«Αυτή που ευνούχιζε τους άντρες» • Θεόδωρος Πάλλας

Άνεμος Magazine 05/09/2013 0

Auth pou evnouxize

«Τα λουλούδια μαραίνονται, μα όχι η ομορφιά σου». Ήθελε να της πει. Μετά σκέφτηκε τι μπούρδες ήταν ετούτες. Στη συνέχεια ξενύχτησε με ένα μολύβι κι ένα μπλε τετράδιο γράφοντας λόγια που πίστευε πως θα σηκώσουν τον άνεμό του και θα της τον φέρουν στο προσκεφάλι της. Εκείνη θα αναρριγήσει, θα ξεπηδήσει και θα απλώσει όλες της τις αισθήσεις. Θα νιώσει το άρωμά του και την αγάπη του.
Στο όνειρό του έστεκε αντίκρυ του. «Πόσοι άντρες να προσπάθησαν να κλέψουν έστω ένα φως από τα μάτια σου;» τον άκουσε. «Όλους τους άντρες της ζωής μου τους ευνούχισα». Την άκουσε. Τρόμαξε.
Ξενύχτησε και πίστεψε πως θα ήταν μια διάφορη η άλλη μέρα.
Στη δουλειά την είδε. Αλλιώς ωραία. Είχε το χαμόγελό της και το πρόσωπο αυτής που ονομάτιζαν «η Παριζιάνα». Προσπάθησε να δει μέσα της. Να δει αν απλά του χαμογελούσε όπως κάθε μέρα ή αν το χαμόγελό της έκρυβε μιαν μικρή της πίστη. Πίστη στον έρωτά του. Της μίλησε. Αυτή απλά φτιασίδωσε τα μαλλιά της. Τον κοίταξε βαθιά του. Ποτέ δεν μπόρεσε να δει τα μάτια της γιατί δάκρυζε. Τρόμαζε με την ανημποριά του. Σαν την κοιτούσε στα μάτια, κι αυτό μην θαρρείς, για δευτερόλεπτα, μπέρδευε τα λόγια του. Τις ενοχές του. Για ό,τι έπλαθε. Προτιμούσε και κοιτούσε έξω το φως. Εκείνη γέλασε. Πήρε τον αγέρα της και κύλησε δίπλα. Άφησε την τσάντα της. Εκείνη με το τρεμουλιαστό λαιμό. Το αποφάσισε. Έκοψε δυο γαρδένιες και τις έβαλε στην καρδιά της.
Γύρισε. Αυτός κοιτούσε έξω και προσπαθούσε να μετρήσει τις δυνατότητες του ανέμου. Κάποια στιγμή την άκουσε. «Εσύ έβαλες τις γαρδένιες στην τσάντα μου;». Κοίταξε τα πόδια του. «Δεν ανοίγω ξένες τσάντες», αποκρίθηκε την αλήθεια. Η τσάντα είχε μια σχισμή να δέχεται τις ερωτοτροπίες του ήλιου και των αστεριών τη νύχτα. Τρόμαξε με τα λόγια του. Με το κόκκινό του. Ξανακοίταζε τον ήλιο. Ήταν λιγότερο δύσκολο από το να δει τα μάτια της.
Στο σπίτι κενός. Δεν ήθελε να σκεφτεί τίποτε. Δεν ήθελε να καταστρώσει άλλα σχέδια, σίγουρα ναυαγισμένα. Δεν είχε με τι άλλο να ασχοληθεί. Μήνες πεταγμένος στα μάτια της. Στη μορφή της. Άρρωστος ή αρρωστημένος; Πού διαφέρουν οι δυο λέξεις; Κενός ή με όνειρα απραγματοποίητα. Μήνες γυρόφερνε σε λόγια που ήταν βέβαιος πως δεν θα μπορούσε να πει. Σε έναν πίνακα, το δικό της, που ποτέ δεν θα μπορούσε να τελειώσει.
Την άλλη μέρα στη δουλειά δυο γαρδένιες κιτρινιασμένες πίσω από το γραφείο του. Τις μάζεψε και τις πέταξε μέσα του.

• Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/theopallas?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/anepaisthiti-prosvoli.html

• Το πρώτο μυθιστόρημα του Θόδωρου Πάλλα με τίτλο «Ανεπαίσθητη προσβολή», κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία με τον «Άνεμο».

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *