Το τελευταίο ταξίδι στη Βιέννη, και οι επίμονες Αλήθειες των οριστικά παρελθόντων Ονείρων (Α’ μέρος) | Κωνσταντίνος Μεϊντάνης

Άνεμος Magazine 15/11/2019 0

Είναι κάποιες φορές, ειδικά στις αρχές του φθινόπωρου ή στην παγερή αγκαλιά του χειμώνα όταν, τις σιγηλές ώρες της ώριμης νύχτας, κάθομαι στη μικρή πολυθρόνα δίπλα στη βιβλιοθήκη μέσα στο μισόφωτο του δωματίου με ένα βιβλίο στα χέρια μου, αγρυπνώντας δοσμένος στην απόλαυση, πιο πολύ όμως δοκιμάζοντας τον εαυτό μου στην προσηλωμένη άσκηση που απαιτεί η τέχνη της ανάγνωσης. Κάπου-κάπου ίσως ακουστεί το γύρισμα μιας σελίδας, ο ήχος του τυπωμένου χαρτιού. Αυτή η περιπλάνηση στις γραμμές του κειμένου αναδίνει μια γλυκιά αίσθηση συντροφικότητας, συχνά όμως μια λέξη, μια φράση, τυχαία θαρρείς, γίνεται αφορμή και αναρρίγημα της νοσταλγίας.
Τότε, αφήνομαι σ’ αυτήν την στιγμή δίχως δισταγμό. Κλείνοντας τα μάτια, και γέρνοντας πίσω το κεφάλι, έρχεται το παρελθόν με τους δικούς του νόμους και με κατακλύζει, αφοπλίζει τις αντιστάσεις μου. Τόσες εικόνες, τόσες εμπειρίες, τόσες στιγμές που έζησες είναι πια οριστικά περασμένες, κι όμως ζουν τόσο αληθινά μέσα σου που συχνά σε ξαφνιάζουν με την οπτική τους ενάργεια και την συναισθηματική δυναμική τους. Πόσα παρελθόντα είμαστε πλασμένοι ν’ αξιωθούμε οι άνθρωποι… Πόσο αυτό που ήταν κάποτε το παρόν, το βιούμενο, αυτό που ζούσες πλέρια με κάθε ίνα της ύπαρξής σου, που το διψούσες και σου δινόταν ολόγιομο, σ’ έχει αφήσει την επόμενη κιόλας στιγμή, όσο κι αν σ’ έχει πλουτίσει, και τώρα κρατά μέσα σου ανύπνωτο, αλλά και διακριτικά αποτραβηγμένο μακριά σου, μένοντας μόνο το ευγενικό του άγγιγμα.

Η ζωή μου, όπως μου έχει δοθεί ίσαμε σήμερα, είναι πια καμωμένη από αναρίθμητα παρελθόντα και αναρίθμητα πικρά ή αφελή ερωτήματα. Τα ουσιαστικά και ειλικρινή δεν απαντήθηκαν ποτέ ως τώρα. Κι όταν, μια τέτοια νύχτα σκυμμένος πάνω από τις σελίδες ενός βιβλίου, φέρω στο νου τα ερωτήματα αυτά που ανακαλεί κάθε φορά μέσα μου η ψυχή μου, όταν τα ξανασυλλογίζομαι, βλέπω πως η μόνη αληθινή απάντηση που μου δίνεται, και μπορεί να δοθεί σ’ αυτά, είναι η βαθιά νυχτερινή Σιωπή. Όπως συμβαίνει και με τα πρώτα όνειρα που κάποτε έκανες. Γι’ αυτό ίσως η νοσταλγία που νιώθω δεν είναι μόνο λύπη ή αναθύμηση. Είναι πρωτίστως μια ειλικρινής έκφραση δακρυσμένης ευγνωμοσύνης προς κάθε παρελθόν που μου δόθηκε.
Ίσως αυτός ήταν ο βαθύτερος λόγος που με έκανε πριν αρκετά χρόνια να επιδιώξω ένα ταξίδι επιστροφής στην πόλη όπου, στη χαραυγή της πρώτης νιότης, είχα ζήσει τόσες εμπειρίες και στιγμές αληθινής ευτυχίας, πάντα καλοκαίρι, όλα όσα πέρασα εκεί, όσα έζησα, έχοντας ως ένα βαθμό και την τόλμη να αναζητήσω το απτό των ονείρων και των ελπίδων που έφερα τότε μέσα μου. Τόσο μακρινή μοιάζει εκείνη η εποχή…
Δυο πόλεις αξιώθηκα να ζήσω με τρόπο που μόνον η ψυχή ξέρει να δεχτεί δικόν της: τη Βιέννη και το Λονδίνο. Για μένα, το ταξίδι ήταν πάντοτε ένα άνοιγμα στην απλωσιά του κόσμου, άνοιγμα ριψοκίνδυνο και την ίδια στιγμή τόσο σύμφωνο με τη φύση της ζωής, γι’ αυτό και πάντα με γέμιζε με λαχτάρα κι ευδαιμονία. Και ήταν αυτές οι δύο πόλεις που έσμιξαν μέσα μου αξεχώριστα με έναν τρόπο απόλυτα δικό τους, χαρίζοντάς μου η καθεμιά τη δύναμη, τη λαγαρότητα της ματιάς, την ωριμότητα της σκέψης και του συναισθήματος, για να νοηματοδοτήσω πιο συνειδητά, και πιο ουσιαστικά, πέρα από τις μικρότητες, τις ανεπάρκειες ή τα ορθολογικώς εξωραϊσμένα συμπλέγματα της αρνησιπάτριδος μικρόνοιας, το βαθύτερο νόημα και την πραγματική σημασία της πατρικής γης.
Ήταν τέλη Ιουλίου του 2005 όταν, σαν παρακινημένος από μια φράση του H.Hesse από το αφήγημά του «Ταξίδι στη Νυρεμβέργη», θέλησα να γυρίσω στην πόλη που, 18 ετών, επισκέφθηκα για πρώτη φορά μόνος μου. Μια προσπάθεια να ξαναφέρω πίσω κάτι «από τους ήχους της νιότης», όπως την είχα ζήσει στο παράτολμο και τόσο άμεσο εκείνο αρραβώνιασμα του νου και της καρδιάς με έναν τόπο που θα γινόταν στα κατοπινά χρόνια μέρος της ζωής και της ψυχής μου. Ήταν εκεί όπου θα ζούσα τη μουσική μου ωρίμανση, το απροσδόκητο του έρωτα, την ομορφιά στους ατελεύτητους καλειδοσκοπικούς ιριδισμούς της, και το μέστωμα μέσα μου μιας αίσθησης που, πιστεύω, έκανε πιο καθαρή, οξυμμένη τη ματιά μου και, συνάμα, θησαύρισε μέσα μου ένα ψυχικό πλούτος που άλλαξε για πάντα την ευαισθησία μου και την άρρητη φύση της. Πόσο εγωιστικά αφελής, αλήθεια, φάνηκα. Σε μια εποχή όταν είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει δίχως επιφάσεις πλέον το πρόσωπο του Κόσμου, αντιμετωπίζοντας μια καίρια, αλλά και αναπόφευκτη, καμπή της ζωής μου, με μιαν αργοσταλάζουσα μέσα μου πίκρα και έναν ανελέητο στα ερωτηματικά του προβληματισμό, γύρισα στη Βιέννη. Γύρισα για να ξαναβρώ ίχνη, στιγμές, εικόνες και συναισθήματα του 18χρονου εκείνου νέου, που μόλις είχε γίνει φοιτητής της Κλασικής Φιλολογίας σ’ αυτό που επιμένουμε να ονομάζουμε «πανεπιστήμιο» στα καθ’ ημάς, τούτη τη φορά όμως γνωρίζοντας όλα όσα τότε ήταν ακόμα μακρινά, ενδεχομένως όχι και αποφασισμένα «αγγίγματα» της Μοίρας. Νόμισα πως μου αρκούσαν η νοσταλγία και η αναθύμηση σαν οδηγοί στην περιπλάνησή μου.
Όμως, άλλο να αφήνεσαι στη νοσταλγία του παρελθόντος, με όλα τα όνειρα που σκιρτούσαν και ζητούσαν να πραγματωθούν, και άλλο να μπορείς και να αποτολμάς να ενωτισθείς αυτόν τον φευγαλέο ψίθυρο που η νοσταλγία φέρει μέσα της, την επίμονη στην ειλικρίνειά της Αλήθεια του «άλγους», του πόνου, και όχι του «νόστου», της επιστροφής. Έμεινα στο ίδιο ξενοδοχείο όπου είχα μείνει και τότε, το «Hotel Kummer», στη Mariahilferstrasse. Η πενθήμερη περιήγηση, με το καθημερινό περπάτημα, με έφερε σε μέρη που είχα γνωρίσει τόσο καλά όλα τα προηγούμενα χρόνια, όταν επισκεπτόμουν την πόλη της Μουσικής. Και πάλι όμως ανακάλυψα νέα, άγνωρα σημεία της, νέες όψεις της, νέες πρωινές ή δειλινές της ώρες…

(Συνεχίζεται…)

• Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/kostis.meintanis

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *