Η φονική θηλή – του Θάνου Τσιτσή-Κούσκου | Γράφει ο Μιχάλης Κατσιμπάρδης

Άνεμος Magazine 26/02/2019 0

Καταρχάς, θέλω να αποκαταστήσω στη συνείδησή μας την εικόνα του διηγήματος. Θεωρώ ότι είναι λιγάκι παρεξηγημένο, ειδικά στις μέρες μας, γιατί κάποιοι το θεωρούν λίγο ξεπερασμένο και ίσως χαμηλότερης λογοτεχνικής αξίας σε σύγκριση με τον πρωταγωνιστή της λογοτεχνίας που είναι αναμφίβολα το μυθιστόρημα, αλλά και σε σύγκριση με την περίοπτη θέση που κατέχει η ποίηση.

Το διήγημα κατά την άποψή μου είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό λογοτεχνικό είδος. Στις λιγοστές του σελίδες καλείται να συμπεριλάβει μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να αναδείξει την προσωπικότητα του ήρωα και όλα αυτά να τα κάνει με συντομία και φειδώ. Δύσκολο εγχείρημα εξαρχής. Γι’ αυτό απαιτείται από τον συγγραφέα άρτια γνώση της τεχνικής, εξαιρετική χρήση της γλώσσας για να αποτυπώσει σε περιορισμένη έκταση την πλοκή και απεξάρτηση από το περιττό και το αυτονόητο. Επίσης ο ήρωας πρέπει να μας γίνει γνώριμος, χωρίς ο συγγραφέας να καταφεύγει στο ανώφελο παρελθόν του γιατί δεν έχει αυτή την πολυτέλεια.

Επιπλέον, ο διηγηματογράφος οφείλει να εστιάσει σε μια-δυο βασικές σκηνές, να παρουσιάσει μόνο τους χαρακτήρες που μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην υπόθεση, ν’ αφήσει τον αναγνώστη να ανακαλύψει το ποιόν αυτών των χαρακτήρων μέσα από τις σκέψεις ή τις δράσεις τους και κυρίως να κάνει οικονομία λέξεων.

Στο διήγημα ο συγγραφέας πρέπει να λειτουργήσει σαν να αφηγείται μια ιστορία σε κάποιον φίλο του, ας πούμε σαν να πίνει καφέ μαζί του, έχοντας στο νου του ότι δε θέλει να τον κουράσει και να τον βασανίσει με ανούσιες λεπτομέρειες. Ο μαιτρ αυτού του είδους ο μεγάλος Παπαδιαμάντης γνωρίζοντας καλά την τεχνική του διηγήματος ήταν τόσο περιγραφικός και τόσο αφηγηματικός όσο έπρεπε για να μη χαλάσει ούτε στο ελάχιστο τη μαγεία της γραφής του.

Ο Θάνος Κούσκος την κατέχει καλά την τεχνική του διηγήματος, όχι γιατί τη σπούδασε αλλά γιατί τη διάβασε στους τόνους λογοτεχνικών σελίδων που πέρασαν από τα μάτια του από τότε που έμαθε να διαβάζει. Έχω την ταπεινή γνώμη ότι ένας καλός συγγραφέας οφείλει να κάνει δύο πράγματα: να διαβάζει πολλή και καλή λογοτεχνία και να έχει τεντωμένες όλες τις αισθήσεις του για να αφουγκράζεται τα βιώματα των γύρω του. Ναι, ένας συγγραφέας δεν πρέπει να βασίζει την έμπνευσή του μόνο στη φαντασία του αλλά και στην υφαρπαγή ιδεών από την πραγματική ζωή. Ο Θάνος έχει μεγάλα αυτιά και τεράστια μάτια.

Τον γνώρισα πριν από μερικά χρόνια όταν συνυπηρετούσαμε σε κάποιο σχολείο της Αθήνας. Ήταν πράγματι ξεχωριστός και ίσως λίγο παράταιρος με τον χώρο. Ερχόταν με κείνο το παλαιικό ποδήλατό του, με ένα ντύσιμο που ταίριαζε σε τύπο που ετοιμάστηκε να φύγει για εκδρομή και με τα μικρά βιβλιαράκια του, που ξετρύπωνε με την πρώτη ευκαιρία μέσα από το σακίδιό του. Στα διαλείμματα δεν το προλάβαινες γιατί διακτινιζόταν για να βρεθεί το συντομότερο στην εξωτερική πόρτα του σχολείου ώστε να εξοικονομήσει χρόνο για τα δυο μεγάλα του πάθη: το τσιγάρο και το διάβασμα. Το πρώτο ευτυχώς το έκοψε μαχαίρι, το δεύτερο ευτυχώς το συνεχίζει αδιάκοπα.

 Ο Θάνος από τότε που τον ξέρω γράφει. Γράφει για ό,τι τον απασχολεί, για ό,τι του ερεθίζει το θυμικό, γράφει για τον εαυτό του και για τους άλλους. Άργησε όμως πολύ να εκδώσει. Πάρα πολύ θα έλεγα. Ωστόσο, και τώρα δεν είναι τόσο αργά. Το βιβλίο αυτό, το πρώτο του, έχει ένα σημαντικό χάρισμα. Είναι ανατρεπτικό. Όπως οφείλει να είναι μια συλλογή διηγημάτων.

Ο Θάνος με μοναδική μαεστρία κλείνει το μάτι πονηρά στον αναγνώστη και με όπλο τη φαντασία του αλλά και την αφηγηματική του δεινότητα τον αιφνιδιάζει ανατρέποντας στα περισσότερα διηγήματα τη ροή των πραγμάτων. Κάνει δηλαδή αυτό που πρέπει να συμβαίνει στα διηγήματα. Να καθιστά ο συγγραφέας τον αναγνώστη δυναμικό συνομιλητή του και όχι έναν παθητικό δέκτη.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό δείγμα ανατροπής από το διήγημα «Πρώτη μέρα ανεργίας»

«Βρε, δεν πας στον διάολο, λέω γω!» αποκρίθηκε ο Φώτης, και ο άνθρωπος εξαφανίστηκε, αλλά όχι η καμπαρντίνα του, η οποία άδειασε και έπεσε στο παγκάκι αφήνοντας έναν απόκοσμο ήχο. Ο Φώτης ανατρίχιασε και έμεινε να την κοιτάει, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Την επόμενη στιγμή άκουσε φωνές στο παγκάκι πίσω του, όπου κάθισαν δύο νεαρά παιδιά, τα οποία διαφωνούσαν για κάτι, ενώ οι λέξεις «άσχετος» και «μαλάκας» κάλυπταν περίπου το μισό τους λεξιλόγιο. Ο Φώτης, μην ξέροντας τι να κάνει, άρχισε να απομακρύνεται, μέχρι που άκουσε ένα από τα παιδιά να τρέχει πίσω του φωνάζοντας: «Ε! Κύριε, ξεχάσατε την καμπαρντίνα σας», και του την έδωσε. Ο Φώτης την πήρε, διότι δεν ήξερε τι να πει. Διέσχισε όλο το Ζάππειο με την καμπαρντίνα στο χέρι και έψαχνε τον «παππού», αλλά τίποτα.

Ο συγγραφέας Κούσκος ξέρει, επίσης, όσο λίγοι να πλάθει εικόνες μέσα από την περιγραφική του πένα. Ακούμε ένα μικρό απόσπασμα από το διήγημα «Φονική θηλή», που χάρισε και το όνομά του στη συλλογή. Τι παράδοξος τίτλος, αλήθεια! Αλλά μήπως δεν είναι παράδοξος κι ό ίδιος ο Θάνος;

Πραγματικά, το ασημένιο πυκνό μαλλί, η χοντρή στρόγγυλη μύτη, τα ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια πάνω στο πλατύ παιδικό του πρόσωπο, που συχνά κούρνιαζε σε μια από τις μεγάλες του παλάμες, του έδιναν μια χάρη αγγελική. Σ’ αυτή λοιπόν τη στάση μιλούσε, και τα σαρκώδη του χείλια κινούνταν αργά, ρυθμικά, και έπαιρναν την τέλεια θέση για την εκφορά κάθε συμφώνου και φωνήεντος, έτσι που, ακόμα κι αν δεν έβγαινε κανένας ήχος από τα χείλη του, σίγουρα θα μπορούσε κανείς να τα διαβάσει και να καταλάβει τα πάντα.

Στα κείμενά του βασικό μοτίβο αποτελεί ο ξέχειλος ερωτισμός, σε όλες του τις μορφές. Ο καταπιεσμένος, ο συναισθηματικός, ο βίαιος, ο ανυπόκριτος, ο αγοραίος, ο υποτακτικός. Μέτρησα σε όλο το βιβλίο, από γλωσσολογική διαστροφή, 52 αναφορές στις λέξεις «έρωτας» και «ερωτικός». Ωστόσο, σε όλες αυτές αναδεικνύεται ως κοινός παρονομαστής η αναζήτηση του άλλου και η ανθρώπινη μοναξιά ως κραυγή απελπισίας που εκλιπαρεί απεγνωσμένα τρυφερότητα και αγάπη.

Από το ίδιο διήγημα είναι και το επόμενο απόσπασμα:

«Καλά!» είπε αυτή και εξαφανίστηκε στο μπάνιο, ενώ αυτός παρέμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας αφηρημένα την οθόνη του κομπιούτερ, με τη γεύση του στόματός της στο στόμα του και τη μυρωδιά του κορμιού της στα ρουθούνια του. Ο Τόμας ανάπνεε αργά, γιατί δεν ήθελε να εξαντλήσει γρήγορα την ελαφρώς όξινη μυρωδιά που είχε αφήσει το κορμί της, ζεστό και ιδρωμένο, όπως ήταν από το κρεβάτι. Τα φιλιά της τον ποτίζουν γλύκα και ηρεμία, και θεωρεί πως είναι τα επιτόκια από τα κεφάλαια αγάπης που έχουν καταθέσει ο ένας στου άλλου την καρδιά.

Οι ήρωές του είναι βουτηγμένοι στις ανασφάλειές τους, έχουν ατέρμονες αναζητήσεις και μοιραία γεύονται συχνές απογοητεύσεις. Είναι γήινοι και ανθρώπινοι τύποι, επομένως ευάλωτοι και φθαρτοί. Ο Θάνος είναι ιδιαίτερα ευρηματικός σε εκφράσεις που αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την ψυχολογία του ήρωα. Απόσπασμα από το Ζήτημα αρχής»:

Παρ’ όλα αυτά, η φράση ήταν αγκίστρι δυνατό, το οποίο δάγκωσα, και σπαρτάραγα από περιέργεια. Μα τι εννοεί; σκεφτόμουν, με τα μάτια χαμηλωμένα και τ’ αυτιά σηκωμένα σαν του σκύλου μου.

Και από το «Ο Λεωνίδας και οι 300 φόβοι του»:

Κάποια στιγμή που αυτός έκανε κλικ, κι επαναφέρθηκε στον χωρόχρονο που ήταν το σώμα του, συνειδητοποίησε ότι είχαν περάσει μπόλικα χιλιόμετρα κάτω από τα ακίνητα πόδια του, όπως και πολλές, πάμπολλες σκέψεις είχαν περάσει από το κεφάλι του, οι οποίες δεν του επέτρεψαν να δει τη διαδρομή, παρόλο που τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Τότε τον έπιασε πανικός, διότι είχε παρατήσει το σώμα του σαν αφύλακτη αποσκευή.

Δεν επιθυμώ να σας αποκαλύψω άλλα. Φροντίστε να τα αναζητήσετε μόνοι σας στις σελίδες του πρώτου βιβλίου του Θάνου, που θ’ ανοίξει, είμαι βέβαιος τον δρόμο και για πολλά ακόμα. Η Άνεμος Εκδοτική πρέπει να νιώθει τυχερή που τον συμπεριέλαβε στην οικογένειά της.

Σήμερα, ο Θάνος Κούσκος είναι ένα μεγάλο παιδί, ένας πολύ χαρούμενος άνθρωπος. Τόσο πολύ ώστε σου μεταδίδει τον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία του. Δεν τον νοιάζουν τα χρήματα, οι πολυτέλειες και τα υλικά. Σ’ αυτά έχει νευρική ανορεξία. Απεναντίας βουλιμία έχει στη συλλογή εμπειριών από την πραγματική ζωή και από τα μεγάλα όνειρα.

Μας κάνεις και μας να είμαστε χαρούμενοι, Θάνο. Ως φίλοι σου και ως αναγνώστες σου. Εύχομαι ούριος άνεμος να φυσάει στο ταξίδι του βιβλίου. Να το πάρει και να το σηκώσει ψηλά, πολύ ψηλά!

• Πρόκειται για την παρουσίαση του βιβλίου από τον συγγραφέα Μιχάλη Κατσιμπάρδη στην πρώτη μεγάλη παρουσίαση του βιβλίου, που πραγματοποιήθηκε στο Αθηναίων Πολιτεία στις 26/11/2018.

• Μάθετε περισσότερα για το βιβλίο, διαβάστε τις 20 πρώτες του σελίδες, αποκτήστε το εύκολα εδώ:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/thili.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *