσια…»
«Έγινα συνένοχος, θέλεις να πεις… Να ξέρεις, το έβλεπα το ψέμα. Την γνώριζα καλά. Ήξερα ότι είναι ψέμα».
Συνένοχος. Λάθος λέξη, σκέφτηκε. Ένοχος!  Για το ψέμα που δέχτηκε. Για τη ζημιά που έκανε. Και την πλήρωσε. Μόνο αυτός. Μπορεί κι εκείνη. Ίσως.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/polymnia.kossoras?fref=ts
https://www.facebook.com/AnoxeidotiMnimi?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/anokseidwth-mnhmh.html

One Comment »

  1. ekmeko@gmail.com'
    Κωστας Εκμεκτσογλου 29/01/2014 at 22:01 - Reply

    Πολλυ , πολυ καλο , το εμβαθυνα και μου αρεσε ιδιαιτερα! Θυμησε και λιγο παρελθον. Ετσι υπηρξε σημαντικη συμμετοχη για καποιους αναγνωστες!

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *