«Μάνα… μάνα!» | Γιάννης Φιλιππίδης

Άνεμος Magazine 15/11/2019 0

“Μάνα… μάνα” άκουσε, τη στιγμή που αντίκρισε με κλειστά βλέφαρα που πετάρισαν μια φορά, δύο φορές, σ’ εκείνο το παράξενο πορτοκαλένιο φως. Το φως που είχε τόσο πολύ αποθυμήσει…

Έπειτα, βυθίστηκε ξανά σ’ ένα γνώριμο –πόσο γνώριμο αλήθεια;– σκοτάδι. Δίχως χρόνο, χωρίς πριν και μετά. Χωρίς αισθήσεις. Χωρίς σκέψεις. Ένα έλλειμμα ζωής.

Εγκλωβισμένη σ’ ένα κορμί ζεστό, αλλά ταυτόχρονα νεκρό…

Λίγο μετά –πόσο μετά;– ξανάκουσε την ίδια φωνή, μια άγνωστη φωνή, μια λέξη μόνο:

“Μάνα” έλεγε κι η ψυχή της –ποια ψυχή ακριβώς;– ξαναγύρισε εκεί… παλιά, τότε που τα χρόνια είχαν τελειώσει, αλλά στιγμές, στιγμές –πόσες ακριβώς;– επέστρεφαν κι επέστρεφαν μέσα της, όλο και πιο ζωντανές, όλο και πιο κυριαρχικές. Σα μνήμες. Από μια άλλη ζωή.

Και σκέφτηκε τον εαυτό της κορίτσι –ήταν στ’ αλήθεια αυτή; – κορίτσι έφηβο πάνω σ’ ένα ποδήλατο. Να τρέχει σε ομαλούς χωματόδρομους, σ’ έναν τόπο με λίγα σπίτια και πολλά χωράφια σπαρτά, κτήματα και περιβόλια –ποιον τόπο;– μεσημέρι, ναι, μεσημέρι, ν’ ανταμώσει μια γυναίκα κάθιδρη από τον κόπο και το καλοκαίρι.

Μόνο τα πυρόξανθα μαλλιά της θυμήθηκε καθαρά, ίδια μ’ αυτά της μάνας, που τα ‘χε αιχμαλωτίσει λέει, σ’ έναν σφιχτοδεμένο κότσο, από τότε που τη θυμότανε σαν εικόνα –ποια εικόνα απ’ όλες;– για να κρύβει τις πρώτες γκρίζες ρίζες τους, αλλά ποιος προλάβαινε να τις ξεχωρίσει σ’ ένα τόσο όμορφο πρόσωπο, με κείνα τα καταγάλανα μάτια, τα ροδαλά ακόμα χείλη, που ανάσαιναν φρέσκια ζωή…

“Μάνα” ξανάκουσε κι ο νους της, είχε μείνει εκεί στα παλιά. Όταν ανέβαζε την κουρασμένη γυναίκα στη σκάρα του ποδηλάτου, να τη γυρίσει σπίτι, γιατί ήταν περασμένο μεσημέρι κι ούτε τα δέντρα που τριγύριζαν τη διαδρομή δε μπορούσαν να δροσίσουν τον καυτό καλοκαιρινό άνεμο με την ανάσα τους.

“Μάνα” ξανάκουσε άλλη μια φορά και σα να επέστρεψε για λίγο στο σήμερα –ποιο σήμερα; – και προσπάθησε άλλη μια φορά να σηκώσει τα βλέφαρα του σκοταδιού, αλλά δεν ήταν ικανή να το καταφέρει. Όπως στα όνειρα, που θέλουμε να τρέξουμε, αλλά μια παράδοξη αδυναμία ατσαλώνει τα πίδια μας στο έδαφος, και προσπαθούμε και προσπαθούμε, αλλά μένουμε πάντα εκεί, λες κι είμαστε παράλυτοι. Όρθιοι και ταυτόχρονα παράλυτοι…

Τότε, ένιωσε ένα χάδι. Ένα χάδι, χαμηλά στην παλάμη και λίγο πιο ψηλά, ένα γιατρευτικό χάδι, στο χέρι –ποιο απ’ τα δύο;– το δεξί ναι, το δεξί, συμπέρανε κι είχε δίκιο. Ένα χάδι σ’ ένα δέρμα, που λες κι ήταν τρυπημένο από χιλιάδες βελόνες… ναι χιλιάδες… γι αυτό τουλάχιστον, ήταν σίγουρη.

Και το τρυφερό χέρι που άγγιζε το δικό της, μοσχοβολούσε την παλιά αγαπημένη της κολώνια λεμόνι. Τα μάτια παρέμειναν σφαλιστά σα διπλομανταλωμένα στόρια, αλλά προσπάθησε, να κουνήσει το κεφάλι της λίγο δεξιά, λίγο αριστερά και τότε, άκουσε μια κραυγή. Μια κραυγή άγνωστης κοριτσίστικης φωνής,

“ξύπνησε γιατρέ, ελάτε γρήγορα, ξύπνησε” κι άκουσε βιαστικά βήματα, γέλια και κλάματα –χαράς ανέλπιστης κλάματα, ήτανε σίγουρη τώρα– κι οι άνθρωποι πλήθυναν ολοένα γύρω της, το ένιωθε πια, το άκουγε, το ένιωθε και προσπάθησε περισσότερο, μάταια αλλά δε σταμάτησε, έβαλε κι άλλη δύναμη και τότε, σαν από θαύμα,

ξανάδε εκείνο το πορτοκαλένιο ζεστό φως και μέσα στο ατέρμονο χάος του δικού της χρόνου –πόσου χρόνου;– κατάλαβε.

Συνειδητοποίησε πως αυτό το φως, ήτανε το φως του ήλιου, το πιο θερμό. Ήταν το φως του ήλιου πριν γείρει, η μέγιστη λάμψη ολόκληρης της πλάσης κι έβαλε κι άλλη δύναμη ν’ αναπνεύσει,τα βλέφαρα άνοιξαν μια στάλα κι είδε σκιές γύρω της πολλές, μόνο σκιές κι έπειτα,

τα μάτια άνοιξαν διάπλατα κι αντίκρυσ’ ένα νεαρό κορίτσι, ένα κορίτσι ίδιο εκείνη στα παλιά χρόνια, με πυρόξανθα μαλλιά και γαλανά βουρκωμένα μάτια, να της χαϊδεύει ένα χέρι μελανιασμένο απ’ τα τρυπήματα –τι τρυπήματα;– αλλά τι κορίτσι ήταν αυτό σκέφτηκε, που της έμοιαζε τόσο, τι κορίτσι ήταν αυτό κι φαινόταν τόσο πολύ χαρούμενο;

“Τι;” κατάφερε να ψελλίσει μέσα από το διψασμένο –πόσο καιρό διψασμένο;– στόμα της και το κορίτσι δίπλα της, είπε:

“Η Ελένη είμαι μάνα. Η Ελένη. Ήσουν σε κώμα τρεις ολόκληρους μήνες και δυο μέρες” κι οι λέξεις της γίνανε αμέτρητοι λυγμοί κι ύστερα ξανάγιναν λέξεις “αλλά ξύπνησες πάλι!”

Κι η ξαπλωμένη γυναίκα, κοίταξε το κορίτσι που της έμοιαζε τόσο και ψέλλισε με κόπο τρεις λέξεις:

“Ποια / Ελένη; / Νερό…

• Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki
https://web.facebook.com/yannis.filippidis.profil1?_rdc=1&_rdr

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
https://www.instagram.com/yannis.filippidis_official/
https://yannis-filippidis.blogspot.gr/
https://twitter.com/yanisfilippidis
https://vimeo.com/yannisfilippidis

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *