«Χίλιες ανάσες» – Ιωάννα Καρυστιάνη (εκδ. Καστανιώτη) | Η άποψη της Τζίνας Ψάρρη για το βιβλίο

Άνεμος Magazine 03/05/2019 0

Ένα νησί επινόηση, το Κουκούτσι. Μια μικρή, ήσυχη φαινομενικά κοινωνία, όπου όλοι έχουν τον δικό τους ρόλο, χωρίς αξιοζήλευτες καριέρες ή εκτυφλωτικά γεγονότα. Σ’ αυτόν τον μικρό τόπο, ένας αινιγματικός θάνατος θα ξεκινήσει την ιστορία που δείχνει εξαρχής πως θα είναι μια πλοκή αστυνομική, για να αυτοδιαψευστεί ωστόσο πολύ σύντομα. Γιατί τα καθημερινά και τετριμμένα, στο βάρος που από μόνες τους έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, είναι τελικά το ζητούμενο, τα θέματα και τα μυστικά τους.
Η Πηγή Βογιατζή αναγνωρίζει το ξεσαρκισμένο πτώμα του συζύγου της ύστερα από πολλές μέρες που αγνοούνταν. Το κορμί του που πιάστηκε στα δίχτυα ψαρά ανοιχτά της Σύρας, μόνη της το μετέφερε στο νησί τους, μέσα στο δικό της αυτοκίνητο. Από εκείνη τη στιγμή, αρχίζει η πραγματική ιστορία, πέρα από τον αστυνομικό γρίφο. Αμφιβολίες που ταλανίζουν, επιλογές λανθασμένες, αποφάσεις σωστές, πληγές που δεν επουλώνονται και βασανίζουν την ψυχή για χρόνια. Αγάπη παράφορη και παντοτινή, ένα τάμα που πρέπει να εκπληρώνεται κατ’ εξακολούθηση, ακόμα κι αν χρειάζεται να επινοούνται επιχειρήματα για να του μείνεις πιστός. Και η αθώωση κάθε αμαρτήματος, γρήγορη υπόθεση, εύκολη. Γιατί το έχει αυτό η αγάπη, παραβλέπει. Κι επιμένει αγέρωχη να πηγαίνει κόντρα στο απλό, ακόμα κι αν το πείσμα της ξαφνιάζει την πίστη της στον ίδιο της τον πυρήνα.
Πάντα καίριοι πυρήνες ζωής ήταν οι ήρωες της Ιωάννας Καρυστιάνη, που μέσα από το δάκρυ ή το γέλιο τους, αναβλύζει η ψυχή και η καθημερινότητα του καθένα μας. Άνθρωποι τσακισμένοι, εξομολογούνται και δίνουν λύσεις γνώριμες, τόσο μα τόσο οικείες. Όπως στο Κουκούτσι, όπως παντού.
Λόγος ποταμός, ρέει για να παρασύρει παράδοξα, όχι στους δικούς του δρόμους αλλά σ’ αυτούς που ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά χαράζει. Ακόμα κι αν σε κάποια σημεία καταργεί τους κανόνες σύνταξης και στίξης, ευθύβολα σημαδεύει την καρδιά και τον νου.
«Τις επόμενες μέρες, με τύψεις για το ψέμα της, με πόνους στην ψυχή και στο σώμα της, συλλογιζόταν πως η ζωή τρίβεται επάνω στους ανθρώπους, κάποιες φορές απαλά σαν χαδιάρα γάτα, άλλες άγρια σαν βούρτσα απολέπισης κι άλλες ακόμη χειρότερα, σαν καλοακονισμένο κοπίδι που γδέρνει, γδέρνει αλύπητα».
Ένα βιβλίο καλογραμμένο, αληθινό, σκληρό και τρυφερό ταυτόχρονα. Οι αναφορές – λεπίδι δεν χρειάζονται χρονική επισήμανση, κάνουν σαφές το πότε η ιστορία εξελίσσεται: διακινητές και πρόσφυγες, Γιούρο γκρουπ και ανεργία, Χρυσή Αυγή, Μνημόνια και τραπεζικές δόσεις, ζωγραφίζουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι ήρωες.
 Σε μια της συνέντευξη, η συγγραφέας δηλώνει: «Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με σημειώσεις που είχα από παλιότερα και δεν κατάλαβα καλά καλά πώς γράφτηκε. Και μ’ αυτό το βιβλίο και με τα προηγούμενα, η αίσθηση που είχα ήταν ότι φτιάχνω μια βεντάλια για να δροσίζεις το μυαλό που ακόμα ζεματάει. Έστησα αυτό το νησί, την γεωγραφία και ανθρωπογεωγραφία του και το ιστορικό του τοπίο, γιατί ήθελα να επισημάνω όσα και όσους υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν».
Στόχος που κατά τη γνώμη μου επιτεύχθηκε στο έπακρο. Κλείνοντας το βιβλίο, έρχεται κάπως σαν αυταπόδεικτο στο νου το ζητούμενό του: Ναι, ο τόπος μας, χίλιες ανάσες είναι. Κι ακόμη μία: Η ελπίδα που κυρίαρχα δηλώνει ότι αύριο, υπάρχει.
«Το Κουκούτσι, είναι ένα κουτί συμπυκνωμένο γάλα, έχει όλες τις βιταμίνες….. Απλώς πιστεύω πως το νησί είναι ένα εμπόδιο εάν μέσα μας είναι μικρό. Πώς όμως ο τόπος που αναπνέουμε, σκεφτόμαστε τα πάντα και ερωτευόμαστε, μπορεί να είναι ασήμαντος;»

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *