«Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε» (εκδ. Καστανιώτη) του Καμίλο Χοσέ Θέλα | Γράφει η Βάσω Ζαφειροπούλου

Άνεμος Magazine 10/05/2019 0

«Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του μεγάλου αυτού Ισπανού συγγραφέα που το έγραψε σε ηλικία μόλις 26 χρόνων και εντυπωσίασε αμέσως χάρη στην απίστευτη αφηγηματική του δεινότητα, το λεπτό χιούμορ και την τρυφερή του ειρωνεία. Ανατρεπτικός, σαρκαστικός, αλλά εξαιρετικά κομψός στο λόγο του, φιλοσοφημένος αλλά και πραγματιστής, μπήκε αμέσως στα βαθιά. Το θέμα του: το σπίτι, η οικογένεια! Ο πατέρας, η μητέρα, τα αδέλφια, η σχέση μεταξύ τους, η εξέλιξή τους, κι όλ’ αυτά σε μια εποχή βαρβαρότητας και βίας, όπου τα συναισθήματα δεν έχουν το δικαίωμα να φανερωθούν στις αληθινές τους διαστάσεις, αλλά αλλάζουν μορφή κι εκδηλώνονται με βάναυσο τρόπο, επειδή η κοινωνικοπολιτική δομή θέλει τον άνθρωπο θύμα της. Ο Θεός παίζει πρωταρχικό ρόλο, αλλά ερμηνεύεται απ’ τον καθένα σύμφωνα με το μυαλό του. Θεός και μοίρα ταυτίζονται και η μοιρολατρία κυριαρχεί. «Ας γίνει το θέλημά του!»

Το μυθιστόρημα αυτό έδωσε μεγάλη ώθηση στην ισπανική λογοτεχνία. Αποτελεί ηθογραφία της εποχής. Ένας κόσμος αγροτικός, σχεδόν πρωτόγονος, πάμπτωχος που ζει σε συνθήκες άγριας βίας αναδύεται απ’ τις σελίδες του μυθιστορήματος. Ο Θέλα περιγράφει τη βαρβαρότητα με απίστευτο σεβασμό στην ανθρώπινη φύση που πασχίζει να βρει ένα δρόμο προς το φως, ο οποίος τελικά και δεν έρχεται. Μίσος, εκδίκηση, θάνατος καταπίνουν και τον Πασκουάλ που δεν αγωνιζότανε για τίποτ’ άλλο παρά για την αγάπη! Μια ύπαρξη που πάλεψε για μια ζωή με κάποιο περιεχόμενο, αλλά που, αντί γι’ αυτό, βρέθηκε, τελικά, με το μαχαίρι της εκδίκησης στο χέρι.

Αφηγητής είναι ο ίδιος ο Πασκουάλ που μας μιλάει με την απλή, ανεπιτήδευτη γλώσσα του αμόρφωτου ανθρώπου που έχει επίγνωση της αδυναμίας του να εκφράσει βαθιά συναισθήματα και περιγραφές απαιτητικές. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό! Μας περιγράφει το χωριό του-στην επαρχία Μπανταχός-με παιδική αφέλεια-περιγραφές ασύγκριτες! Φτώχεια και κακομοιριά παντού, αλλά…υπήρχε και το αρχοντικό του δον Χεσούς που αυτό ξεχώριζε, γιατί ο ιδιοκτήτης του ήταν πλούσιος! Το δικό του σπίτι, όμως, έξω απ’ το χωριό, ήταν άθλιο, εκτός απ’ την κουζίνα. Ψάρεμα και κυνήγι ήταν οι μοναδικές τους ασχολίες. Ο πατέρας του πορτογάλος-παραδοσιακός, άγριος, τραχύς, με παλιά καταδίκη για λαθρεμπόριο- κι η μάνα του με κακιά γλώσσα, άσχημη, μπεκρού, μουστακαλού. Οι δυο τους τσακώνονται διαρκώς κι ο Ντουάρτε δεν έπαιρνε θέση, για να μη τις τρώει απ’ τον σκληρό πατέρα που όμως επέμενε πως ο γιος του έπρεπε να μορφωθεί. Η μητέρα του όμως δεν πίστευε στα γράμματα κι έτσι ο μικρός σταμάτησε το σχολείο στα δώδεκα.

Η κατάσταση άλλαξε στο σπίτι με τη γέννηση της Ροσάριο, της αδελφής του, που, ενώ ο πατέρας δεν την ήθελε στην αρχή, έγινε στη συνέχεια δούλος της. Και η μικρή βασίλευε στο σπίτι, ώσπου άρχισε να δείχνει τον κακό της χαρακτήρα. Έκλεβε, έπινε, ραδιουργούσε με τη μάνα και στα 14 της ξεπόρτισε. Όποτε αρρώσταινε όμως εύρισκε εύκολα το δρόμο για το πατρικό, αλλά πάλι έφευγε για μήνες, μέχρι που γνώρισε τον Εστιράο, ένα ομορφόπαιδο.

…Το αγαπημένο του επάγγελμα ήταν η μάπα του, γιατί καθώς οι γυναίκες, έτσι πετεινόμυαλες, τον συντηρούσαν, ο τύπος προτιμούσε να μην εργάζεται, πολύ άσχημο πράγμα νομίζω, ίσως γιατί εμένα δε μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να το κάνω.

Νταβατζής, λοιπόν, ο Εστιράο της παίρνει τα λεφτά κι ο Ντουάρτε, σαν καλός αδελφός, που, παρ’ όλο το ποιόν της αδελφής του,  την αγαπάει, τού τρίζει τα δόντια σε μια συνάντησή τους. Ο Εστιράο τον προσβάλλει κι ο Πασκουάλ δεν το ξεχνάει αυτό ποτέ, αν και… είναι καλός χριστιανός. Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μάς το επαναλαμβάνει συχνά αναφερόμενος σε όλους!! Ο Θεός πλανιέται ελεύθερα και ερμηνεύεται κατά το δοκούν!!
Εν τω μεταξύ, ο πατέρας μπεκρουλιάζει κι η μάνα ξενοκοιμάται με τον σενιόρ Ραφαέλ με συνέπεια να γεννηθεί ο Μάριο!! Ένα παιδάκι ανάπηρο, δυστυχισμένο, χαζό, που κυλιόταν εγκαταλειμμένο και βρώμικο μέσα σε πόνους και ουρλιαχτά, σαν τρελό. Ο πατέρας συμβαίνει να πάθει ξαφνικά λύσσα και πεθαίνει, κλεισμένος σ’ ένα ντουλάπι για να μην τους δαγκώσει! Λίγα χρόνια μετά, τον ακολουθεί και ο Μάριο-στα δέκα του μαρτυρικά χρόνια- που έπεσε σε μια κούπα λάδι και πνίγηκε! Αυτός κι η Ροσάριο κλάψανε πικρά για το θάνατο του αδελφού τους, που τον συμπονούσαν και τον αγαπούσαν, αλλά η μάνα όχι.

…Γυναίκα που δεν κλαίει είναι σαν τη βρύση που δεν
έχει νερό, δε χρησιμεύει σε τίποτα, είναι σαν το πουλί που δεν τραγουδά γι’
αυτό ο Θεός δεν του δίνει φτερά.

Από τότε ξεκινάει να μισεί θανάσιμα ο Ντουάρτε τη μητέρα του.

….Δεν υπάρχει χειρότερο μίσος απ’ το οικογενειακό… Γιατί
μισεί κανείς με περισσότερη δύναμη αυτόν που του μοιάζει.

Η κηδεία του Μάριου φτωχική και θλιβερή, όπως παλιότερα και του πατέρα του. Παρούσα και η Λόλα, μια πανέμορφη συγχωριανή του που την κρυφαγαπούσε, αλλά δεν τολμούσε να της το πει. Μετά την τελετή κι όταν όλοι είχαν φύγει, αυτός και η Λόλα χάρηκαν τον έρωτά τους, εκεί, στο νεκροταφείο, πάνω στο χώμα.

«Δε μοιάζεις του αδελφού σου!…. Είσαι άντρας!» συμπεραίνει η Λόλα και τον τρελαίνει.

Έτσι, η ζωή του τώρα μπαίνει σ’ ένα δρόμο. Η Λόλα μένει έγκυος, οπότε αποφασίζεταιο γάμος. Αρχίζει να κάνει σοβαρές σκέψεις-είναι ήδη 28 χρόνων- έχει, βέβαια, και τις αμφιβολίες του, αλλά ο γάμος γίνεται με επιτυχία και το ερωτευμένο ζευγάρι πάει γαμήλιο ταξίδι στη Μέριντα, όπου και ζει βασιλικά ξοδεύοντας τις οικονομίες του. Αγοράζουν και διάφορα τζέντζελα και γυρίζουν πάνω στη φοράδα με μεγαλοπρέπεια, οπότε οι χωριανοί τούς χαιρετούν με σεβασμό. Φτάνοντας, η Λόλα πήγε στο σπίτι τους, αλλά εκείνος στην ταβέρνα για να τα πιει με τους φίλους του. Εκεί, πάνω σε παρεξήγηση με τον Ζαχαρία τον μαχαιρώνει στον ώμο! Παρέα με τους στενούς του φίλους γυρίζει ξημερώματα στο σπίτι του, όπου μαθαίνει απ’ την κυρία Ενγκράτεια, τη μαμή, ας πούμε, του χωριού, πως η Λόλα απέβαλε. Τρελός από πίκρα, ορμάει στο στάβλο και μαχαιρώνει τη φοράδα που τη θεωρεί υπεύθυνη γιατί είχε πετάξει τη γυναίκα του απ’ την πλάτη της. Πάνω στο χρόνο, όμως, η Λόλα ξαναμένει έγκυος και τότε αρχίζει μια περίοδος καβγάδων ανάμεσα σε κείνον, τη γυναίκα του και τη μάνα του. Ο φόβος της αποβολής τον κάνει έξαλλο. Ώσπου η Ενγκράτεια βάζει τα πράγματα στη θέση τους και ο γιος έρχεται στην ώρα του φέρνοντας την ευτυχία στο ζευγάρι! Εν τούτοις, πέρα απ’ τις άπειρες φροντίδες για το νεογέννητο, άσχημα προαισθήματα τυλίγουν τον Ντουάρτε. Το ζευγάρι ζει μια πρωτόγνωρη αγωνία για το μέλλον του μωρού. Και πράγματι, λίγο καιρό μετά, ο Πασκουαλίτο φεύγει από τη ζωή αυτή, γιατί άρπαξε κρύωμα. Ακολουθεί ένα διάστημα απόλυτης δυστυχίας, κατά το οποίο οι τρεις γυναίκες της ζωής του-η μάνα του, η γυναίκα του κι η αδελφή του- στέκουν δίπλα του, αλλά οι δύο τον κατακρίνουν και τον κατηγορούν ασταμάτητα, ενώ η Ροσάριο του συμπαραστέκεται με αγάπη. Το μίσος του θεριεύει γι’ αυτό αποφασίζει να φύγει.

Φεύγει σαν επαίτης με τραίνο για τη Μαδρίτη. Κάνει γνωριμίες και πιάνει κατάλυμα. Ξοδεύει διασκεδάζοντας και προσπαθεί να καταλάβει τη νοοτροπία των ανθρώπων των πόλεων.

…Ωραία πλάκα κι αυτή! Αν εμείς οι χωριάτες είχαμε τα κουσούρια των ανθρώπων των πόλεων, οι φυλακές θα’ ταν ερημωμένες σαν ξερονήσια.

Από κει, πάει στην Κουρούνια με προορισμό την Αμερική. Όταν όμως διαπιστώνει πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, δουλεύει, όπου βρει, για να μαζέψει χρήματα. Στο τέλος, απογοητευμένος, αρχίζει να νοσταλγεί το χωριό του. Κι έτσι επιστρέφει μετά από δύο χρόνια.

Η γυναίκα του τον υποδέχεται τρυφερά, μετανιωμένη για το παρελθόν, μερικές μέρες περνάνε σχεδόν ειδυλλιακές, αλλά στο τέλος του αποκαλύπτει μέσα σε κλάματα και οδυρμούς πως περιμένει παιδί και τον παρακαλεί να το κρατήσει. Αυτός αρνιέται.

….Δεν ήμουνα κακός-ο Θεός το ξέρει καλά-, αλλά έχει κανείς τις αρχές του, είναι δεμένος με τις συνήθειες όπως ο γάιδαρος στο παχνί. Αν η αντρική μου τιμή μπορούσε να το συγχωρέσει, θα το’ χα συγχωρέσει, όμως ο κόσμος είναι όπως είναι και το να βαδίζεις ενάντια στο ρεύμα είναι χαμένος κόπος.

Τα κλάματα και τα παρακάλια της Λόλας τον κάμπτουν, όχι για πολύ, όμως, γιατί κάτω απ’  την πίεσή του εκείνη του φανερώνει τον αίτιο του κακού: Εστιράο!! Η συγκίνηση σκοτώνει τη Λόλα και τότε εκείνος ξετρελαμένος θέλει να πάρει εκδίκηση. Στο μεταξύ, γυρίζει η αδελφή του για να του συμπαρασταθεί και, λίγο μετά, καταφτάνει κι ο Εστιράο για να την διεκδικήσει. Συμπλέκονται κι ο Εστιράο μιλάει προσβλητικά για τη νεκρή Λόλα και τη Ροσάριο, τον προκαλεί αναίσχυντα, οπότε ο Πασκουάλ τον σκοτώνει με βίαιο τρόπο. Φυλακίζεται για τρία χρόνια, δουλεύει στο τσαγκαράδικο της φυλακής, η συμπεριφορά του άψογη, γι’ αυτό αποφυλακίζεται….μετ’ επαίνων! Γυρνάει στο χωριό του, όπου η μάνα του τον υποδέχεται ψυχρά, σαν ξένο, και του ανακοινώνει πως η Ροσάριο έχει ξαναφύγει και ζει με τον νεαρό Σεμπάστιαν.

…Νόμιζα πως θα πέθαινα. Θα’ χα δώσει και χρήματα ακόμα
για να’ μουνα τώρα στη φυλακή.

Η Ροσάριο έρχεται να τον δει κι έχουνε συζήτηση.

…Η Ροσάριο χαμογελούσε με το γνωστό μελαγχολικό της
χαμόγελο, μ’ εκείνο το χαμόγελο που έχουν όλοι οι δυστυχισμένοι με την καλή
καρδιά.

Πάνω εκεί η αδελφή του τού λέει πως του έχει έτοιμη νύφη, όμορφη και άξια: την ανιψιά της Εγκράτειας. Πράγματι η Εσπεράντσα ήταν πολύ όμορφη, νοικοκυρά, αλλά και θρησκόληπτη,  αφοσιωμένη στο μυστικισμό.

«Γιατί ν’ αλλάξουμε; Όλα είναι γραφτό να γίνουν έτσι!» έλεγε η Εσπεράντσα.

Ερωτεύονται. Παντρεύονται.
Τα πάνε πολύ καλά.

Η μάνα του όμως δεν αφήνει ήσυχο το ζευγάρι. Ραδιουργεί ασταμάτητα. Μισεί κι αυτόν και  τη γυναίκα του. Ο Πασκουάλ σκέφτεται να φύγουν, αλλά ήδη μέσα του αρχίζει να διαγράφεται ένα σχέδιο που του δηλητηριάζει την ψυχή: πώς να εξοντώσει-σκοτώσει- τη μάνα του. Όσο κι αν προσπαθεί να γλυτώσει απ’ αυτές τις μακάβριες σκέψεις, τόσο πιο βαθιά χώνεται στη μελαγχολία τους.

…Τίποτα δε βρωμάει τόσο πολύ και τόσο άσχημα όσο η σαπίλα που αφήνει το κακό στη συνείδησή μας, όσο το σάπισμα τούτων των νεκρών νεογέννητων ελπίδων που-εδώ και τόσο καιρό- έχει καταντήσει η ζωή μας.

Έτσι, ετοιμάζει με λεπτομέρειες το θάνατό της. Η πίκρα και η δυστυχία που του προκαλούσε σ’ όλη του τη ζωή η γριά μάνα του τον κάνει να πει.

…Η συνείδησή μου δε με βασάνιζε. Δεν υπήρχε λόγος. Η συνείδηση βαραίνει μονάχα  την αδικία. Εκείνες οι πράξεις όμως, στις οποίες μας οδηγεί το μίσος, υπακούοντας τυφλά σε μια έμμονη ιδέα, δεν πρέπει να μας κάνουν να νιώθουμε ένοχοι, δε μας βαραίνουν ποτέ τη συνείδηση.  

Στις 10 Φεβρουαρίου του 1922, ο δυστυχισμένος Πασκουάλ σκοτώνει τα μητέρα του, η οποία αντιστέκεται σθεναρά. Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται. Άλλοι υποστήριξαν πως μετάνιωσε κι έπεσε σε κατάθλιψη, άλλοι ότι πέθανε ήρεμα αποδεχόμενος το μοιραίο. Μέσα στη φυλακή καταπιάνεται με  τη περιγραφή της ζωής του και στις 15 Φεβρουαρίου του 1937 στέλνει τα χειρόγραφά του στον κύριο δον Χοακίμ Μπαρέρα Λόπεθ, στη Μέριντα. Χάρη στον αντιγραφέα, λοιπόν, των χειρογράφων του έχουμε την ευκαιρία κι εμείς να διαβάσουμε την ιστορία ενός παραδείγματος προς αποφυγήν!

…Ένα πρότυπο που σε κάνει να πεις: «Βλέπεις τι κάνει; Το αντίθετο απ’ αυτό που θα’ πρεπε», μας λέει ο αντιγραφέας, ο οποίος θέλει να δικαιολογηθεί για το ότι δημοσιοποιεί μια ιστορία με αρνητικό ήρωα. 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα.

Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα γεννήθηκε σ’ ένα μικρό χωριό της επαρχίας Λα Κορούνια, στην Ισπανία, το 1916, από πατέρα Ισπανό και μητέρα Αγγλίδα. Έγραψε το μυθιστόρημα «Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε» το 1942 κι απ’  την αρχή έκανε γνωστό τον κόσμο μέσα στον οποίο θα κινηθεί: ένα κόσμο που αρνείται την τρέχουσα ηθική, ένα κόσμο που μπορεί ν’ αποδοθεί μονάχα με τα χρώματα ενός σκοτεινού ρεαλισμού.Ακολουθούν 70 έργα. Το 1957 έγινε μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας.
Το 1989 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Πέθανε στη Μαδρίτη το 2002.    

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *