«Μη χάσεις με τίποτα αυτό το μπλε» • Γιάννης Φιλιππίδης

Άνεμος Magazine 02/07/2013 0

mi xaseis me tipota

Τελευταία πρωινά του Αυγούστου, χτες η μέρα κύλησε συνοδεία ενός μουλωχτού δροσερού ανέμου, που έρχεται χθόνια απ’ την  κουΐντα, όπου περιμένει υπομονετικά το φθινόπωρο για να κάνει το νούμερο του. Κορινθιακός, απλωμένα διαδοχικά χωριά πλάι στη θάλασσα, μεσήλικες κυρίες σιγουρεύουν ένα ζακετάκι στον ώμο, όταν ξεπορτίζουν χάριν κοινωνικότητας αργά τ’ απογεύματα ή συνοδεύουν τη συντροφιά τους για τσιπουράκι με διαλεγμένο ελληνικό μεζέ στα μουγγά, αλλά κι ευνόητα των δραστηριοτήτων τους.

Σήμερα πάλι τα πετεινάρια του χωριού φέραν με το πρώτο καφέ, μια ψύχρα ανοίκια, ο ήλιος όμως ζέστανε τις μελαγχολικές σκέψεις των προηγούμενων ημερών. Σε μια μακριά ξύλινη αναπαυτική σεζλόνγκ -σκέτη χλιδή- καταφεύγεις, ψάχνοντας, σα παιδί που απαιτεί επίμονα το παιχνίδι του, έτσι και συ: αναζητάς το καλοκαίρι που χλώμιασε μέρα με τη μέρα, θες να το συγκρατήσεις με τα δόντια θαρρείς, έτσι όπως κάνεις καλή ώρα με το καλαμάκι του παγωμένου σου εσπρέσο.

Μια εποχή που έφερε περνώντας διαδρομές που χάραξες στο νου να κάνεις κι άλλες πολλές που δεν προβλέπονταν. Ναύπλιο, Κέρκυρα, Καλάβρυτα, Επίδαυρος, Κορινθία. Όπου πρόλαβες πήγες.  Σήμερα αποχαυνώνεσαι στην ακρογιαλιά ενός τυχαίου πρωινού μιας εβδομάδας, που ξενοικιάζει τα καταλύματα των παραθεριστών, μαζεύει σιγά σιγά μέσα τα κεφάλια, επανασυντονίζει, ανυπομονεί να μας επαναφέρει πίσω στα μικρά καθημερινά βασανάκια μας.

Εσύ πάλι, τεντώνεσαι νωχελικά απολαμβάνοντας τον ήλιο κι ό,τι εισπνέεις από ιώδιο και υγρασία από κύμα κατσαρό. Στο νερό δεν ξέρεις αν θες να μπεις περισσότερες από μια φορές, όπως συνήθιζες στις ζέστες. Θες να ξεμείνεις εκεί, στο ασταμάτητο χάδι  του ανέμου, που αγκαλιάζει παλμικά κι αδιάκοπα το μαυρισμένο δέρμα σου. Παιδιά από μακριά, ξεφωνίζουν ρυθμικά και σπαρταράνε από ενθουσιασμό κάθε φορά,  που πετάγονται ψηλά, εκμεταλλευόμενα την ορμή του κύματος και μια μερίδα από δική τους τσαχπινιά.

Τότε χαμογελάς, υπόσχεσαι να μην ξεχάσεις τη στιγμή, όταν το βράδυ αρχίσει να ‘ρχεται νωρίτερα πιο φανερά. Να καταγράψεις ανεξίτηλα εντός σου αυτό το μπλε, που απλώνεται σε διαμήκεις σινεμασκόπ λωρίδες διαφορετικών υφών και αποχρώσεων. Γαλάζιο ανακατεμένο άναρχα με αφρισμένο λευκό, αγκαλιάζει τους καλόπιστους λουόμενους. Βαθύτερα σκουραίνει απότομα σε πέλαγο, ώρες και στιγμές ξεχνιέσαι με τα μάτια  να μην συνειδητοποιούν, πως ατενίζουν στον ορίζοντα το ακρωτήρι του Ηραίου ναού κι έχεις την αστήρικτη βεβαιότητα ότι απ’ ώρα σε ώρα θα εμφανιστεί να πλέει ένα παμπάλαιο ξύλινο καΐκι από σκούρο πεύκο που κόπηκε χωρίς φεγγάρι, κατά την παλιά συνήθεια που υποδεικνύει να ‘χουν κατέβει οι χυμοί του δέντρου, ν’ αποδειχτεί αγρίμι το σκαρί στα χρόνια.

Και με το βλέμμα  να χαϊδεύει τις κορυφογραμμές του απέναντι βουνού, παίρνεις και ξετυλίγεις στάσεις κι εικόνες, πόλεις κι ανάσες, καράβια και δρόμους επαρχιακούς από γδαρμένη άσφαλτο, που σπείρανε σε διαδοχή φιδίσια ανάμεσα στα δέντρα οι άνθρωποι. Απομεσήμερο κάτω απ’ τον πλάτανο στο Ναύπλιο, διείσδυση στο σπήλαιο των Λιμνών. Εκεί όπου οι σταγόνες των αιώνων, γλύφουν αγαλματένια υγρά παλάτια, που κρέμονται από πάνω σου, πιο ασφαλή και στέρεα απ’ τη δική σου υπόσταση την ίδια. Πέστροφα φρέσκια κι η ντομάτα νόστιμη από χωράφι κοντινό, τραπέζι με άξιους φίλους στο Πλανητέρο όπου καταφεύγεις να γλιτώσεις απ’ το ιδρωμένο μεσημέρι. Ένα ματσάκι χλωρή λεβάντα από κείνο το γλυκό κορίτσι, που πούλαγε μέλια κι ελληνικά μπαχαρικά πλάι στο ποτάμι. Κρατάς τη θάλασσα στην Κέρκυρα, την καταπράσινη. Μια μόνιμη παραθαλάσσια ξαπλώστρα στη δυτική πλευρά. Αριστερά δεξιά, εκατοντάδων μέτρων ακρογιαλιά, απάτητη απ’ τα πλήθη. Το κύμα, ωκεάνιο για τα ελληνικά τα μήκη κι ωστόσο εσύ, να θες να μπαίνεις και να βγαίνεις συνεχώς. Ν’ αγκαλιάζεις τη δροσιά με τη λαχτάρα. Πίσω σου η γη, να σταματά απροειδοποίητα, κατακρημνιζόμενη σε μικρούς χωμάτινους όγκους από μαλακό χώμα και νωπό σχεδόν άργιλο που σμίγουν ομαλά με την αμμουδιά, που δέχεται το επεκταμένο κύμα με ειρήνη και καθόλου αμυντικά, αλλάζει τα περάσματα της άμμου, μετατρέποντας την ακτή, σε μια φιλόξενη πελαγίσια γούρνα.

Κρατάς ακόμα ένα δωμάτιο, που χόρταινε μενεξεδί ηλιοβασίλεμα και ήχους μακρινούς από παιχνίδια παιδικά, δίπλα στη θάλασσα, μία στιγμή πριν αποκοιμηθείς. Γνωρίζεις κι εκτιμάς έναν απογευματινό περίπατο με κουβεντούλα έξω από το θέατρο στην Επίδαυρο, χασομερώντας τόσο, όσο να μείνει ώρα να προφτάσεις μια ξεκούραστη βουτιά πιο παραλιακά, λίγο πριν πέσει οριστικά το φως. Αλλά στην Κέρκυρα επιστρέφεις, να δοκιμάσεις σοφρίτο απ’ τα χέρια της Βασίλως στη Λευκίμμη, που ξέρει κι ακουμπάει εγκάρδια σ’ ολωνών τα μυστικά ή κοκοράκι  παστιτσάδα απ’ τη Σοφία στο Πεντάτι, που ‘χει κάνει τους τουριστικούς οδηγούς να παραμιλούν γλυκά.

Γυρνάς πλευρό στη χαλαρή σεζλόνγκ κι η μυρωδιά των φαγητών ανακατεύει συνειρμούς από μακριά. Κοίτα πως σμίγουνε  γλυκά τα καλοκαίρια έτσι όπως λιώνουν μέσα σου στο πέρασμα των χρόνων. Να δραπετεύεις για το χατίρι ενός παράθυρου ανοιχτού που βλέπει την καλντέρα. Ή για μια δύση στη Φολέγανδρο, με ζώα ελεύθερα που χαζοπαζαρεύονται στο γέρμα, αποθυμώντας το νερό, που λείπει από αιώνες. Νοικοκυρές στη Σίκινο, που σιγοτραγουδάνε πλάι στα κατσαρολικά, την ώρα που ετοιμάζουνε το βραδινό κι είναι εσφαλμένα σίγουρες, πως δεν ακούει κανείς.

Τη βαμβακένια ομίχλη απ’ το πούσι στο Ημεροβίγλι ονειρεύεσαι και στο Φηροστεφάνι έναν καφέ στον Ανεμόμυλο. ¬Ή κατασκήνωση των φίλων, σε έναν όρμο της Αστυπαλιάς, έναν κολπίσκο φίσκα από στριφτά και μικροσκοπικά κοχύλια, που αγαπάς και κλέβεις ανενδοίαστα, πριν επιστρέψεις στον ερχόμενο χειμώνα. Να ‘χουν οι διαφυγές σου, το κατάλληλο φετίχ, να κουβαλούν μια στάλα ήχο, ίσως κι οσμή. Να επανασυντονίζεσαι στα όμορφα και τ’ ακριβά…

Ακόμα και τα χαρακτηριστικά σου αλλάζουνε τα καλοκαίρια, το ‘ξερες; Είναι ο δρόμος, αυτός που ξεκουρδίζει το ρολόι, το ‘χες ανάγκη, αλλά σκεφτόσουν χίλια δυο, δεν έφευγες. Βουτάς ωστόσο καίρια σε μία καρτ-ποστάλ κι αλλάζεις τόπο, η φλέβα ξαναβρίσκει μέρα τη μέρα το σωστότερο σφυγμό, χαμογελάς με ειλικρίνεια. Εδώ θέλεις να μείνεις διαρκώς, αυτό δε γίνεται συνήθως. Αλλά το θερινό σου στάσιμο, σε ξαποσταίνει. Καλλιεργεί εμπνεύσεις, σου δείχνει πόσο ασήμαντα αξίζει να σου φαίνονται, πολλά απ’ τα τρέχοντα. Σε θες εκεί κι αρπάζεις όσα περισσότερα κομμάτια από το παζλ, που σε βοηθά να μην ξεχνάς. Να στρώνεις έντεχνα την άμμο σου, να βρίσκεις θάλασσα να περπατάς κάποιες στιγμές, έστω και νοητά. Λίγο νομίζεις είν’ αυτό;
Επισκεφτείτε τη Σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη:
https://www.facebook.com/pages/Γιάννης-Φιλιππίδης/106119902779487

πρώτη δημοσίευση: www.myLady.gr

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *