«Το σπίτι του Φλόιντ» • Διονύσης Μαρίνος

Άνεμος Magazine 07/09/2013 0
To spiti tou floid
Μου τηλεφώνησαν από την εταιρία «Τα Χορδωτά είναι φίλοι μας».
Με ενημέρωσαν ότι είχα κερδίσει έναν χαμαιλέοντα ονόματι Φλόιντ.
Η φωνή της γυναίκας στο τηλέφωνο ήταν χλιαρή, σαν νερό αναμεμειγμένο με άλατα μπάνιου. Η πετσέτα στο κεφάλι μου έσταζε με μια ρυθμικότητα εξωφρενική. Μόλις είχα βγει από το μπάνιο, άρον – άρον, καθώς οι χτύποι του ασύρματου τηλεφώνου διαπερνούσαν σε ένταση, το τρεχούμενο νερό, τις απαλές νότες ενός τραγουδιού που έπαιζα στα χείλια μου, τις στριγκλιές της γριάς Παυλίνας στον από κάτω όροφο· τόσο δυνατά χόχλαζε, που ο φωταγωγός είχε γεμίσει από τις άφτρες της γλώσσας της.
Πάντα μου παίρνει λίγα λεπτά μέχρι να καταλάβω τι μου λέει ο άλλος. Είναι ένα χρόνιο πρόβλημα αντιληπτικής ικανότητας. Σαν μηχανισμός που λασκάρει κατά το δοκούν με μια απόχρωση κούρασης.
Μου εξηγεί με απρόσφορη λαχτάρα: «τι καλά, πόσο τυχερός είστε! Από πεντακόσιες συμμετοχές στον διαγωνισμό, το δικό σας όνομα ήταν αυτό που κέρδισε. Πρέπει να μακαρίζετε το καλό σας άστρο».
Μια νότα δυσθυμίας μπλεγμένη με έκπληξη διαπέρασε το ένα μου μάτι -το αριστερό, αν έχει σημασία- προσπέρασε τον λοβό του δεξιού μου αυτιού –αυτό λέγεται κίνηση διαγώνια- και σκάλωσε στην άκρη της γλώσσας μου.
«Διαγωνισμός; Ποιος διαγωνισμός; Δεν γνωρίζω για ποιο πράγμα μιλάτε. Εγώ δεν έχω πάρει μέρος σε κανέναν διαγωνισμό».
Ήχοι χαρτιών που τσαλακώνονται, δάχτυλα που ανοίγουν πτυχές σελίδων, ένα βράχνιασμα που μαρτυράει τέντωμα αγριμιού. Το αυτί μου, κολλημένο στο τύμπανο του τηλεφώνου, καταμετράει όλους τους ήχους που η γυναίκα, στην άλλη άκρη της γραμμής, αφήνει να ακουστούν με ευκρίνεια.
Μου διαβάζει καταλεπτώς όλα τα απαραίτητα στοιχεία, τα σχεδόν καταβολικά της ζωής μου. Όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, τηλέφωνο, διεύθυνση, όνομα συζύγου· λάθος, δεν έχετε σύζυγο, σωστά; Κατανεύω αθόρυβα και παραδόξως είναι σαν να το βλέπει. Νέο τρίξιμο χαρτιών, χειρονομίες άγρυπνης αφοσίωσης στο καθήκον, ελαφρύ βηχαλάκι λες και κατρακυλούν πορφυρά κοχύλια στον λαιμό της τηλεφωνήτριας.
«Τον λένε Φλόιντ».
«Ποιον λένε Φλόιντ;»
«Μα, τον χαμαιλέοντα που κερδίσατε».
«Δεν έχω όρεξη να αποκτήσω κανέναν χαμαιλέοντα».
«Δεν έχετε δίκιο, είναι πρώτης τάξεως επένδυση».
Τώρα είναι η σειρά μου να βήξω. Ραβδωτά. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό. Είναι πρώτη φορά που σκέφτομαι ότι ο βήχας μου πέρα από ήχο, έχει και σχήμα και υφή. Αν μπορούσα να τον απλώσω σε μια χαρτοπετσέτα, αυτό ακριβώς θα σχηματιζόταν: ένα ραβδωτό ρυάκι. Το παρακάμπτω και μπαίνω ξανά στο προκείμενο.
«Και λέτε πως είναι μια καλή επένδυση, ένας χαμαιλέοντας;»
«Το δίχως άλλο» συμπεραίνει αβίαστα.
Από τον  κάτω όροφο, η φωνή της γριάς Παυλίνας, ρίχνει παγωμένες βελόνες προς τα πάνω. Μόνο μην βγάλεις το κεφάλι σου στο παράθυρο· ο φωταγωγός αυτής της πολυκατοικίας, ώρες – ώρες, είναι σκέτο μακελειό.
Μετά κλείνω το τηλέφωνο και όλα επιστρέφουν σε μια γαλήνια αβεβαιότητα, σαν τσαλαπατημένα λουλούδια στη μέση του σαλονιού.
Η προσαρμογή ήταν πιο εύκολη από όσο νόμιζα. Εδώ και δύο μήνες, ζούμε αρμονικά με τον Φλόιντ, κάτω από την ίδια στέγη. Τρώω μακαρόνια, τρώει μύγες. Τα πακέτα τελειώνουν, πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ και αγοράζω καινούργια κάθε τρεις ημέρες. Τα έντομα δεν τελειώνουν ποτέ. Ο Φλόιντ δεν χολασκάει. Όλο και κάποιο κουνούπι βρίσκεται να διατρυπήσει το ήσυχο μεσημεριανό βλέμμα του. Δεν θα κουνηθεί από τη θέση του· ο Φλόιντ ξέρει· η βουβή αδράνειά του είναι μόνο ένα πρόσχημα. Το κουνούπι ανυποψίαστο κάνει βόλτες τριγύρω, πριν περιπέσει τον πράσινο όγκο του χαμαιλέοντα. Τι κρίμα! Από το βάθος της σπογγώδους γαλήνης του, ο Φλόιντ σχεδιάζει να εξαπολύσει ένα δρακόντειο χτύπημα που θα μετατρέψει το κουνούπι, σε άμορφη ύλη. Χλαπ, και η μακριά, παγωμένη γλώσσα του πετάγεται στον αέρα και εγκλωβίζει το θύμα. Είναι εύκολο, έχω μάθει να το κάνω κι εγώ με τα μακαρόνια.
Περνάμε καλά με τον Φλόιντ. Με παρατηρεί και τον παρατηρώ. Συμφωνούμε τα συμφραζόμενα των σιωπών μας. Το τελευταίο διάστημα αρχίζω να αναρωτιέμαι αν η δική μου σιωπή, έχει την αυθεντικότητα της δικής του.
Μου αρέσουν τα αβέβαια τολμήματα αυτού του ερπετού. Η σχολιαστική κίνηση της ουράς του. Το χαοτικό ημίφως των ματιών του. Όσο περισσότερο το παρατηρώ, τόσο περισσότερο ανακαλύπτω την αγνότητα της σοφίας του.
Κάθε μέρα αλλάζω μπλούζες κι όλες μου φαίνονται να είναι δέσμιες της ίδιας χρωματικής παλέτας· ότι και να φορέσω, στο τέλος καταλήγει να μοιάζει με σκοτωμένο γκρι.
Ο Φλόιντ έχει μεγαλύτερη ποικιλία να διαχειριστεί. Ξαπλωμένος στο πορτοκαλί ριχτάρι του καναπέ, μοιάζει με πορτοκαλόφλουδα. Σκαρφαλώνοντας στο ινδικό τραπέζι του σαλονιού, παίρνει μια απόχρωση ιδρωμένου μπαμπού που τσούζει τα μάτια. Ψηφίζω ως καλύτερη μεταμφίεση, τις καρό πτυχώσεις της πλάτης του, όταν αράζει στη τραπέζι της κουζίνας. Μόνο να ήξερε η μάνα μου, τι συμβαίνει πάνω στο αγαπημένο της τραπεζομάντηλο. Από την χαρά μου χειροκροτώ με απέριττο αυθορμητισμό.
Τέτοιου είδους οπτικές αυταπάτες, βαθιά ριζωμένες σε μιαν αντίφαση, λειτουργούν ευεργετικά στην -κατά τα λοιπά- αδιάφορη ζωή μου.
Αρχίζω να ρίχνω δίκιο στην άγνωστη τηλεφωνήτρια. Ένας χαμαιλέοντας είναι μια ακριβή επένδυση. Τα πράγματα τριγύρω μου δείχνουν απίστευτα αφυπνισμένα.
Με ανασαίνουν.
Το στοιχειώδες πρόβλημα όταν δεν έχεις κάποιον να του φορτώνεις καθημερινά την αντανάκλασή σου: δεν διαπιστώνεις άμεσα, τις αλλαγές που γίνονται πάνω σου. Ένα φρύδι σηκωμένο, ένα κρεμαστό χείλος, ένας πρησμένος αδένας, τα γένια που απλώνονται κατά μήκος του πηγουνιού· αυτές είναι εικόνες που ξεχειλίζουν ειλικρίνεια και γίνονται εύκολα αντιληπτές, με μια απλή, σχεδόν ερασιτεχνική, διόπτευση του ειδώλου σου στον καθρέφτη. Τι γίνεται, όμως, όταν ο ένας σου βραχίονας αρχίζει να παίρνει το χρώμα της γαρδένιας, τη στιγμή ακριβώς που την αγγίζεις; Ποιος μπορεί να σε πληροφορήσει όταν τα δάχτυλά σου αποκτούν το γλαυκό περίγραμμα της κουρτίνας, καθώς την τραβάς για να κλείσει;
Στην αρχή με έπιασε πανικός που μεταβλήθηκε σε κρύο ιδρώτα και στη συνέχεια κατέληξε σε μια σειρά άρρυθμων χτύπων, από σπασμένο τύμπανο. Η περίπτωσή μου καταγράφεται ως: οπτική αγνωσία. Τουτέστιν: αδυνατώ να ξεχωρίσω τα αντικείμενα. Είμαι ένα αντικείμενο που δεν γνωρίζω.
Ο Φλόιντ με κοιτάζει με απάθεια και κάπου στο βάθος του ακίνητου βλέμματός του, διακρίνω ένα ξύσμα περιπαιχτικού γέλιου. Στο μεταξύ τρώει μύγες ακαταπαύστως κι εγώ μακαρόνια.
Τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Η επιδείνωση ακολουθεί τους ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Ένα βράδυ η γριά Παυλίνα άρχισε να ουρλιάζει σαν υδραυλικό ασανσέρ που χάλασαν οι ιμάντες του και πέφτει στο κενό. Βγήκα στον φωταγωγό και την διαολόστειλα. Πόσο το χάρηκα!
Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και η γριά μέγαιρα μού χτυπούσε την πόρτα με τις γροθιές της. Ο πολυκαιρινός ίλιγγος του κορμιού της κατέληγε σε βίαια κροταλίσματα, ικανά να μου γκρεμίσουν το σπίτι.
Της άνοιξα· είχα σκοπό να τα πω μια και καλή μαζί της.
Αντί, όμως, να αρχίζει να με λούζει με βρισιές και να με φτύνει με την φαφούτικη έχθρα της, έμεινε παγωμένη στην είσοδο με ένα κενό λαχτάρισμα στα μάτια. Έμεινα να την κοιτάζω. Το ίδιο και ο Φλόιντ. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας: εγώ, η γριά, ο Φλόιντ. Η δική της ματιά, πάντως ήταν καρφωμένη μόνο στο ερπετό, λες κι εγώ δεν υπήρχα. Να τρόμαξε στη θέα του χαμαιλέοντα; Μα, τον είχε ξαναδεί. Μάλιστα πριν από μια εβδομάδα μου είχε φέρει μια σακούλα με σκοτωμένες μύγες. Τι αβρότητα, Θεέ μου!
Άπλωσε τα χέρια της σαν υπνοβάτης και άρχιζε να ματίζει τον αέρα που μας χώριζε. Εκείνη, όμως, δεν έβλεπε κανένα χάσμα, ή, μάλλον, δεν με έβλεπε καθόλου.
«Που είσαι, βρε αναθεματισμένε; Που είσαι, βρε ζωντόβολο;». Τα χέρια της να σκάβουν την μεταξύ μας απόσταση που ολοένα και μίκραινε. Λίγο ακόμα και να με άγγιζε με τα ακροδάχτυλα. Σκέφτηκα προς στιγμήν: η γριά τα έχει χάσει τελείως. Κι όμως, χαιρέτησε τον Φλόιντ, σήκωσε το πακέτο με τα τσιγάρα μου που είχαν πέσει στο πάτωμα, έβαλε για τον εαυτό της ένα ποτήρι νερό. Οι κινήσεις της ήταν ολότελα λογικές· ένα εμφανές μοτίβο καθημερινών κινήσεων. Τα πάντα, πάνω της, λειτουργούσαν στην εντέλεια. Κάποιος που έχει χάσει την όρασή του, θα είχε σπάσει τα μούτρα του· εκείνη, όχι.
Ήταν φανερό: δεν με έβλεπε, και δεν έβλεπε γιατί δεν φαινόμουν.
Περίμενε άλλα πέντε λεπτά για να εμφανιστώ, αλλά τίποτα. Εγώ να της λέω «εδώ είμαι, δίπλα σου», αλλά εκείνη να νομίζει πως την περιπαίζω. Στο τέλος δεν άντεξε και έφυγε κακήν κακώς αφήνοντας πίσω της μια ασυννέφιαστη οργή.
Ο Φλόιντ ήρθε προς το μέρος μου, υπερβολικά συγκινημένος: δεν μπορούσε να μαζέψει τη γλώσσα του από την χαρά του. Κούρνιασε στα πόδια μου και αποκοιμήθηκε.
Εγώ, ακόμα, δεν υπήρχα. Κι εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Ήταν η σειρά μου να πάρω τηλέφωνο.
Αυτό το πράγμα πρέπει να σταματήσει εδώ· όσο είναι ακόμα καιρός.
Η τηλεφωνήτρια με θυμήθηκε. Ο «κύριος του Φλόιντ»: αυτή ήταν η νέα ιδιότητά μου.
«Περί αυτού πρόκειται» την ενημέρωσα αμέσως.
«Βεβαίως, σας ακούω. Όλα καλά με τον Φλόιντ;»
«Χμ, τίποτα δεν πηγαίνει καλά με τον Φλόιντ».
Ούτε βήχας, ούτε τριξίματα, αυτή τη φορά με ακούει με προσοχή σαν να πρέπει να υπερπηδήσει έναν ψηλό φράχτη στο σκοτάδι. Της εξηγώ με κάθε λεπτομέρεια τι ακριβώς μου συμβαίνει. Δεν φαίνεται να παραξενεύεται. Τίποτα το ανατριχιαστικό δεν σκιάζει την παγωμένο λακωνισμό στις απαντήσεις της: ένα «ναι» εδώ, ένα «κατάλαβα» εκεί και στο τέλος ένα συμπαθές «χμ, χμ, χμ».
Δεν μπορώ να βγάλω νόημα. Διατείνεται δεν τους έχει ξανατύχει τέτοια περίπτωση. Δεν φέρουν ευθύνη, ο νόμος του καλύπτει, το ερπετό ανήκει στη δική μου δικαιοδοσία και στο τέλος – τέλος, ο Φλόιντ, είναι μια πραγματική επένδυση.
Έκλεισα το τηλέφωνο βρίζοντας. Μια ουλή σχηματίστηκε στην άκρη του στόματός μου, αλλά τι λέω; Μήπως και μπορώ να την δω; Απλώς την αισθάνομαι να απλώνεται κατά μήκος του κεφαλιού μου. Στον καθρέφτη φαίνεται μόνο μια κινούμενη μάζα στο χρώμα του χαλιού μου. Αν αλλάξω το χαλί, ένα καινούργιο χρώμα θα εισβάλλει πάνω μου. Ο Φλόιντ με κάνει χάζι.
Εδώ και καιρό έχει βαρεθεί τις μεταμορφώσεις· παραμένει σταθερά πρασινωπός.
Πού και πού πιάνει και καμία μύγα, έτσι, για να μην ξεχνιέται. Στην πραγματικότητα του έχει κοπεί η όρεξη. Του φτάνει η αυτάρκεια της ύπαρξής του.
Από χθες μου μαθαίνει να απλώνω μαστιγωτά τη γλώσσα μου. Πάντα χρειαζόταν έναν βοηθό στο σπίτι του.
Δεν είναι δύσκολο όσο φαίνεται. Χρειάζεται τεχνική την οποία και κατακτώ με χαρακτηριστική ευκολία. Καμιά φορά η γλώσσα μου μοιάζει με χρυσωπό σιρίτι που χορεύει στον αέρα. Τι τέλεια κατασκευή.
Ανοίγω την πόρτα διάπλατα: βλέπω τις μύγες να μπαίνουν με σκοτεινή ικανοποίηση στο σαλόνι. Που να ήξεραν τι τις περιμένει.
Ο Φλόιντ, με αφοσίωση δασκάλου, μου δείχνει τι να κάνω.
Συγκατανεύω πειθήνια.
Ιδού: Χλαπ.
• Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/dimarinos?fref=ts
http://adespotosskylos.blogspot.gr/
• Αναζητήστε τα βιβλία του:
«Χαμένα κορμιά» (εκδόσεις Τετράγωνο)
και «Τελευταία πόλη» (εκδόσεις Γαβριηλίδη)

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *