Ο κύριος Δαλμάς | Βάσω Ζαφειροπούλου | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 01/08/2019 0

Ο κ. Δαλμάς είναι ένας αληθινός «κύριος»! Εμφανίσιμος πενηντάρης, ψηλός, γεροδεμένος, ανοιχτόχρωμος, ευγενικός, με τον καλό λόγο στα χείλια του, καλοπαντρεμένος και με δυο παιδιά στην εφηβεία. Αρρώστησε ξαφνικά, μπήκε στο νοσοκομείο και για δυο μήνες θα λείπει σε αναρρωτική.
Έτσι πήρα τη θέση του ως προσωρινή!
Την παραπάνω ενημέρωση είχα απ’ τον διευθυντή μου την πρώτη μέρα που παρουσιάστηκα στην υπηρεσία, λίαν ευγνώμων για την καλή μου τύχη-έστω και πρόσκαιρη. Στη σκέψη μου κυριαρχούσε το πολύ ελληνικό: «χώσου κάπου κι έχει ο Θεός! Μες στην κόλαση της αδιοριστίας, η θέση αυτή φάνταζε ως παράδεισος».
Οι συνάδελφοί μου με δέχτηκαν ευχαρίστως και ήταν πολύ εξυπηρετικοί, ο λυκειάρχης, στρωτός, αλλά «κάπως», ο υποδιευθυντής χωμένος στα τεράστια βιβλία της γραφειοκρατίας του, άρα, όλα καλά και συνηθισμένα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, λοιπόν, θα με ανέχονταν ή καλύτερα θα συνεργαζόμαστε το επόμενο δίμηνο. Το σχολικό έτος είχε ήδη αρχίσει, επομένως δεν υπήρχε περίπτωση να διεκδικήσω κάτι, απλώς πήρα ό, τι περίσσευε. Έτσι, βρέθηκα να διδάσκω όλα τα φιλολογικά σ’ ένα απ’ τα  τμήματα της πρώτης λυκείου! Με τα παιδιά κάθε ηλικίας δεν είχα ποτέ πρόβλημα, συνεπώς, ο καιρός κυλούσε αναίμακτα!
Είχε περάσει ο μήνας και σε μια κενή μου ώρα, όταν, μόνη μου, στο γραφείο των καθηγητών διόρθωνα γραπτά, βλέπω έναν κύριο να μπαίνει με την άνεση κάποιου που ξέρει τα κατατόπια. Απέκλεισα να είναι γονιός. Καθώς τον περιεργαζόμουνα για μερικά δευτερόλεπτα, η περιγραφή του λυκειάρχη ήρθε και σκάλωσε στη σκέψη μου. Ήμουν άτυχη, λοιπόν! Ο συνάδελφος επανήλθε νωρίτερα. Συμπέρασμα: θα’ παιρνα γρήγορα πόδι!
«Είσαι καινούργια εσύ;» ο νεοφερμένος είχε σταθεί μπροστά μου και με κοιτούσε με τα μεγάλα γαλανά του μάτια ερευνητικά.
«Μάλιστα», αποκρίθηκα λίγο μπερδεμένη. Δεν μπορούσες να τον πεις αγενή, αλλά ούτε κι ευγενικό. Είχε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του -άψογα ντυμένος- κι έναν αέρα αριστοκρατικό. Αλλά…
«Φιλόλογος, ασφαλώς», συνέχισε στο ίδιο ύφος.
Του έγνεψα καταφατικά, γιατί είχε αρχίσει να με νευριάζει.
Το ωραίο άσπρο του δέρμα ρόδισε κι ένα χαμόγελο ζέστανε τη ματιά του.
«Επομένως, εμένα αντικαθιστάς. Είμαι ο Δαλμάς», δήλωσε θριαμβευτικά κι απομακρύνθηκε προς το κέντρο του δωματίου.
Του συστήθηκα, τον καλωσόρισα και του είπα πως μπορούσε να πάρει πάλι την τάξη του.
«Μη βιάζεσαι. Μη βιάζεσαι. Δεν ήρθα για να σε διώξω. Θα βρούμε λύση. Χωράμε όλοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Εσύ είσαι νέα και τους νέους έχουμε χρέος να τους υποστηρίζουμε».
Έμοιαζε να βγάζει λόγο και ο στόμφος του μου ’φερνε γέλια. Με το ζόρι κρατιόμουνα. Απ’ την άλλη, σκέφτηκα -και σοβαρεύτηκα- πως θα ήτανε σπουδαίος στα Νέα Ελληνικά-απαγγελίες, θεατρικά και τα παρόμοια. Τώρα, έκοβε βόλτες, με τα χέρια στις τσέπες, πολύ ευχαριστημένος. Από τι; αναρωτήθηκα. Ίσως, που ξαναβρέθηκε, γερός και δυνατός, στον επαγγελματικό του χώρο, το ερμήνευσα.
«Καλώς ήρθες κ. Δαλμά. Περαστικά και σιδερένιος!» ο λυκειάρχης έκανε την εμφάνισή του. «Έλα, στο γραφείο μου, να τα πούμε».
Τα είπανε και φαίνεται πως καταλήξανε στο ευτυχές συμπέρασμα πως όλοι χωρούσαμε. Μ’ αυτή τη λογική, ο συνάδελφος ξαναπήρε κάποια μαθήματά του που αναπλήρωνε ο λυκειάρχης κι όλα βρήκαν το δρόμο τους. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι τον καλωσόρισαν και, από κείνη την ημέρα, βρέθηκα να κάθομαι στα διαλείμματα δίπλα στον κ. Δαλμά. Εδώ είναι απαραίτητο να πω δυο λόγια για το κτήριο. Το Λύκειο στεγαζόταν σ’ ένα διώροφο παλιό οίκημα που έμπαζε νερά και κρύο από παντού. Και το γραφείο των καθηγητών ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο στον πάνω όροφο που η μπαλκονόπορτά του έβγαζε σ’ ένα υποτυπώδες μπαλκόνι. Τρία συνηθισμένα γραφεία δεν έφταναν για να’ χουμε ο καθένας το δικό του και γι’ αυτό βολευόμαστε όπως-όπως σε καρέκλες. Όπου καθόμουνα, λοιπόν εγώ, να’ σου, ύστερα από λίγο, κι ο Δαλμάς στη διπλανή καρέκλα, αφού προηγουμένως μου έκανε την κλασική ερώτηση:
«Τι κάνει η όμορφη Κυψέλη μας;» είχαμε μιλήσει κάποτε για  τη γειτονιά μου.
Του απαντούσα το στερεότυπο «Καλά» και μετά… σιωπή. Το βλέμμα του κολλούσε στο τζάμι της μπαλκονόπορτας κι έμενε ακίνητος για όλο το υπόλοιπο διάλειμμα. Τι κι αν νεότεροι και μεγαλύτεροι συνάδελφοι μιλούσαν, αστειεύονταν ή μπαινόβγαιναν, ο Δαλμάς δεν άλλαζε πόστο, ούτε έστρεφε το βλέμμα του αλλού. Πότε-πότε μοναχά άλλαζε το πόδι που σταύρωνε στο γόνατο. Το κακό, όμως, ήταν πως επηρέαζε και μένα, και, παρ’ όλο που είχα διάθεση να επικοινωνώ καλύτερα με τους άλλους συναδέλφους μου, εν τούτοις ένιωθα δέσμια μιας σιωπής που μου επιβαλλόταν. Ίσως, ήταν δική μου η αδυναμία, πάντως, αυτό συνέβαινε. Και τώρα που μας φέρνω στο νου μου, θα πρέπει να είμαστε σαν μαγική εικόνα στα μάτια τρίτων. Τότε, δεν μ’ απασχολούσε, εφ’ όσον δεν φαινόταν να ξενίζει και κανέναν εκεί μέσα. Μέσα στην άγνοια της νιότης μου, ένα παραπάνω επεισόδιο δεν είναι και προς θάνατον!
Κι οι μέρες περνούσαν πανομοιότυπες, ως προς τη σχέση μου με τον Δαλμά, που δεν έλεγε ν’ αλλάξει ούτε καρέκλα, ούτε και τρόπο επικοινωνίας! Πολλές φορές τα’ ριχνα στον εαυτό μου. Μήπως εγώ, σαν νεότερη, έπρεπε να κάνω μια αρχή; Αλλά, όσες φορές γυρνούσα, μειδιώντας χαριτωμένα για την περίσταση, με σταματούσε το βλέμμα του που, παγωμένο, έμενε κολλημένο στην μπαλκονόπορτα. Κάποια μέρα, παρ’ όλ’ αυτά, πήρα την ηρωική απόφαση να επιμείνω. Στράφηκε απότομα, μου ’ριξε μια αγριεμένη ματιά, αλλά, μόλις κατάλαβε, φαίνεται, πως με τρόμαξε, γλύκανε, χαμογέλασε και μου απάντησε ευγενικά. Από τότε παραιτήθηκα. Δεν είχα καμία όρεξη, μέσα στην τάξη, ν’ αντιμετωπίζω τα άγχη της εφηβείας και στο διάλειμμα τις ακατανόητες σιωπές του συναδέλφου. Αρκεί που δεν προερχόταν από μένα αυτή του η συμπεριφορά. Έτσι, απελευθερώθηκα από μια ενοχή επιπλέον, ας πούμε.
Μια αποφράδα μέρα, όμως, έτυχε το κενό μας να συμπέσει, πράγμα που σήμαινε πως θα ήμαστε οι δυο μας: εγώ θα διόρθωνα -ευτυχώς- και κείνος, τι; αναρωτιόμουνα. Έσκυψα βιαστικά πάνω στα τετράδια της έκθεσης και δίχως χασομέρι άρχισα να διαβάζω. Ο Δαλμάς ξεκίνησε το πηγαινέλα του μέσα στο μακρόστενο δωμάτιο με το κεφάλι σκυφτό και τα χέρια στις τσέπες. Μόλις έφτανε μπροστά στην μπαλκονόπορτα, στεκόταν, κοιτούσε επίμονα προς τα έξω για μερικά λεπτά, και μετά, στροφή και πάλι απ’ την αρχή. Επειδή με αποσπούσε από τα κείμενα που διόρθωνα κι έκανα προσπάθεια να συγκεντρωθώ, ανασήκωνα το κεφάλι μου πότε-πότε νευριασμένη. Τότε έπιανα κάτι άγριο στις κινήσεις του. Τίποτα συγκεκριμένο, βέβαια, αλλά να, σα να ’χανε όλη του την ευπρέπεια και γοητεία. Σα μια αγριάδα εσωτερική να τον διαπερνούσε σαν αστραπή. Αυτό συνέβαινε μπροστά στη μπαλκονόπορτα! Θα μπορούσα να φανταστώ πως αιτία ήταν σκηνές από μαθητές που έχουν αρπαχτεί και χτυπιούνται ή κάτι παρόμοιο, αλλά έξω απ’ το τζάμι υπήρχε απλώς ένα υποτυπώδες μπαλκονάκι, όπου χωρούσαν το πολύ τρεις άνθρωποι, και από κάτω ο κεντρικός δρόμος. Τίποτα δεν δικαιολογούσε την αναστάτωσή του. Δεν είχα προλάβει, όμως, να δώσω τις δικές μου ερμηνείες, όταν ο Δαλμάς έβγαλε απότομα τα χέρια απ’ τις τσέπες του κι άρχισε να χειρονομεί και να μουρμουρίζει λόγια που δεν άκουγα. Αυτό που είχα αντιληφθεί, ωστόσο, ήταν ότι τα ’χε βάλει με κάποιον έξω απ’ το τζάμι, γιατί απευθυνόταν σε κάποιον μακριά. Τον παρακολουθούσα παγωμένη, με το κόκκινο στυλό στο χέρι, με το κεφάλι σκυφτό, δήθεν πως συνεχίζω να διορθώνω, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Αυτό κράτησε για αρκετά λεπτά που μου φάνηκαν ατέλειωτα, μια και δεν μπορούσα να προβλέψω την κατάληξη. Μα, ξαφνικά, ο Δαλμάς, αφού φάνηκε πως ξεθύμανε, έκανε στροφή, ξανάβαλε τα χέρια στις τσέπες κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου.
«Τι κάνει η όμορφη Κυψέλη μας;» με ρώτησε με μάτια ακόμα άγρια και πρόσωπο φουντωμένο.
Προσπάθησα να ψευτοχαμογελάσω και τον βεβαίωσα με τρεμάμενη φωνή πως είναι καλά και τον χαιρετάει. Αυτό τον ηρέμησε κι αποφάσισε να ξαναπιάσει θέση στην καρέκλα του και να ακινητοποιηθεί. Αυτό το επεισόδιο δεν το ανέφερα σε κανέναν κι αποφάσισα να το ξέρω μόνο εγώ. Άνθρωπος είναι, μια κακή του στιγμή, ίσως, σκέφτηκα.
Αυτή, όμως η στιγμή, δυστυχώς, δεν ήταν και η μοναδική. Δυο εβδομάδες μετά, συγκεντρώθηκε ο σύλλογος των καθηγητών για θέματα μαθητών και σχολείου γενικότερα. Όλοι οι συνάδελφοι παρόντες, το μίζερο δωμάτιο γεμάτο κι ο Δαλμάς στη διπλανή μου καρέκλα. Πάνω που ο διευθυντής, αφού είχε ακούσει τις εισηγήσεις των καθηγητών, πήρε το λόγο, άξαφνα, ο ακίνητος, καθισμένος Δαλμάς, με το βλέμμα πάντα στη μπαλκονόπορτα, άρχισε να χειρονομεί απειλώντας πως θα πεθάνει απ’ το ίδιο του το χέρι «αυτός ο πού@$%ης που θέλει να γα%$#@σει τη γυναίκα του και την κόρη του!» Φώναζε σαν αγροίκος κι έβριζε σα μαουνιέρης, αναπαριστάνοντας με τα χέρια του όσα θα έκανε σ’ αυτόν που θέλει να… την οικογένειά του. Κατακόκκινος κι αγριεμένος, πάντα, όμως, απ’ την καρέκλα του, δίχως να μετακινηθεί. Η νεκρική σιωπή που συνόδευε την κατάπληξη και τα αντιφατικά αισθήματα των συναδέλφων μου ’χουν μείνει αξέχαστα. Κανείς μας δεν κουνιόταν, κανείς μας δε μιλούσε, ο λυκειάρχης είχε πανιάσει, και μοναχά ο Δαλμάς μεσουρανούσε εκτοξεύοντας απειλές σ’ αυτόν που θέλει να βλάψει τις αγαπημένες του γυναίκες. Αυτό κράτησε πολύ, αλλά, όπως απότομα ξεκίνησε, έτσι απότομα και σταμάτησε. Και μετά, σα να μην είχε γίνει τίποτα, ο Δαλμάς ηρέμησε και ξαναμπήκε στο ρόλο του αξιοπρεπούς καθηγητή. Κι όλοι εμείς, αφού κατάπιαμε το φόβο μας, συνεχίσαμε. Ο λυκειάρχης λίγο-λίγο ξαναβρήκε το χρώμα του και τη λαλιά του και, όπως λέμε και στα παραμύθια, πέρασε κι αυτό!
Επειδή το επεισόδιο ήτανε βαρβάτο, ζήτησα, την επομένη, να μάθω τι συμβαίνει. Κι ο Λυκειάρχης, εμφανώς φοβισμένος, με ενημέρωσε πως ο Δαλμάς είχε μπει σε νευρολογική κλινική για θεραπεία, επειδή η υπερβολική αγάπη του προς τη γυναίκα και τα παιδιά του τού δημιουργούσε παραισθήσεις που δεν κατάφερνε να εκλογικεύσει και που τον μεταμόρφωναν σε άγριο, επικίνδυνο άτομο. Αυτός ο «κύριος», ο αξιαγάπητος, ο ευγενικός άνθρωπος ήταν καταδικασμένος, κάθε τόσο, να κάνει θεραπεία, γιατί μπροστά του ξεπηδούσε «αυτός ο αχρείος που θέλει να μακελέψει τους δικούς του!», κατέληξε.
Πολλές φορές, έφερνα στο νου μου, με ευγνωμοσύνη, τον κ. Δαλμά, τα επόμενα χρόνια, όταν πια είχα πάρει μετάθεση. Για μένα, ήταν εκείνος που μου είχε χαρίσει τη θέση του, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο. Που δεν είχε διεκδικήσει ό, τι του ανήκε. Δηλ. την τάξη του. Και με είχε αντιμετωπίσει, σαν νεαρή συνάδελφο, με γενναιοδωρία!
Για χρόνια, δεν είχα νέα του, ώσπου τελείως τυχαία έμαθα τη συνέχειά του. Είχε πάψει να μπαίνει σε τάξη, είχε μετατεθεί σε κάποια υπηρεσία του Υπουργείου και ήταν ευχαριστημένος. Μια μέρα, όμως, μέσα στο λεωφορείο, τσακώθηκε με νεαρά παιδιά, τα έδειρε βάναυσα και τον συνέλαβαν. Αυτά είναι όσα ξέρω.
Ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις, έχω μπροστά μου έναν εξαιρετικό άνθρωπο, γελαστό κι αισιόδοξο, έτοιμο να χαρίσει χαμόγελα και φροντίδα, αλλά που η ύπουλη αρρώστια συχνά τον μεταμόρφωνε.
Καλή σου ώρα, κύριε Δαλμά, όπου κι αν βρίσκεσαι, ακόμα κι αν η ψυχή σου έχει βγάλει φτερά!

Υ.Γ.: Κάποιες στιγμές, κυρίως νυχτερινής πτήσης, αισθάνομαι βαθιά την ανάγκη να επικοινωνήσω με ανθρώπους που έχουν αφήσει κάποιο στίγμα στη ζωή μου. Έστω κι αν αυτό μου προκαλεί θλίψη. Το θεωρώ ανθρώπινο χρέος!

• Eπικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/vaso.zafir?ref=br_rs

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/vaso-zafeiropoulou.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/koritsia.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/stasi.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *