Logo Τιμής | Aλέκα Παυλίδη | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 03/07/2019 0

«Ό άνθρωπος μπορεί να κάνει ότι θέλει, όμως δεν μπορεί να θέλει ότι θέλει». Αν έβλεπε ο Αργύρης αυτό το γνωμικό του Σοπενχάουερ στην πλάτη μου, θα γινόταν τόσο έξαλλος που θα κατσάρωναν οι τρίχες από τα μουστάκια του. Και με το δίκιο του, δηλαδή. Χάθηκε ένα ευυπόληπτο και σαφές σύνθημα όπως στο STOP στα δεξιά μου όπου με ευκρίνεια διαβάζω «Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΚΑΡΓΑ;» Ευτυχώς που πέθανε προ τριμήνου και γλίτωσε την σύγχυση ο κακομοίρης. Για σχεδόν τρεις νύχτες κοιμόταν πάνω μου και όταν δεν κοιμόταν καθόταν ανακούρκουδα, κοιτάζοντας πάντα το ίδιο δελτίο τζόκερ. 12, 7, 43, 22, 21 και τζόκερ το 11.
Με αυτό το δελτίο μια Πέμπτη βράδυ στις 18 Ιουλίου, ο Αργύρης έβγαλε το τζακπότ των 3.800.000 ευρώ. Καθόταν στον καναπέ του, στο δυάρι στην Μπερόβου στην Κυψέλη όπου έμενε τα τελευταία τριάντα τρία χρόνια με την γυναίκα του την κυρία Ελπίδα, όταν παρακολουθώντας την κλήρωση, διαπίστωσε ότι είχε κερδίσει. Τώρα, πως βρέθηκε από τον καναπέ σε ένα μισοσπασμένο παγκάκι στο άλσος Χολαργού, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αυτό που ξέρω να πω, είναι ότι ήρθε σε μένα την επομένη το πρωί κατά τις εννιάμιση.  Κάθισε ήσυχα, έβαλε σταυροπόδι και άπλωσε τα δυο του χέρια στα ξύλα της πλάτης μου. Δεν είχε τίποτα μαζί του πέρα από ένα σακίδιο.
Στην αρχή δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση για να είμαι ειλικρινής. Ένας εξηντάρης καραφλός με άσπρα μουστάκια ίσως ήταν συνταξιούχος που ήρθε να ξαποστάσει. Ιούλιος μήνας και έβραζε ο τόπος από το πρωί. Τα πεύκα από πάνω μου προσφέρουν ιδανική σκιά δίνοντας την αίσθηση ότι σε αυτό το πάρκο, θα μπορούσε  κάποιος να βρει δροσιά. Άρχισα να την ψυλλιάζομαι όταν έφτασε πλέον μεσημέρι και δεν είχε κουνήσει από πάνω μου. Κατά τις τέσσερις, έβγαλε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό, που είχε βράσει τόσες ώρες μέσα στο σακίδιο και ήπιε με ανακούφιση λες και ήταν κρύο από την πηγή ή από το ψυγείο. Οι ώρες περνούσαν και σαν νύχτωσε άρχισε να μονολογεί έχοντας τα μάτια του στο δελτίο του τζόκερ.«Ποιος να το φανταζόταν;» άρχισε να λέει. «Και όμως, να που ο συνετός και συντηρητικός τρόπος ζωής φέρνει αποτέλεσμα. Ποτέ δεν γύρεψα περισσότερα από όσα είχα. Και είχα αρκετά. Την ήρεμη Ελπίδα να με φροντίζει χωρίς γκρίνιες, την δουλειά στον Δήμο 17 χρόνια τώρα, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει τον μισθό και τα ένσημα φιξ».
«Παιδί δεν μου έδωσε ο Θεός βέβαια αλλά τι να γίνει αφού έτσι ήταν γραφτό, ούτε καταφέραμε να γυρίσουμε στο πατρικό στο χωριό. Άπαξ και μπήκα στον Δήμο δεν υπήρχε περίπτωση να φύγουμε. Η αλήθεια είναι ότι πάντα ήθελα να έχω κήπο και περιβόλι, να φυτεύω τα λαχανικά μου, να κλαδεύω τα δέντρα μου… Μαρούλια, ντομάτες, χόρτα ιταλικά.. Κολοκύθια τούμπανα!» είπε αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του. «Τώρα έχω εσένα, 3.800.000 ευρώ δικά μου, η ανταμοιβή μου για μια ταπεινή και συμβατική φιλοσοφία.  Το να αντιδρά κανείς στην μοίρα του είναι ανώφελο. Πρέπει να πηγαίνεις με το ρεύμα. Το μόνο που έχει να κάνει κάποιος είναι να προσαρμόσει τα θέλω του με τα πρέπει».
«Ορίστε!» φώναξε ξαφνικά και με λαχτάρισε. «Δες! Δες! Δες τι όμορφο σπίτι που έχω τώρα! Σαν παλάτι είναι.. Κόκκινο χαλί ενώνει την είσοδο με το πιάνο. Ο πολυέλαιος πάνω μου τρεμοπαίζει…» παραληρούσε κοιτώντας εκστασιασμένος τα αστέρια.
Άκου τώρα φίλε μου τι με βρήκε, σκεφτόμουν. Έχουν καθίσει στις τάβλες μου ερωτευμένοι, τσακωμένοι, δεκαεξάχρονα με κοντομάνικα Γενάρη μήνα, μαστουρωμένοι και πιωμένοι. Κανένας δεν έβλεπε τα αστέρια για πολυέλαιο, ήταν προφανές ότι ήταν σαλταρισμένος ο Αργύρης… Με ένα χαμόγελο μόνιμα στο πρόσωπό του, με την ηρεμία ενός χρόνια εξασκημένου Γκουρού στις κινήσεις του, χωρίς να νιώθει την ανάγκη να φάει, να ξαπλώσει σε κρεβάτι, να μιλήσει σε άνθρωπο, σίγουρα συνιστούσε ένα άτομο το οποίο έχρηζε ψυχιατρικής βοήθειας. Ο ίδιος πάντως φαινόταν πανευτυχής.
Το πρώτο βράδυ ξάπλωσε έχοντας βάλει για μαξιλάρι το σακίδιό του. Κοιμήθηκε σερί μέχρι το πρωί χωρίς να κουνήσει και ίσως δεν θα σηκωνόταν πριν το μεσημέρι, αν δεν τον ξύπναγε με ένα σκούντημα στην πλάτη ο Σεμπάστιαν.
«Παππού! Καλά εσύ;» του είπε με σπαστά ελληνικά. Ο Αργύρης άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του σαν χαμένος. Ανασηκώθηκε και φέρνοντας το βλέμμα του περιμετρικά του πάρκου, έσκασε ένα χαμόγελο. «Μια χαρά είμαι. Έλεγα ότι είναι όνειρο. Αλλά το ευτύχημα, όχι.  Είμαι εδώ όπου πρέπει να είμαι. Εσύ ποιος είσαι;» 
«Εγώ είμαι ο Σέμπα».
«Ποιος;» απόρησε ο Αργύρης.
«Ο Σέμπα. Ο Σεμπάστιαν» του φώναξε.
«Και ποιος είσαι εσύ Σεμπάστιαν, τι θέλεις στο αρχοντικό μου;» ρώτησε ο Αργύρης κλείνοντας το ένα μάτι σάμπως για να εστιάσει καλύτερα με το άλλο. Τον κοίταξε εξεταστικά από την κορφή ως τα νύχια. «Ψηλός είσαι» παρατήρησε και αμέσως μετά ψιθύρισε χαμογελώντας «Ψηλός, ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει».
«Τι;» είπε ο Σέμπα.
«Τίποτα, τίποτα. Για να σε δω.» απάντησε ο Αργύρης. Αδύνατος, γαλανομάτης, με μια ουλή στο αριστερό του μάγουλο. Το βλέμμα του στάθηκε στο λευκό T-Shirt του Σέμπα. Τρύπιο στο αριστερό μανίκι και μια στάμπα με τον Έλβις στο κέντρο, απεικονισμένο σαν Ρήγα, με seventies γυαλιά ηλίου να κρατά το σκήπτρο του βασιλιά. Βασιλιάς είναι; αναρωτιώνταν ο Αργύρης. Βασιλιάδες δεν υπάρχουν πια. Αυτούς και τους μάγκες τους πάτησε το τρένο. Πρόεδροι υπάρχουν τώρα. Αλλά πρόεδρος είμαι εγώ τώρα, Άρα αυτός τι είναι. Αντιπρόεδρος ίσως. Αυτός ο αλλοπρόσαλλος συνειρμός έβαλε τα πράγματα στην θέση τους με συνοπτικές διαδικασίες και έτσι έφυγε κάθε καχυποψία που υπήρξε στην αρχή. Ο Αργύρης προσκάλεσε τον Σέμπα να κάτσει δίπλα του. Στην προεδρική καρέκλα, ή στο προεδρικό παγκάκι ή για να είμαστε πιο ειλικρινείς και πεζοί σε εμένα.
«Εδώ λοιπόν, Σέμπα είναι το προεδρικό μου μέγαρο. Έχω την οικονομική άνεση να το συντηρώ και θέλω να σέβεσαι τον χώρο τούτο». Ο Σέμπα σάλιωσε το χαρτάκι και κόλλησε το στριφτό του. Κοίταξε γύρω του. Πεύκα παντού, ένα κιόσκι πίσω του, φωνές από παιδιά στο βάθος, απ’ έξω ο δρόμος.
«Ντεν καταλαβαίνω» αποκρίθηκε.
«Δεν χρειάζεται να καταλαβαίνεις. Εσύ είσαι αντιπρόεδρος θα στηρίζεις τις αποφάσεις μου, θα ζήσουμε μαζί ζωή χαρισάμενη!».
Ο Σέμπα τον κοίταγε σιωπηλός. Γρι δεν εννοούσε από όλα αυτά που του έλεγε ο Αργύρης. Δύο χρόνια στην Αθήνα και έξι μήνες στην Κύπρο δεν ήταν αρκετά ώστε να μάθει την γλώσσα καλά. Δεν είχε και φιλίες με πολλούς Έλληνες. Για την ακρίβεια μόνο με έναν είχε πάρε δώσε. Με τον Λεό, τον Λεωνίδα, με τον οποίο μοιράζονταν ένα διαμέρισμα στο Χολαργό. Δούλευαν μαζί στο ίδιο εργοστάσιο. Αδέσποτος σαν το σκυλί και μοναχικός από πεποίθηση ο Λεό, ξεριζωμένος και περιθωριακός με το στανιό ο Σέμπα ένωσαν τις μονάδες τους, πίνοντας ένα καφάσι μπίρες όποτε κατάφερναν να συναντηθούν μέσα στο σπίτι.
Ο Λεό ήταν στη δουλειά, τον είχαν πρωινό εκείνη την εβδομάδα. Ο Σέμπα δούλευε πάντα νυχτερινή βάρδια για να πληρώνεται κατιτίς παραπάνω. Εκείνο το πρωινό είχε ραντεβού με έναν συμπατριώτη του, ο οποίος θα ερχόταν από την Ηλιούπολη στο άλσος, για να τον οδηγήσει στο διαμέρισμα που έμενε με τον Λεό. Τον είχε στήσει ήδη τρία τέταρτα και συν τοις άλλοις δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Είχε κανονίσει να του φτιάξει το μηχανάκι με τα μισά λεφτά από ότι του ζήτησε το συνεργείο.  Και τα λεφτά ήταν πολύ σημαντικά για τον Σέμπα. Εργαζόταν άκοπα, επτά ημέρες την εβδομάδα και μάζευε ευλαβικά τα χρήματα του μισθού, σε ένα άδειο κουτί κινητού τηλεφώνου.
Ο σκοπός ήταν ένας. Να μην χρειαστεί να μείνει ξανά στον δρόμο όπως έπαθε όταν πρωτοέφτασε στην Κύπρο από Κατοβίτσε, ένα χωριό έξω από την  Κρακοβία. Είχε ήδη κανονισμένη δουλειά με έναν παιδικό του φίλο που ήταν στην Λεμεσό έξι χρόνια. Τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα δούλευε μαζί του σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο. Τα λόγια όμως έμειναν λόγια και η παιδική τους φιλία έμεινε και αυτή με την σειρά της παρκαρισμένη δίπλα στα σκουριασμένα ποδήλατα με τα οποία τρέχανε μικροί. Και κάπως έτσι ο Σέμπα κατέληξε σε ένα παγκάκι στην στάση Ανδρέα Αραούζου-Αγορά στην Λεμεσό, πάνω στο οποίο κοιμόταν για έντεκα μέρες. Ένα παγκάκι σαν και μένα όπου βρέθηκε εκείνη την μέρα, με τον Αργύρη δίπλα του να μετράει πόσες φορές έτριξε την κοιλιά του ο τζίτζικας πάνω από τα κεφάλια τους.
«Μια, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά. Το ’χω το εφτάρι, σωστά!»
Ο Σέμπα τον κοίταξε με συμπόνια και έφυγε. Ο Αργύρης δεν έδειξε να καταλαβαίνει την διαφορά. Τον είδε το βράδυ λίγο πριν τις έντεκα να έρχεται με μια σακούλα με σουβλάκια. «Έλα αντιπρόεδρε» του φώναξε από μακριά. «Υπάρχουν εξελίξεις! Μέτρησα 43 μυρμήγκια στο πεζούλι εκεί δα!» τέντωσε το δάκτυλό του δείχνοντας απέναντι. «Το ’χω το 43, είμαστε εντάξει!»
Ο Σέμπα τον κοίταξε αυστηρά, ανοίγοντας την σακούλα και βγάζοντας ένα τυλιχτό που έσπαγε δίχως έλεος ακόμα και ντελικάτη γαλλική μύτη. «Φάει τώρα» του είπε κοφτά. «Εγκώ δουλειά».
«Να πας στο καλό! Δώσε τους αγωνιστικούς χαιρετισμούς μου στους υπόλοιπους άρχοντες!» του είπε ο Αργύρης χαμογελώντας. Έτσι ο πρόεδρος έφαγε και ξάπλωσε, μετρώντας τις λάμπες του πολυέλαιου ή τα αστέρια άμα θες. «δέκα, έντεκα, δώδεκα! “Τό χω το δώδεκα!» και κοιμήθηκε γαλήνια.
«22 Ιουλίου έχουμε επέτειο μωρό μου, 6 μήνες! Θες να πάμε έξω να φάμε;»
Ο Αργύρης τρεμόπαιξε τα κλειστά του βλέφαρα και κούνησε την μύτη του να φύγει μια μύγα η οποία αλώνιζε ώρα στα μουστάκια του, έχοντας λιμπιστεί το σουβλάκι της προηγούμενης νύχτας.
«Όχι ρε συ  Μάριε, δεν ήταν 21 Γενάρη που τα φτιάξαμε.. 22 ήταν… Το ξέχασες κιόλας ρε γελοίε. Αϊ στο διάολο, χωρίζουμε!» ωρυόταν η πιτσιρίκα περπατώντας πάνω κάτω. Έκλεισε το κινητό με μανία και άμεσα τηλεφώνησε στην φίλη της υποθέτω.
«Έλα Ίριδα! Αυτό το νούμερο ο Μάριος επιμένει ότι έχουμε επέτειο την Κυριακή και όχι την Δευτέρα! Ναι! Ε φυσικά τον χώρισα, που είσαι να έρθω να μιλήσουμε;» έφυγε σχεδόν τρέχοντας ενώ ο Αργύρης την παρακολουθούσε και έτριβε τα χέρια του. Έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του το δελτίο, πήρε ένα στυλό από τον σάκο του και διέγραψε άλλα δυο νούμερα. «22, 21, πάνε και αυτά, το Τζόκερ έμεινε».
Τον είχε φάει όλη μέρα τον Αργύρη η αγωνία. Θα έβρισκε το 11; Τα μάτια του σκάναραν το οπτικό του πεδίο, μέχρι τον ορίζοντα. Μυρμήγκια είχε μετρήσει, δεκαοχτούρες επίσης, ανθρώπους με κόκκινη μπλούζα -αυτοί βγήκαν 7. Μηχανάκια που πέρασαν από τον δρόμο έξω από το άλσος, 13.
Λίγο πριν τις έντεκα φάνηκε ο Σέμπα με δύο μπουκάλια μπίρας και μια πίτσα σε σακούλα.  Όλη την μέρα σκεφτόταν την περίπτωση του Αργύρη. Πως θα μπορούσε να τον βοηθήσει; Ήταν σίγουρο ότι δεν ήταν στα καλά του ο άνθρωπος. Οικογένεια δεν είχε; Δεν τον αναζήτησε κανείς; Αστυνομία δεν θα έπαιρνε σε καμία περίπτωση. Τα τραβήγματα που είχε με την άδεια παραμονής δεν του άφηναν περιθώρια να μπλέξει με μπάτσους πάλι. Ίσως έπρεπε να μιλήσει στον Λεό. «Καλώς τον φίλο μου!» του φώναξε ο Αργύρης μόλις τον είδε. «Μου μένει το έντεκα! Μετά ποιος μας πιάνει αδερφέ!»
Ο Σέμπα κάθησε δίπλα του αμίλητος. Άνοιξε την σακούλα έβγαλε τα μπουκάλια της μπίρας. Έπιασε το πρώτο με το ένα χέρι από το λαιμό και με το άλλο χρησιμοποιώντας έναν αναπτήρα, πέταξε το καπάκι απέναντι.  Ακολούθησε ο στραγγαλισμός του δεύτερου μπουκαλιού, το οποίο και έδωσε στον Αργύρη. «Πες μου που μένει;»” του είπε.
«Εδώ μένω, δεν σου είπα; Στο μέγαρο.» του απάντησε ο Αργύρης πίνοντας μια γουλιά.
«Ντεν έχει οικογένεια;»
«Έχω την γυναίκα μου την Ελπίδα αλλά λείπει διακοπές στο εξοχικό μας, δίπλα στο ποτάμι. Μόλις βρω το έντεκα, θα σε πάρω να πάμε και εμείς. Έχει και κήπο. Και περιβόλι με βερυκοκιές».
Ο Αργύρης σηκώθηκε άνοιξε τα χέρια του, τα ύψωσε στον αέρα και τα κούνησε δεξιά αριστερά. «Έτσι λικνίζονται τα κλαδιά της βερικοκιάς όταν φυσάει δυνατά.»
Ο Σέμπα τον κοίταξε με λύπη. «Πρέπει να φύγκω. Πάει έντεκα, σε μισή ώρα πιάνω ντουλιά».
Ο Αργύρης συνέχισε για μερικά δεύτερα το κούνημα των χεριών του. Ύστερα γούρλωσε τα μάτια του και αναφώνησε.«Έντεκα! Είπες έντεκα. Το βρήκαμε το εντεκάρι!». Παραπάτησε από την χαρά του, ζαλίστηκε. Ο Σέμπα τον έπιασε και τον ξάπλωσε πάνω μου.
«Εσύ καλά παππού;»
«Μια χαρά, τώρα είμαι μια χαρά!» του απάντησε ο Αργύρης βγάζοντας το δελτίο από το σακίδιο, με μισόκλειστα μάτια. «Τώρα θα πάμε στο εξοχικό! Λεφτά να φτιάξω τον κήπο μου μόνο θέλω. Τα υπόλοιπα δικά σου!» του είπε. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει.
«Σίγκουρα; Να σε πάω νοσοκομείο;» επέμενε ο Σεμπάστιαν.
«Όχι ρε. Είμαι μια χαρά. Λόγω τιμής!» του είπε ξέπνοα ο Αργύρης.
«Λόγκω τιμής;» Επανέλαβε ο Σέμπα. Τι να σημαίνει αυτό σκέφτηκε. Αυτό που σήμαινε βέβαια, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο Αργύρης χάρηκε τόσο που βρήκε το εντεκάρι που κρεμάστηκε από τον πολυέλαιο τον οποίο χάζευε τα βράδια. Η καρδιά του σταμάτησε έτσι στιγμιαία χωρίς όμως να σβήσει το χαμόγελο από τα χείλη του. Ο Σέμπα πάγωσε για μερικά κλάσματα δευτερολέπτου και έπειτα πανικοβλημένος έψαξε για σφυγμό στον λαιμό του. Σφυγμό δεν βρήκε, βρήκε όμως το δελτίο. Το πήρε στα χέρια του και το κοίταξε. Τζόκερ το έντεκα. Το δίπλωσε και το βάλε στην κωλότσεπη. Έβγαλε το κινητό, τηλεφώνησε για βοήθεια. Κάθισε χάμω δίπλα μας, ήπιε και τις δύο μπίρες και κάπνιζε ώσπου να έρθει το ασθενοφόρο. Σε τρία τέταρτα όλα είχαν τελειώσει. Ο Αργύρης που δεν πρόλαβε να εξαργυρώσει ποτέ το δελτίο, έφυγε για τον Ευαγγελισμό και ο Σεμπάστιαν, ούτε που ξέρω κατά που τράβηξε.
Έμεινα μόνος με τα τριζόνια και ένα κουτί σφραγιστό με χάπια που έπεσε από το σακίδιο του Αργύρη κάτω από το πίσω αριστερό μου πόδι. Και λέω εγώ τώρα. Καλά να έχεις κερδίσει 3.800.000 ευρώ πηδάς από την χαρά σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να προσέχεις μην πιαστείς από κάνα πολυέλαιο. Αλλά να μην έχεις μία και να τα ’χεις όλα γίνεται; Να κάνεις ότι γουστάρεις χωρίς πρέπει παρά μόνο θέλω, δύναται; Για σκέψου… μήπως ζηλεύεις λίγο; Πες. Logo τιμής. Όχι πες.

• Επικοινωνήστε με τη δημιουργό:
https://www.facebook.com/aleka.pavludi.3?ref=br_rs

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *