Ο roofer των Χριστουγέννων | Αλέκα Παυλίδη

Άνεμος Magazine 27/12/2019 0

Η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου σήμερα και δεν έχω που να σταθώ. Κάνει ψοφόκρυο από το πρωί παρόλη την αστραφτερή ηλιοφάνεια κατά την διάρκεια της ημέρας. Περπατώ προσεκτικά στην Έβρου, πίσω από το παράρτημα του Ιπποκρατείου. Ο προορισμός μου είναι το Ιπποκράτειο νοσοκομείο Αθηνών, εκεί βολεύομαι τον τελευταίο καιρό με την Ρίτα.
Ίσως να ήταν καλύτερα να έπαιρνα την Βασιλίσσης Σοφίας συλλογίζομαι και κοντοστέκομαι. Την νύχτα τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια με μαγεύουν και οι δρόμοι της Αθήνας γίνονται χρωματιστά ποτάμια. Ποιός περνάει όμως από εκεί με τον Ντιέγκο να καραδοκεί σκεπασμένος δήθεν με την κουβέρτα την οποία μοιράζεται με τον Σπύρο;
Ο Σπύρος είναι ο τέταρτος άστεγος στην σειρά μετά την Σοφία που βάφεται άσπρη σαν το φάντασμα και κάνει την παντομίμα για να ζητιανέψει, την κυρία Κυριακή που στέκεται αμίλητη και κρατάει ένα κομμάτι από χαρτόκουτο που γράφει “Πεινάω”, και τον Άρη που ακούει μπάλα ανελλιπώς από ένα μικρό ραδιόφωνο.
Θα σου πω εγώ ποιος περνάει σύριζα από την Βασιλίσσης Σοφίας μετά την έλευση του Σπύρου και του κοπρόσκυλου του Ντιέγκο. Κανείς λογικός γάτος! Κανείς! Διότι αν κάνεις πως περνάς, αυτός ο μπάσταρδος, κουκουλωμένος με την καφέ κουβέρτα. κάνει πως κοιμάται ενώ στην πραγματικότητα βλέπει μέσα από τα κλειστά του βλεφαρά, τα πάντα. Δεν τον ενοχλούν οι άνθρωποι, ούτε καν οι φασαριόζοι, οι αγενείς, οι ντυμένοι αλλοπρόσαλλα παρά μόνο οι γάτες. Τις κυνηγάει με μανία παρόλες τις απαγορεύσεις του αφεντικού του. Έτσι λοιπόν πάμε όλοι περιμετρικά.
«Άργησες» ακούω την Ρίτα να μου φωνάζει απο μακριά. Έχει πιάσει μια γωνία στο κτίριο ΄Δ του νοσοκομείου όπου είναι απάγκιο και με περιμένει. Τρίβομαι πάνω της και βολεύομαι δίπλα από την κούτα που μας έχει βγάλει η αποκλειστική η Ελένη. Το μισώ όταν δεν μπορώ να ανέβω στις στέγες για να περάσω την νύχτα αλλά έχε χάρη που η Ρίτα προτιμά να βρίσκεται στα χαμηλά.
«Έχω πεθυμίσει γαύρο τηγανητό» μου λέει χωρίς να με κοιτάει. Χα! Γαύρο τηγανητό! Έχω να δω απο πρόπερσι όταν ακόμα βρισκόμουν στο σπίτι του κύριου Στέφανου, σκέφτομαι από μέσα μου. «Που να τον βρούμε τώρα τον γαύρο;» Της απαντώ και γω χωρίς να την κοιτάω. Και κυρίως που να βρούμε έναν κυρ Στέφανο να μείνουμε μαζί του, αναρωτιέμαι σιωπηλά. Ο δικός μου, συνταξιούχος φιλόλογος με είχε κοντά του περίπου δύο χρόνια. Παράπονο δεν είχα. Καλό φαγητό, καλό διάβασμα, καλό ύπνο. Μέχρι που πέθανε και η μοναδική κληρονόμος του διαμερίσματος, η ανιψιά του, με πέταξε με τις κλωτσιές έξω. «Δεν τις μπορώ τις γατότριχες στο σπίτι! Ούστ!» ήταν τα λόγια που θυμάμαι πριν το σουτάρισμα.
Αν δεν ήταν η Ρίτα να με προσέξει τον πρώτο καιρό θα είχα χάσει και τις επτά ζωές μου μονομιάς.
Έτσι μου έλεγε ο κυριος Στέφανος: «Ρούφερ, οι γάτες στην Ελλάδα έχουν επτά ζωές.. στο εξωτερικό εννιά. Να τις προσέχεις γιατί εδω πεθαίνεις νωρίτερα.» Τότε με έλεγαν Ρούφερ, έτσι με φώναζε ο κυρ Στέφανος τουλάχιστον, επειδή είχα το συνήθειο να σκαρφαλώνω στα ψηλότερα μέρη του σπιτιού και να κοιμάμαι. Τα ντουλάπια της κουζίνας ήταν τα αγαπημένα μου, καθώς είχα πανοραμική θέα στο υπόλοιπο σπίτι ενώ παράλληλα οι μυρωδιές από τα καλούδια ήταν σε κοντινή απόσταση. Ακριβώς κάτω από την μύτη μου.
«Εδώ είστε;» Διέκοψε την αναπόλησή μου η φωνή της Ελένης, η οποία μόλις βγήκε από την πόρτα του νοσοκομείου, κουκουλωμένη, φορώντας τα κομμένα στα δάκτυλα γάντια της. Έβγαλε από την τσέπη δύο χούφτες ξηρά τροφή και τις άφησε στην γωνία. «Φάτε βρε έρμα, κάνει ψόφο σήμερα» Πέσαμε με τα μούτρα με την Ρίτα και ροκανίζαμε κροκέτα την κροκέτα ενώ η Ελένη έβγαλε το κινητό της και χάζευε. Το φως της οθόνης έκανε τα χαρακτηριστικά της ευκρινή μέσα στο σκοτάδι. Ήταν γύρω στα τριάντα, τριανταπέντε με καρέ καστανά μαλλιά και σκούρα μάτια. Ίσως να ήταν όμορφη. Αν δεν είχε τόσο μεγάλο κούτελο. Έκλεισε το κινητό, χάιδεψε το πιγούνι της Ρίτας και μπήκε πάλι μέσα.

Ξύπνησα από την φασαρία του οχήματος που μετέφερε μπουκάλες οξυγόνου. Δύο άντρες ξεφόρτωναν ενώ ένας τρίτος φώναξε χαριτόλογώντας στον οδηγό που είχε παρκάρει στραβά «Τι θα γίνει ρε φιλαράκι; Θα κλείσεις το Ιπποκράτειο σήμερα;» Η Ρίτα κοιμόταν σαν ψόφια. «Μωρε λες;» αναρωτήθηκα. Πλησίασα τα μουστάκια της που κουνήθηκαν όταν ακούμπησαν τα δικά μου. Εντάξει, όλα καλά.
Τεντώθηκα και έφυγα για βόλτα. Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα και ο κόσμος τρέχει αλαφιασμένος. Τσάντες με δώρα παντού, τακούνια πάνε και έρχονται και κόκκινα βρακιά μοστράρουν στις βιτρίνες. Στην στάση του λεωφορείου δύο αγόρια με κόκκινους αγιοβασιλιάτικους σκούφους βγάζουν σέλφι για το ίνσταγκραμ. Σε κεντρικό βιβλιοπωλείο πήρε το μάτι μου το “Για τις γάτες” του Τσάρλς Μπουκόβσκι. Τι να λέει άραγε;

Έχει αρχίσει και με κουράζει αυτή η αναμπουμπούλα. Ένα άγχος διάχυτο στην ατμόσφαιρα που δείχνει να κλιμακώνεται όσο πλησιάζουν οι γιορτές. Τα παιδιά περιμένουν δώρα από τον Άγιο Βασίλη, οι μεγάλοι κόσμο στο σπίτι και λογαριασμούς, οι ασθενείς στα νοσοκομεία να βγουν τρέχοντας και να μην κοιτάξουν πίσω. Όλοι κάτι περιμένουν. Ξαφνικά βαρέθηκα να ακούω Mariah Carey “All I want for Christmas is you” από τα cafe και να βλέπω διαφημίσεις με φιλανθρωπικά μηνύματα αναψυκτικών σε λεωφορεία.
Χωρίς να το καταλάβω αρχίζω να τρέχω. Δεν σταματώ μέχρι να φτάσω δίπλα στον Ντιέγκο και τον Σπύρο. Εδώ όλα είναι ήσυχα. Σε αυτή την πλευρά του δρόμου, με τους τέσσερις αστέγους, κανείς δεν περιμένει τίποτα. Κανείς δεν τρέχει να προλάβει να ψωνίσει δώρα και φαγητά. Εδώ δεν υπάρχει υποκρισία και ψυχαναγκασμός. Δεν μοιράζεις ευχές σε συγγενείς που βρίζεις από μέσα σου ανάμεσα στο “Χρόνια” και στο “Πολλά”, δεν υπάρχει λόγος να χαρείς ξαφνικά για δύο, τρεις μέρες επειδή έτσι είθισται, ούτε να καταπιεστείς για να δείξεις ότι νοιάζεσαι για τους παρατημένους ηλικιωμένους, τα ορφανά, τους φτωχούς και τα αδέσποτα. Ωραία.. Σαν να έπεσαν οι σφυγμοί της καρδιάς μου. Κλείνω λίγο τα μάτια και γουργουρίζω ασφαλής. Κοίτα να δεις που νιώθω ασφάλεια και θαλπωρή ένα βήμα μακριά απο τον Ντιέγκο, χαχα ποιος να μου τό λεγε! Τον Ντιέγκο! Ανοίγω τα μάτια γρήγορα και χωρίς να ανασάνω γυρνώ τους βολβούς 30 μοίρες νότιοανατολικά. Νάτος!
Η φουντωτή ουρά του εξέχει από την τραχιά κουβέρτα. Τον βλέπω στα πλάγια να έχει χώσει την μουσούδα του στα δύο καφάσια που βρίσκονται το ένα πάνω στο άλλο και χρησιμεύουν ως τραπεζάκι μπροστά από τον Σπύρο. Συγκεντρώνομαι και οσφρίζομε τον παγωμένο αέρα που έρχεται προς το μέρος μου. Λουκάνικο τρώει ο κερατάς! Προσηλωμένος στο ανέλπιστο γεύμα του δεν με προσέχει, έτσι και εγώ ακολουθώ το ρητό των γατιών του δρόμου που λέει «Αν δεν σε κυνηγήσουν όταν αρχίζεις να απομακρύνεσαι, συνέχισε να απομακρύνεσαι».
Κάπως έτσι, φτάνω στο Ιπποκράτειο για να βρω την Ρίτα ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά σαν ξεδιάντροπη οδαλίσκη στην τσιμεντένια επιφάνεια που βρίσκεται στην μέση των τεσσάρων κτιρίων του νοσοκομείου. «Τι κάνεις εδω;» την ρωτάω με απορία.
«Απορροφώ τις ακτίνες του ήλιου, όταν εκείνες δραπετεύουν από το γκρίζο νεφελώδες στερέωμα» μου απαντά με λιγωμένα μισόκλειστα μάτια.
«Είσαι αναίσθητη” της λέω και της γυρνάω την πλάτη.
«Εσύ είσαι υπερευαίσθητος και αγχώνεσαι δίχως λόγο και αιτία. Η διαμονή σου σε διαμέρισμα και δίπλα σε ανθρώπινο ον, σου αλλοίωσε την κληρονομική ανέμελη γατίσια φιλοσοφία».
Ίσως να έχει δίκιο συλλογίζομαι καθώς περνάω το βλέμμα μου περιμετρικά αδιαφορώντας για την πλοκή της ταινίας που διαδραματίζεται καθημερινά εδώ έξω. «Τα Χριστούγεννα μου φέρνουν μελαγχολία» δικαιολογούμαι σιγανά.
«Και τι σε νοιάζουν εσένα τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά Ρούφερ;» με ρωτά. «Αυτά είναι για τους ανθρώπους δεν είναι για τα ζώα. Τι αλλάζει για σένα δηλαδή τα Χριστούγεννα. Τι θα γίνει αύριο; Θα μαζευτείς με τους γονείς σου και τα παιδιά σου να φάτε στο ίδιο τραπέζι γαλοπούλα και μελομακάρονα;»
Την είδα να σηκώνεται νωχελικά και να έρχεται δίπλα μου. Τακτοποίησε την ουρά της γύρω από το σώμα της και με κοίταξε αφ’ υψηλού περιμένοντας απάντηση.
«Αύριο μπορεί να μην γίνει τίποτα» της λέω «σήμερα όμως το βράδυ που είναι παραμονή, ο θρύλος λέει ότι τα ζώα μιλούν ανθρώπινα».
«Χα! αν μπορούσα να γελάσω θα ξεκαρδιζόμουν καημένε! Και σε ποιόν θα μιλήσεις και τι θα πεις;»
Δεν είχα εύκαιρη απάντηση… Έφυγα από κοντά της με το κεφάλι ψηλά και την ψυχή στα πόδια. Δίκιο είχε αλλά εμένα με έπνιγε το παράπονο. Τίναξα την πατούσα μου από τα βρομόνερα που πάτησα αφηρημένος και περιπλανήθηκα στον χώρο. Να μιλήσω σε ποιόν ανθρώπινα και τι να του πω; Αυτοί εδώ τα ξέρουν όλα όπως φαίνεται. Τα ξέρουν και κάνουν άλλα από εκείνα προφανώς. Επιλογές είναι αυτές.. Και αν μίλαγα στην Ελένη την αποκλειστική; Αυτή φαίνεται πονετική και προσεγγίσιμη. Αλλά τι να τι πω; Να της πω το παράπονό μου; Ότι τα λαμπάκια, τα στολίδια, οι μυρωδιές, τα χαμόγελα, τα σέξι εσώρουχα και οι ευχές αμβλύνουν την ψαλίδα μεταξύ όνειρου και πραγματικότητας; Τι νόημα έχουν όλα αυτά όταν μεθαύριο θα είναι όλα ίδια;

Νύχτωσε χωρίς να το καταλάβω σκασμένος όπως ήμουν.. Άρπαξα ένα κομμάτι ζαμπονοτυρόπιτα που μου έριξε μια σγουρομάλλα με σκισμένο τζιν και ανέβηκα στα κεραμίδια. Γευμάτισα ήρεμος και χαλάρωσα κάτω από τον έναστρο ουρανό. Κάτω λαμπάκια πάνω αστέρια. Χωρίς να το καταλάβω η Ρίτα ήρθε δίπλα μου και κάθισε ήσυχα, αμίλητα. Ένα αμάξι έχει τέρμα Frank Sinatra “Fly me to the moon” . Υποθέτω πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να της το πω. «Καλά Χριστούγεννα. Σ’ αγαπώ» βγήκαν κάτι ανθρώπινες λέξεις από το στόμα μου και φούντωσε η τρίχα μου ξαφνιασμένα. Εκείνη ατάραχη, τρίφτηκε πάνω μου με την ζεστή της γούνα και μου ψιθύρισε με πάθος στο αυτί. «Πρρρνιάρρ».

• Επικοινωνήστε με τη δημιουργό:
https://www.facebook.com/aleka.pavludi.3?ref=br_rs

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *