Το μικρό δωμάτιο | Ευδοξία Ρεπούση

Άνεμος Magazine 31/10/2019 0

Και ήταν κάποιες μέρες χαμένος στις σκέψεις του, κοιτούσε επίμονα γύρω του προσπαθώντας να βρει κάτι γνώριμο από το παρελθόν, αυτό που θα του έδειχνε το παρόν του.
Κοιτούσε με αυτό το βαθύ βλέμμα του, που ακόμα παρέμενε βαθύ και καταπράσινο…. η αρρώστια του όσο και αν προσπάθησε δεν κατάφερε να του το ξεθωριάσει.
Άλλοτε δυσφορούσε, άλλοτε φοβόταν, άλλοτε χαιρόταν όχι γιατί έβρισκε που ήταν αλλά γιατί με τη σκέψη του, ταξίδευε στο χρόνο που ήρθε από το νησί και γνωρίστηκε με τη γυναίκα του που λάτρεψε αληθινά…
Έζησαν μαζί δύσκολα χρόνια μα και ωραία και δημιούργησαν πολλά πράγματα μαζί με πολλή αγάπη και μια όμορφη οικογένεια…
Χαμογελούσε όταν σκεφτόταν τα χρόνια του στη θάλασσα… Τα χρόνια που ταξίδευε και που δεν τον ένοιαζε, καθώς πρόσφερε στην οικογένεια του. Τη θάλασσα τη θυμόταν…
Όταν όμως ξαναγυρνούσε το βλέμμα του γύρω του, τότε ο φόβος του μεγάλωνε. Όσο είχε τη γυναίκα του κοντά του δεν φοβόταν τίποτα. Τη ρωτούσε συνέχεια που ήταν και εκείνη ακούραστα του εξηγούσε.…

Ήταν το λιμάνι του. Και τον τελευταίο καιρό την είχε χάσει. Δε το είχε καταλάβει όμως αλλιώς θα είχε τρέξει ξοπίσω της από την πρώτη στιγμή, της το είχε υποσχεθεί ότι αν έφευγε από τη ζωή σε μία εβδομάδα θα ήταν δίπλα της. Έτσι ήταν πάντα, δίπλα της. Ρούφαγε το οξυγόνο της. Χτύπαγε η καρδιά του επειδή χτύπαγε η δίκια της.
Τώρα που μείναμε οι δυο μας έκανα εγώ τις δικές της προσπάθειες να του θυμίσω ό,τι είχε ξεχάσει. Ότι το σπίτι που ζούσαμε είναι το δικό του, αυτό που δημιούργησε από τα ταξίδια του στη θάλασσα και που κάποια στιγμή το άφησε για να το δώσει προίκα σε μένα. Πόσες τύψεις αισθανόμουν γι’ αυτό; Ίσως αν δεν έφευγε ποτέ από δω να μη βασανιζόταν τόσο τώρα να θυμηθεί.

Του έλεγα ξανά και ξανά που ήταν και ποια είμαι… Δεν έπρεπε να το είχα κάνει… Τώρα το καταλαβαίνω… Μέσα του γνώριζε. Η ασφάλεια που ένιωθε κοντά μου ήταν η πιστοποίηση ότι ήξερε..

Ο καιρός πέρναγε, η μνήμη του δυσκόλευε, το βάδισμα του έγινε βαρύ το σώμα του δεν τον κρατούσε πια και γω αρρώσταινα μαζί του. Έμεινε στο κρεβάτι… Δεν ξαναμετακινήθηκε. Δεν ξανάψαξε γύρω του να δει που είναι.
Είχε βγάλει τα συμπεράσματά του. Ήταν στο πλοίο. Με αυτό ταξίδευε 36 χρόνια χωρίς σταματημό. Τα δωμάτια ήταν οι καμπίνες, και τα παράθυρα τα φινιστρίνια.

Την κόρη του την έψαχνε συνέχεια και ας την είχε μπροστά του όλη την ημέρα, όλη την νύχτα. Και μια μέρα, άνοιξη ήταν, Μάης μήνας είδε τη γυναίκα του, τη μάνα μου, που ήρθε να τον δει μετά από πολλούς μήνες…
Επιτέλους, τη φώναζε τόσο καιρό και εκείνη δεν απαντούσε. Η φύση ήταν όμορφη. Θέλησα να του τη δείξω. Τον σήκωσα από το κρεβάτι και τον έφερα μπροστά σε ένα παράθυρο για να ακούσει τα πουλιά και να δει τα δέντρα πως πρασίνισαν… όμοια με τα μάτια του. Και τότε άκουσε τη φωνή της κόρης του. Ναι είναι η ίδια που στεκόταν δίπλα του όλο αυτόν τον χρόνο. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ίδια μαλλιά και ύψος, αλλά τούτη εδώ είναι πιο καταβλημένη πιο παχιά και πιο αγέλαστη από την κόρη του. «Η κόρη μου είναι όμορφη» της έλεγε όλο αυτόν τον καιρό…
Γύρισε τη μάτια του για τελευταία φορά προς το μέρος μου. «Ευχαριστώ», ψέλλισε. Σώπασε, πήρε τη μαμά μου, τη γυναίκα του, που λάτρευε το Νίκο της επιβιβάστηκαν στο πλοίο για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή…

• Eπικοινωνήστε με την συγγραφέα:
https://www.facebook.com/eudoxia.repousi

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *