«Ο άνθρωπος ελέφαντας» του Bernard Pomerance στο Vault theatre | Ο Γιάννης Φιλιππίδης γράφει για την παράσταση

Άνεμος Magazine 16/10/2019 0

Είδα απόψε, την παράσταση για την οποία θα αφεθώ να σας μιλήσω κι επιστρέφοντας στο σπίτι μου, άνοιξα ένα αρχείο κειμένου, έτσι ώστε να κρατήσω ζωντανά, όλα όσα ένιωσα ως θεατής της.
 Πρόκειται για τη δεύτερη φορά που το θεατρικό έργο «Ο άνθρωπος ελέφαντας», το έργο του Bernard Pomerance σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδη και δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη. Πρόκειται για την παράσταση που πρωτανέβηκε στο Broadway τον Απρίλιο του 1979 ως τον Ιούνιο του 1981 (916 παραστάσεις!) και στην Ελλάδα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον Δημήτρη Ποτάμιτη στο Θέατρο Έρευνας (σεζόν 1980-81).

Αν ζείτε με την πεποίθηση, ότι πρόκειται να παρακολουθήσετε μια παράσταση που θα σας σοκάρει με την ασκήμια της, θα νιώσετε κάτι εντελώς διαφορετικό. Πρόκειται να δείτε, μια παράσταση αισθητικά εκρηκτική, που διεισδύει στα βάθη του ανθρώπινου θυμικού.

Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής (1880). Το θέμα; Η αληθινή ζωή του Τζον Μέρρικ, γνωστή και ως «Ανθρώπου Ελέφαντα» που παρουσιάστηκε στην τηλεόραση σε σκηνοθεσία Jack Ηofsiss με τους Philip Anglim, Glenn Close, κ.α. (υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα και 4 βραβεία Emmy), και στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία David Lynch, με τους John Hurt, Anthony Hopkins, Anne Bancroft, κ.α., όπου απέσπασε οκτώ Υποψηφιότητες για Όσκαρ (Kαλύτερου Ά Ανδρικού Ρόλου, Σκηνοθεσίας, Καλύτερης Ταινίας, Σεναρίου, Κουστουμιών, Σκηνικών, Μουσικής και Μοντάζ). Η ταινία καθιέρωσε τον David Lynch ως grand auteur, αποτέλεσε σταθμό στην καριέρα του Anthony Hopkins και ανέδειξε το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του John Hurt.

Από γενέσεώς του, τόσο ο Δημήτρης Καρατζιάς, όσο και ο συμπράκτης του στο θέατρο Vault, Μάνος Αντωνιάδης, δεν σταματούν να μας εντυπωσιάζουν με ξεχωριστές και μυσταγωγικές βραδιές θεάτρου μέσα από ένα καινοτόμο –για τα ελληνικά θεατρικά δρώμενα- ρεπερτόριο, που αναδεικνύει την θεατρική μαγεία στο θεατρικό κοινό, που εξακολουθεί –και θα εξακολουθεί- να παιδεύεται και να εκπαιδεύεται μέσα από τέτοιες ρηξικέλευθες θεατρικές παραγωγές.

Εναρμονισμένος ο θίασος των πρωταγωνιστών, αλλά και των δεύτερων ρόλων με τη σκηνοθετική οπτική του Κοραή Δαμάτη, που έχει επιπλέον επιφορτιστεί  όχι μόνο με την φροντίδα των σκηνικών, των κοστουμιών και την ρύθμιση των φώτων επί σκηνής, αλλά φτάνει να εισχωρεί πολύ πιο βαθιά, εκεί που καταλήγει να συντονίζει τον θεατή με το σενάριο τού έργου σε βαθμό τέτοιο, ώστε κάποιες στιγμές ιδιαίτερα δυνατές, όχι απλώς να ταυτίζονται με την έννοια ενσυναίσθηση, αλλά να προκαλούν στο θεατή μιας μορφής σπάνιας βαθιά ταύτιση, όσο και αυθόρμητα αλλά λυτρωτικά δάκρυα.

Είναι δύσκολο –αλλά κατορθωτό- για κείνον, η βαθιά διείσδυση στους ρόλους των χαρακτήρων, όσο και στην ίδια την εποχή, που χαρακτηρίζεται σε απλά ελληνικά, ως σκοταδιστική.

Μιλάμε για την αληθινή ιστορία ενός διαφορετικού ανθρώπου, που έπασχε από μια σπάνια εξωτερική παραμόρφωση σε όλο του το κορμί. Ο έγκριτος ιατρός Τριβς, θα τον πάρει υπό την προστασία του από τα τσίρκα των τεράτων (freak shows) της εποχής, ο ήρωάς μας, θα βρεθεί κάτω από νοσοκομειακή κηδεμονία με περισσότερη ανθρωπιά και φροντίδα. Με μια επιστολή του στους Times, o γιατρός του σε συνεργασία με τον διευθυντή Καρλ Γκομ, θα τα καταφέρουν να εξασφαλίσουν την αξιοπρεπέστερη στέγη-διαμονή και ποιότητα ζωής για τον κεντρικό ήρωα του έργου.
Αρκεί αυτό; Όχι βέβαια για τον Μέρικ. Κι αυτό, επειδή η ως τότε πλανόδια και επώδυνη πορεία ζωής του μέσα από τα τσίρκα, θα καταλήξει να γίνει μια σύντομη πορεία ζωής, γεμάτη χορηγούς ευγενείς και άρχοντες, που θα τον επισκεφτούν ιδιωτικά στην κλινική-χρυσό κλουβί του, που μπορεί να είναι για κείνον ένα –κατ’ αρχήν δώρο ζωής και μιλώ βέβαια για την αξιοπρέπεια στον τρόπο ζωής του, μακριά από θιάσους περιοδεύοντες για τα αδηφάγα βλέμματα μιας άκρως σκοταδιστικής εποχής- αλλά ευαίσθητος και βαθιά ανθρώπινος όπως είναι ο ίδιος, θα νιώσει γρήγορα, πως η δική του ιστορία επαναλαμβάνεται όχι πια στην ευρωπαϊκή ήπειρο-ύπαιθρο, αλλά στη ζωή του, που κυλάει με επισκέψεις χορηγών-αρχόντων, κάτι που αλίμονο, θα του προκαλέσει μια όμοιας μορφής απελπισία.

Υπάρχει άραγε παράδεισος και κόλαση για κείνον; Βαθιά θρησκευόμενος και χωρίς άλλο ιδεολογικό στήριγμα, θα πιστέψει πως υπάρχει, ερχόμενος ακούσια σε βαθιά αντίθεση με τις απόψεις των γιατρών αλλά και όσων τον συντρέχουν με την παρουσία τους ή την δωρεά τους στην εν λόγω κλινική.
«…Καμιά φορά σκέφτομαι, πως το κεφάλι μου είναι τόσο μεγάλο,
γιατί είναι γεμάτο από όνειρα…»

Δεν θέλω να προδώσω περισσότερα μυστικά του ήρωα, πριν δείτε την παράσταση με τον αξεπέραστο Δημήτρη Καρατζιά, αυτοεκτιθέμενο σ’ έναν τόσο δύσκολο ρόλο. Ο Δημήτρης, παίζοντας με άπαντα τα ερμηνευτικά του μέσα στον ομώνυμο ρόλο, ντύνεται τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου που στ’ αλήθεια υπήρξε με καρδιά ακριβή, μας επιφορτίζει με την ανησυχία, τα αδιέξοδα και την σκέψη του. Φοράει την κουκούλα και την μάσκα του, ονειρεύεται την ζωή και τον έρωτα μιας γυναίκας –που τολμά να γδυθεί μπροστά του- χωρίς να μπορεί ν’ ανταποκριθεί στις δικές του αρσενικές επιθυμίες, μολονότι εκείνη του προσφέρεται, αλλά συλλαμβάνονται αμφότεροι από τον θεράποντα γιατρό, που υποτιμά και διώχνει μια πρωταγωνίστρια θεάτρου, που λίγο καιρό πριν, ο ίδιος έχει επικαλεστεί ως γυναίκα για να του καλύψει κι αυτό το ψυχοσωματικό κενό. Ιδιαίτερη αναφορά οφείλω να κάνω, τόσο στο γεγονός ότι ο Δημήτρης μας πείθει απόλυτα πως είναι εκείνος, ο Άνθρωπος Ελέφαντας, που άλλωστε υπήρξε στ’ αλήθεια κι ακόμα απασχολεί την παγκόσμια ιατρική κοινότητα με την μετάλλαξή του, μιας και ,ας πείθει εκφραστικά, τόσο για τη δυσκολία που είχε ο αληθινός Μέρικ στην αναπνοή του, κινητοποιώντας βαθιές για έναν ηθοποιό ανάσες και ρόγχους, που ωστόσο υπήρξαν ιστορικά αληθείς, μιας και ο ήρωας κατέληξε στα 28 του μόλις χρόνια, λόγω θραύσης της τραχείας και της αναπνευστικής οδού του, πεθαίνοντας από ασφυξία που οφειλόταν στο βάρος του κεφαλιού του, που υπερέβαινε σε περίμετρο τα 90 εκατοστά. Προσωπικά μ’ εντυπωσίασε ακόμα και η κινησιολογική του ύπαρξη στη σκηνή, όπου περπατούσε με μπαστούνι, λόγω της αναπηρίας του ποδιού του.

Ο Περικλής Μοσχολιδάκης στον αμφίσημο αλλά βαθιά ανθρώπινο κι ευθυτενή ρόλο του γιατρού Φρέντερικ Τριβς, αποκαλύπτει στο κοινό έναν βαθιά ευαίσθητο χαρακτήρα, που εν αρχή περιορίζει τον ασθενή του από την μέγιστη ηδονή μιας γυναικείας ύπαρξης, μιας και οι ηθικοί αλλά ωστόσο «κανόνες» της εποχής, αποκλείουν τον ασθενή από δεδομένες ίσως για τους «υγιείς» απολαύσεις της ίδιας του της ζωής. Στιβαρός με τα ερμηνευτικά του μέσα, καταλήγει να μας καθηλώνει, ιδιαίτερα τη στιγμή του τελικού του μονόλογου, όπου αποκαλύπτει την ανθρώπινη φύση ενός γιατρού που λειτουργεί σύμφωνα με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής, αλλά ταυτόχρονα λυγίζει και λυγμίζει ως άνθρωπος.

Η Μαρία Καβουκίδη (κυρία Κένταλ) στον γεμάτο ζωή κι επίγνωση της πραγματικότητας χαρακτήρα που ενσαρκώνει, εκφράζει στο θεατρικό σανίδι, τον ρόλο της απόλυτης γυναίκας με εκφραστικότητα και αλήθεια, που πείθει με τρόπο απόλυτο, ακόμα και στις μικρές αλλά ερμηνευτικά ενταγμένες σιωπές της.

Ο Στέλιος Καλαϊτζής, που παίζει τρεις διαφορετικούς ρόλους, αυτούς του ιδιοκτήτη ενός τσίρκου, του επίσκοπου αλλά και του νοσοκόμου, κερδίζει τις εντυπώσεις με τις ερμηνευτικές του αποδόσεις, ιδιαίτερα σε αυτήν του παραδόπιστου και ευτελούς-απάνθρωπου ιδιοκτήτη ενός τσίρκου τεράτων, που όχι μόνο κακομεταχειρίζεται τον κεντρικό μας ήρωα, αλλά επιστρέφει και τον επισκέπτεται ακόμα και στην κλινική του, με στόχο να ζητήσει μέρισμα από τις επισκέψεις των αρχόντων-χορηγών του Μέρικ, αξιώνοντας και παζαρεύοντας ποσοστό από τις χορηγίες της ανώτερης τάξης με το ποταπό επιχείρημα ότι ήταν εκείνος που συνέβη να τον ανακαλύψει ως άνθρωπο-τέρας, πρώτος.

Ο Μιχάλης Κάλιοτσος, ο Αντώνης Καραθανασόπουλος και η Σοφία Ρουβα, ακολουθώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κοραή Δαμάτη, συμπληρώνουν το δυσοίωνο πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει –ακόμα, αλλά για πόσο;- ο Τζον Μέρικ.

Αξίζει να μην παραλείψω να μιλήσω τόσο για τις εντυπωσιακές και τόσο ιδιαίτερα κατασκευασμένες  μάσκες της Ελένης Σουμή, που συμπλήρωναν εικαστικά τον κάθε ρόλο, όσο και στον Σωκράτη Παπαδόπουλο, που είχε την εικαστική ευθύνη τόσο για την μάσκα του Μέρικ, κατασκευασμένη από μέταλλο σε μορφή πλέγματος, αναδεικνύοντας το αληθινό μέγεθος του κεφαλιού του πρωταγωνιστή, όσο και γο δεξί, δυσμορφικό και «άχρηστο» πια χέρι του.

Η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, προσδίδει ιδιαίτερη έμφαση και τονισμό στη ροή της παράστασης.

Κι αν τελικά υπάρχει ο παράδεισος, όπως επιμένει να πιστεύει εκείνος –ούτε καν ο γιατρός του- υπάρχει μια άλλη ζωή στην οποία, εκεί που ουκ εστί πόνος, θα ‘χει άλλη μια ευκαιρία να ζήσει ως άνθρωπος–ψυχή σ’ όσα έχει ονειρευτεί, αλλά στάθηκαν μαζεμένα διογκώνοντας τον εγκέφαλό του;

Πρόκειται για μια παράσταση, που δημιουργεί σοκ και δέος στον θεατή, αλλά φεύγοντας από το θέατρο, θα την κουβαλάει πάντα μέσα του και θα την προσαρμόζει –ή θα διδάσκεται απ’ αυτήν- στο διηνεκές του βίου του.

Εξαιρετική μνεία αξία αξίζει τόσο στον Δημήτρη Καρατζιά, που εξέθεσε τον εαυτό του σ’ έναν τόσο πολύπλοκο ρόλο από τον οποίο βγαίνει νικητής, όσο και στους ηθοποιούς και συντελεστές της παράστασης, που ‘ναι «κουρδισμένοι» τόσο σωστά ώστε ν’ αποδείξουν, πως η διαφορετικότητα, η δυστυχία κι όσα αντιλαμβανόμαστε ως απλοί θεατές, έχουν ανάγκη από μια εσωτερική πάλη, τόση, όσο συχνά έχουνε και οι δικές μας ζωές.

ª Μάθετε περισσότερα για τους συντελεστές, τις μέρες και τις ώρες των παραστάσεων, εδώ:
http://anemosmagazine.gr/2019/theatro/parastaseis/anthropos-elefantas/

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *