«Τρύπιες Κυριακές» της Χριστίνας Παπανικόλα | Κριτική και φιλολογική προσέγγιση από την Στέλλα Σουραφή

Άνεμος Magazine 14/05/2019 0

Την Χριστίνα Παπανικόλα είχα την ευχάριστη τύχη να την γνωρίσω μέσα από την εν λόγω ποιητική της συλλογή, τις «Τρύπιες Κυριακές». Μια ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Άνεμος, που είναι και ο κοινός τόπος της ποιητικής μας  συνύπαρξης, αλλά και η αιτία της μετέπειτα φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ μας. 
«Τρύπιες Κυριακές»…. Πάντα το εξώφυλλο ενός βιβλίου γίνεται ο κράχτης του οφθαλμού. Ωστόσο εκτός από το εξαιρετικό, αφαιρετικό, συμβολικό εξώφυλλο, την προσοχή την κλέβει ο τίτλος. Τίτλος κειμενικός, που σημαίνει ότι διαβάζοντας ο αναγνώστης, τον εντοπίζει ατόφιο, ακέραιο, να καταλαμβάνει ολόκληρο στίχο και συγκεκριμένα μέσα στο ποίημα «Προς ευχή–Προς φυγή». (Το συγκεκριμένο ποίημα είναι αφιερωμένο από την ποιήτρια στον μεγάλο τελευταίο φιλόσοφο, Δημήτρη Λιαντίνη, καθώς επηρεάστηκε από τα βιβλία του «Ελληνικά» και «Γκέμμα».) Ανεξάρτητα όμως από την κειμενικότητά του, η ανάγνωση τόσο των ποιημάτων όσο και των μικροδιηγημάτων του βιβλίου, ξεδιπλώνουν – ξεκλειδώνουν σε πολλά επίπεδα τον τίτλο.
Κυριακή… γραμματικά κύριο όνομα και σημασιολογικά «κυρίαρχη» μέρα της εβδομάδας,  μέρα αργίας, ανάπαυσης του σώματος και της ψυχής, μέρα γιορτής …κι όμως ο επιθετικός προσδιορισμός του τίτλου δεικνύει κάτι άλλο. Κυριακές τρύπιες, διάτρητες, που από μέσα τους ο ποιητικός ειρμός κυλά ως κοινωνικός και φιλοσοφικός αφουγκρασμός όλων όσων συμβαίνουν γύρω μας καθημερινά, ευαισθητοποιούν την ανθρώπινη αντίληψη, την χρίζουν συνοδοιπόρο πολλών διαστάσεων και προεκτάσεων.
Ο γραπτός συνυποδηλωικός λόγος γίνεται μια φωτεινή σήραγγα όπου οι λέξεις επιλέγονται ως απλές, ταπεινές αλλά οπωσδήποτε στηλιτευτικές , γιατί ανάμεσα στα «Διασωθέντα» αυτό που προέχει είναι η φωνή της ψυχής, που με την  χροιά της θα αγγίξει το άγραφο – tabula rasa – χαρτί της συνείδησης. Μόνη «Κληρονομιά» ό,τι απέμεινε ως παρακαταθήκη να συνεχίσει κανείς να θυμάται, να αντιλαμβάνεται με την ευαισθησία μιας παιδικής αθωότητας, να βιώνει την «Απώλεια» ως αποκοπή – απόσχιση ψυχοσωματική, να αρνείται να ενηλικιωθεί, διατηρώντας την αγνότητα της χαρισματικής ηλικίας, να συγκατοικεί με τον ίδιο του τον εαυτό, να τον απογυμνώνει από την καθημερινή του σήψη και να μην μιλά, για να μην μετακινήσει τα στάσιμα, για να μην ξεβολέψει τον Άλλον.
Μα μια ευαίσθητη ψυχή πώς να μείνει αδιάφορη μπροστά στην κοινωνική, ανθρώπινη αιώρηση, που κρατά τον ρυθμό της ταλάντωσης, όπως μια αιώρα δεμένη  στο δέντρο του κόσμου;

«Αν κοπείς θα γειωθώ.
Αν μείνω θα λυγίσεις.
Ώρα να φεύγω.»
Και πώς να μην ενστερνιστεί την «Συντριβή» που προκαλείται από την τριβή των λέξεων που αρπάζουν φωτιά, αποτεφρώνουν και στο τέλος η έντονη οσμή τους καταγράφεται στη μνήμη ως οσφρητική – ανεξίτηλη – εικόνα  του θανάτου.
«Πέτρα εσύ, πέτρα και εγώ
Πιάσαμε τελικά φωτιά.
Ρίξαμε νερό εν τέλει.
Ωστόσο είμαστε νεκροί
Από τις αναθυμιάσεις.»
Εκπληκτικές οι αντιθέσεις των χρωμάτων που στολίζουν τον λόγο και δομούν, ενώ ταυτόχρονα αποδομούν τις εικόνες. Το λευκό και το κόκκινο, χρώματα της αγνότητας και του πάθους, συνδέονται με το ουμανιστικό στοιχείο και την πολύτιμη αξία της ζωής.
«Ψευδαίσθηση»
Σκέφτομαι πως
στα νοσοκομεία
υπερέχει φαινομενικά
το λευκό.
Το κόκκινο πολλάκις
Έχει ξεπλυθεί.»
Το στοιχείο της εγκατάλειψης διάχυτο μέσα στο έργο εμφανίζεται με την αποδημητική ικανότητα των φτερών, αλλά η αποδημία ενέχει και το στοιχείο μιας ενδεχόμενης επιστροφής, καθιστώντας κάποτε το μήνυμα αισιόδοξο.
«Λιποτάκτες»
Η λίμνη πάγωσε.
Εγκλωβίστηκαν τα πόδια του.
Ζήτησε βοήθεια ο βάτραχος.
Μα τα πουλιά είχαν αποδημήσει.
Ακόμα και το καθημερινό τυποποιημένο του ανθρώπινου τρόπου ζωής, στα χείλη του συμβολικού λόγου αποκτά μια άλλη χροιά. Αυτά που θεωρούμε κοινώς τετριμμένα, όπως τις «Καλημέρες» που πολλές φορές παραβλέπουμε, για κάποιους ανθρώπους γίνονται ανάγκη ύπαρξης.«Ως επί το πλείστον
παρόμοιες σε χροιά, ρυθμό και ύφος.
Σε ετοιμοθάνατους μόνο
άναρθρη προσευχή
ιδιωτική….
»Αναντίρρητα, οι επιρροές γραφής είναι πολλές, σε βαθμό που ο αναγνώστης συναπαντάται με τον βαθύ υπαρξισμό και την Καβάφεια ενθύμηση των «Τειχών» και των «Παραθύρων».  Αυτό το κοντράστ των αντιθέσεων του εγκλωβισμού και της ελευθερίας, του σκοτεινού και του φωτός,  χαρακτηρίζει τόσο τα ποιήματα του έργου όσο και τα διηγήματα.«Δίδομαι προς αντιπαροχή.
Ανεπιφύλαχτα χτίσε επάνω μου.

Μην παραλείψεις ένα παράθυρο.
Πολλοί τελευταία, παραλείπουν τα παράθυρα.
»
Η δημιουργός γίνεται άλλοτε παρατηρητής, άλλοτε παντογνώστης αφηγητής και κάποτε ομοδιηγητικός, εστιάζοντας πότε εξωτερικά, πότε εσωτερικά κι άλλοτε μηδενικά. Αναμοχλεύει όχι μόνο την ανθρώπινη ατομική ψυχή αλλά και την κοινωνική – συλλογική ψυχή μέσα και από τα τρία χρονικά επίπεδα και εστιάζει στοχευμένα τα κακώς κείμενά της σύγχρονης, ανάλγητης και «απανθρωποποιημένης» εποχής . Διαρρηγνύει, τρυπά τις «κοινωνικές Κυριακές» αλλά και τις εξατομικευμένες και στηλιτεύει την αποδόμησή τους, όπως φαίνεται μέσα από το διήγημα:«Ολικό άδειασμα»«Τρύπα είναι αυτή στο θώρακά μου; Δεν αναπνέω καλά. Δυσοσμία στο δωμάτιο. Εσύ, μικρό μου, κινείσαι γύρω μου νευρικά. Σαν μαριονέτα υποκινούμενος…. Χτυπά το κουδούνι. Ανοίγεις εσύ. Το φορείο δε χωρά στο μικρό μας σπίτι. Λένε ότι έχασα πολύ αίμα. Σε ρωτούν πώς έγινε. Μην πεις! Με σηκώνουν και με ακουμπούν στο φορείο. Στο δρόμο παρελαύνουν οι γείτονες. Μου έχει σηκωθεί το φόρεμα. Δεν αισθάνομαι χέρια να τα κουνήσω, να κατεβάσω το φόρεμα….. Μην τους πεις τι έγινε! Τα αυτιά μου… ποιος κορνάρει τόσο δυνατά; Για μένα, ίσως. Για να με προλάβουν….. Νυστάζω. Ύπνος έρχεται ή θάνατος;» Σύγχρονοι γονείς και σύγχρονοι εκπαιδευτικοί με «προοδευτικές» παιδαγωγικές μεθόδους που κάποτε απαγκιστρώνονται από τον παιδευτικό τους ρόλο, ξεχνούν και ανασύρουν το αυστηρό, αυταρχικό τους «θέλω», που μες τη βία αναπαράγουν το έγκλημα – και τη βία -που απαιτούν απ’ τα παιδιά αυτό που ποτέ δεν τους έδωσαν, αυτό που δεν μπορέσανε ποτέ τους να μοιραστούν, την αγκαλιά, την κατανόηση και την αγάπη για την αφέλεια της παιδικότητας, τις απότομες ψυχοσωματικές αλλαγές της εφηβείας και το άγχος μιας ώριμης μετάβασης στην ενηλικίωση, εξαρτώμενης πάντα από την επιτυχία των γραπτών εξετάσεων. Αντίστοιχων παιδαγωγικών – εκπαιδευτικών προεκτάσεων είναι τα διηγήματα με τίτλους «Εκπαιδευτικό Ντόμινο», «Άχρωμα χέρια μαμάς», και «Μηδέν εις το πηλίκον». Συγκεκριμένα, μας αναφέρει η συγγραφέας ότι ο άριστος στα μαθηματικά  Λευτέρης, «Έμεινε να αφαιρεί. Να αφαιρεί φίλους και να μένει μόνος. Έμεινε και να προσθέτει. Να προσθέτει συντρόφους και να μένει πάλι μόνος. Να έχει πάντα μαζί του εισπνεόμενα και να υπερτιμά την σημασία των αριθμών.»Χαρακτηριστικό ιδίωμα της εποχής μας η ανθρώπινη μοναξιά συνυφασμένη με τον ατομικό – ιδιοτελή τρόπο ζωής. Από τη μια η έκπτωση των ηθικών αξίων, η αποστροφή για τον συνάνθρωπο, που πεθαίνει δίπλα μας – πρώτα ηθικά, ψυχικά και μετά σωματικά , μόνος και αβοήθητος  – κι από την άλλη το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και του να ζει κανείς από τύχη.  Ενδεικτικά είναι τα διηγήματα «Σωτήριο χρώμα» και «Υποκειμενικόν». Στο πρώτο υπάρχει ανθρώπινη συνείδηση που συγκατοικεί με τις Ερινύες και πιο συγκεκριμένα: «Στάθηκα τυχερός. Όπως τότε που η βάρκα με τους συμπατριώτες μου αναποδογύρισε στο πέλαγος απ’ το βαρύ φορτίο. Βαρύ φορτίο τόσες ψυχές. Πνίγηκαν εκατό, έζησαν πέντε. Ήμουν ανάμεσά τους. Μα τυχερός που έρχονται στα όνειρά μου και μου ζητούν να τους σώσω… δεν είμαι…» Στο δεύτερο διήγημα η μοναξιά ανθεκτική και άτεγκτη όπως τα έντομα:
«Έχω ταυτιστεί με το σώμα, έχω ταυτιστεί με τη μύγα. Στην ακροβασία αυτή, έτσι και αλλιώς εν γνώσει μου είμαι αόρατος και μόνος.»Το απρόοπτο, το απροσδόκητο, το αιφνίδιο γεγονός της απώλειας που αλλάζει την ψυχοσύνθεση, την ζωή και τη διάθεσή της αντανακλάται στο διήγημα «Ανάπηρη συνέχεια». Η τελευταία πρόταση του κειμένου από τα χείλη του συμβόλου της μάνας – «Μου το πήρε το Άπειρο και σέρνω από τότε τον κουτσό μου χρόνο» – εστιάζει στο μετά, στο από ’κει και πέρα , στο πώς πορεύεται κανείς με «ανάπηρη» υπόσταση, όταν ξεριζωθεί η ίδια του η ψυχή. Κι επειδή ο άνθρωπος που δεν αγαπά τον Άνθρωπο ως  έλλογο όν, δεν μπορεί να αγαπά ούτε τα άλογα όντα, δείχνει πολλές φορές την υπεροχή του σε ό,τι είναι κατώτερο και απροστάτευτο και μόνο τα μάτια της αδέσποτης αθωότητας μένουν μπροστά στο προφανές να αναμένουν μιαν ανάσταση. Στο διήγημα «Οι αδέσποτοι» η συγγραφέας γίνεται η φωνή του εννιάχρονου αγοριού: «Βλέπω το σκυλί, σκύβω και το παίρνω αγκαλιά. Κοιτάζω γύρω μου. Φέρνω ένα κόκαλο κοντά στη μύτη του. Κι έτσι το είχα στη μύτη του, για ώρα, περιμένοντας την ανάστασή του.» Ακόμα, το αίσθημα της ματαιοδοξίας να διατηρηθεί εξωτερικά ακέραια η νεανική όψη ενός ανθρώπου, ενώ μέσα του έχει χαθεί το νεανικό φτερούγισμα – που διατηρεί την πραγματική χαρά και σκιαγραφεί την καμπύλη της ουσιαστικής ευτυχίας στα χείλη του – αποτυπώνεται στο διήγημα «Ο πιο βαρύς καφές». (Διακριθέν διήγημα σε διαγωνισμό της σκηνοθέτριας Λουκίας Ρικάκη με θέμα την ομορφιά).«Αντιπαθούσα από τα τριάντα μου εκείνα τα παγερά ρυάκια στο δέρμα μου που γινόντουσαν όλο και πιο βαθιά με το πέρασμα των χρόνων. Αντιπαθούσα τις ρυτίδες μου, γιατί φανέρωναν τα χρόνια μου. Τώρα συνειδητοποιώ ότι μάλλον με ενοχλούσε, όταν φανέρωναν για μένα τα άδεια – από όσα ήθελα –  χρόνια μου. Έκανα πλαστική πριν εννέα μήνες. Ήθελα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου, γιατί είχα πολύ καιρό να λάβω ένα δώρο από κάποιον άλλο. Ο γιατρός έκανε καλή δουλειά. Με τράβηξε καλά. Οι ρυτίδες από ρυάκια έγιναν τεντωμένα σχοινιά που μετακίνησαν τα μάτια και τα χείλη μου σε αντίθετες κατευθύνσεις. Λαχταρούσα αυτή την αλλαγή. Στην αρχή μάλιστα, χάρηκα πολύ. Μα λίγες μέρες αργότερα όσο κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, έβλεπα ότι τα χείλη μου δεν έχουν πια την ελαστικότητά τους, ότι τα μάτια μου είχαν μια τόσο άγνωστη έκφραση….»
Τέλος, ανάμεσα σε όλα αυτά που (απο)χρωματίζουν τη ζωή μας, πού βρίσκεται η πιο γονιμοποιός δύναμή της; Πού την αναζητούμε; Πού προσδοκούμε να την συναντήσουμε; Σε κάποιο μπαρ, νύχτα, ανακατεμένη με αλκοολούχες ουσίες… χωρίς ουσία, ως «χαράΠαυση» , με μικρό το γράμμα –χ της χαράς και κεφαλαίο το – Π της παύσης; «Δεν αναγνωρίζω τη φωνή μου. Διαφορετική μου φάνηκε απόψε η χροιά της, όταν ζήτησα από τον μπάρμαν ποτό […] Είκοσι χρόνια πίσω γύρισα, για να αρχίσεις να υπάρχεις. Μισά – μισά τα χρόνια μου. Είκοσι χρόνια μ’ εμένα, είκοσι μ’ εσένα. Όσα απομένουν, θα είναι πάλι χρόνια μ’ εμένα. Θα με έχω συντροφιά. […] Μαζί μου πίνεις κι αδειάζει το ποτήρι; Θα ζητήσω άλλο ένα, έτσι για να δω πώς ακούγεται τώρα η φωνή μου. Και θέλω να σε ρωτήσω… σήμερα που βρέχει, μέσα από τα σφραγισμένα μάρμαρα, νιώθεις το νοτισμένο χώμα;»
Η Χριστίνα Παπανικόλα, αδιαμφισβήτητα, είναι μια σύγχρονη δυναμική πένα, άκρως αιχμηρή, με έναν τρόπο γραφής σε «στυλ ακρίβειας», απλό, λιτό και κατανοητό. Θα ήθελα, λοιπόν, να κλείσω, κάνοντας χρήση του σχήματος κύκλου, όπως λέμε στην ποίηση ή της κυκλικής δομής, όπως λέμε στην πεζογραφία.
Ο επιθετικός προσδιορισμός «Τρύπιες» στον τίτλο της ποιητικής της συλλογής δεν είναι καθόλου τυχαίος. Εμείς καλούμαστε να τον κάνουμε «κατηγορηματικό» προσδιορισμό, από το μόνιμο ιδίωμα του συντακτικού του ρόλου να τον ανάγουμε στο περιστασιακό και το προσωρινό και να αλλάξουμε τις «Κυριακές» μας σε μέρες φωτεινές, ανθρώπινες, επικοινωνιακές και συναισθηματικά πλήρεις. 

• Μάθετε περισσότερα για την ποιητική συλλογή, διαβάστε τις πρώτες 12 σελίδες της, εδώ:
http://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/trypies_kyriakes.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *