Κράτα τον έρωτα και την απόσταση | Τζίνα Ψάρρη | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 09/07/2019 0

Τα μάτια του ιδιοκτήτη που με συνόδευσε ως το δωμάτιο, έμοιαζαν διαρκώς χαμηλωμένα εξαιτίας ίσως μιας κληρονομικής υπνηλίας. Έτσι το ερμήνευσα, αφού τίποτα ζωντανό δεν κυκλοφορούσε μέσα τους. Ένα βάσανο έδειχνε να τον ταλαιπωρεί σαν εκνευριστικός λόξιγκας. Δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να ασχοληθώ ωστόσο, έπρεπε να σκεφτώ σοβαρά το δικό μου βάσανο. Η βαλίτσα που για ώρα κρατούσα στο χέρι, είχε αρχίσει να βαραίνει όσο ένα επώδυνο τρέμουλο κι ο κακοφωτισμένος μου εγκέφαλος εξακολουθούσε να αρνείται την εντολή που θα με ανάγκαζε να κάνω, έστω, ένα βήμα μπροστά. Το ήξερα, άπαξ και έμπαινα στο δωμάτιο, θα βρισκόμουν αντιμέτωπος με το ίδιο πρόβλημα. Όπως πάντα. Κοίταξα γύρω μου. Μεγάλη μπαλκονόπορτα ανοιχτή στην θαλασσινή αύρα, δυο πολυθρόνες που έμοιαζαν αναπαυτικές κι ένα μικρό τραπεζάκι. Ο μεγάλος καθρέφτης μού αντιμίλησε με θρασύτητα, εμφανίζοντας ένα πρόσωπο που αδυνατούσα να πιστέψω ότι ήταν το δικό μου. Κι ενώ πεισματικά απέστρεψα το βλέμμα από το κρεβάτι –αφού αυτό ήταν το μεγάλο μου πρόβλημα– εκείνο αλαζονικότατα θριαμβολόγησε ερήμην μου αστραποβολώντας ειρωνεία τόσο καυστική που ήταν σαν να κατάπινα ποτάσα.
Δεν ανήκω σ’ εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που το κρεβάτι τούς ασκεί μια ακατανίκητη έλξη, προκαλώντας τους να δοκιμάσουν επάνω σε τι υλικό θα κοιμηθούν, ή ό,τι κάνουν τέλος πάντων στο κρεβάτι οι άνθρωποι. Αντίθετα, απεχθάνομαι να κοιμάμαι σε οποιοδήποτε άλλο κρεβάτι πλην του δικού μου, στο σπίτι μου. Η ζωή εκδικήθηκε την δυστροπία μου δημιουργώντας την ιδανική για μένα θέση εργασίας: εμπορικός αντιπρόσωπος. Ταξίδια πολλά δηλαδή. Κι ακόμα περισσότερα κρεβάτια ξενοδοχείων. Δέκα χρόνια έχουν περάσει και δεν έχω καταφέρει να διαπραγματευτώ με την σκληρή πεποίθηση που μ’ έφτυνε κατάμουτρα από παιδί ακόμα: αν ξάπλωνα, θα ήταν σαν να κοιμόμουν επάνω σε δεκάδες ξένα όνειρα, προσδοκίες, ηδονικά υγρά, θυμούς και καβγάδες, πράγμα το οποίο απεχθανόμουν σαν τα κρίματά μου. Και δεν είχα και λίγα.
Αφού έπρεπε να το πάρω απόφαση ότι εδώ είναι που θα κοιμηθώ το βράδυ, πλησίασα διστακτικός στην άκρη του και κάθισα  σαν να σιχαινόμουν. Που σιχαινόμουν δηλαδή. Ο οξύς ήχος από σκουριασμένες σούστες, με ειδοποίησε για δύο πράγματα: ή ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ήταν παντελώς αδιάφορος για την ξεκούραση των επισκεπτών του ή το κρεβάτι ήταν χιλιοχρησιμοποιημένο. Πετάχτηκα όρθιος πιο γρήγορα από τα σκουριασμένα ελατήρια, πεπεισμένος ότι το κρεβάτι θα αρχίσει να μου λέει ιστορίες.
«Ποιος μπορεί να κάνει έρωτα σε τόσο προδοτικό κρεβάτι; ο Πήλιος Γούσης  λιγότερα μαρτύρησε!» φώναξα εκνευρισμένος στο στρώμα, λες και θα μου απαντούσε, λες και το πρόβλημά μου εκείνη τη στιγμή ήταν αν θα έκανα έρωτα ή όχι.
«Με αποκαλείς καρφί;»
Έντρομος έψαξα γύρω μου,  να βρω τη φωνή, έπρεπε να τσακωθώ λίγο με τον απρόσκλητο εισβολέα, μήπως και ηρεμήσω την δυσφορία μου. Μα, όσο κι αν έψαξα ανοίγοντας πόρτες, ντουλάπες, έως και συρτάρια, ήμουν αυταπόδεικτα μόνος.
«Μην ζορίζεσαι μυστήριε, το κρεβάτι είμαι», συνέχισε η σκεβρωμένη φωνή, «μάλλον δεν έχεις καταλάβει πόση ζωή κρύβω κάτω από τις κουβέρτες μου».
«Ακριβώς επειδή έχω καταλάβει είναι που δεν σε πλησιάζω. Τόση ζωή κάτω από σένα, προς αδιάφορη μού φέρνει. Κάτω από μένα πάλι, βαριά μού πέφτει». Αν κάποιος με έβλεπε να μιλάω μ’ ένα κρεβάτι, θα με περνούσε για παλαβό; Το πιθανότερο. Παρόλα αυτά, συνέχισα την συνομιλία ακάθεκτος και κάπως σαν απορημένος για την συνέχεια.
«Γεννήθηκα μια μέρα του Γενάρη και μέσα σε πυκνή ομίχλη ήρθα εδώ. Πρώτοι μου κάτοικοι, δυο αγκαλιασμένες σκιές που κρύβονταν από τα κακόβουλα βλέμματα. Ο έρωτάς τους σφοδρός, παράφορος. Πού βρίσκεις το κακό να ξαπλώσεις σε τέτοια αγκαλιά;» «Κρύβονταν είπες. Γιατί;»
«Ήταν παντρεμένοι. Όχι μεταξύ τους».
«Να το λοιπόν! Αμαρτία κολλημένη στο δέρμα μου, εγώ δεν την θέλω!» Με μεγάλη ταχύτητα, η ήδη υπάρχουσα δυσφορία σκαρφάλωσε στο λαιμό μου και απείλησε να με πνίξει.
«Πάσχω από την ανίατη ασθένεια της λησμονιάς. Σε κάθε σανίδι μου βασιλεύει ένας μικρούλης πρίγκιπας που με κάνει να ξεχνάω. Ή αν θέλεις, να κρατάω μόνο τα όμορφα».
«Επιλεκτική μνήμη το λένε αυτό. Ευτυχώς εγώ δεν νοσώ, Ή δυστυχώς».
«Εγώ πάντως, τα έχω καλά με όλους έτσι. Και μ’ εκείνον τον ορεσίβιο με τα στρυφνά φωνήεντα που δεν του κελάρυζαν, και με την άλλη, την εξωστρεφή νησιώτισσα, και με το ζευγάρι των πρωτευουσιάνων. Θα μπορούσα να μετρήσω πολλά ράμματα στη γούνα όλων, αλλά ποιο το νόημα; Περαστικοί ήταν από την ζωή μου, τι να κρατήσω από το πέρασμά τους;»
«Πες μου τις ιστορίες τους, επιβεβαίωσε το δίκιο μου».
«Όταν το βλέμμα σταματημένο απ’ τα βουνά δεν μπορεί ν’ απλωθεί, τα λόγια των βουνίσιων βγαίνουν μετρημένα. Καλό ανθρωπάκι ήταν, δουλευταράς μεροκαματιάρης, οικογενειάρχης με αξίες αλλά κι ακάματος εργάτης του έρωτα. Παντρεύτηκε από προξενιό για να σπείρει διαδόχους, να συνεχιστεί το όνομα. Έφερε την γυναίκα του εκδρομή στην πλάτη μου για ένα βράδυ μόνο, και πολύ της έπεφτε ύστερα από δέκα χρόνια γάμου. Από το ασταμάτητο κλάμα η δόλια όλη νύχτα, με πλευρίτωσε. Βουβά, μην το καταλάβει ο κύρης κι αρχίσει τις βουβές ανάποδες, καταριόταν τις χαμένες της προσδοκίες. Βουβά αφέθηκε και στα χέρια του για την καθιερωμένη ικανοποίηση του αρσενικού. Έπαιρνε κι εκείνη τις χαρές της όμως, τις μοναδικές ίσως, αλλά έντονες. Η άλλη, η Κερκυραία, στις ανατολές που της χαμογελούσαν από βαθιά στο Ιόνιο, χρωστούσε την…. ανοιχτωσιά θα την πω, αλλά και την μουρλαμάρα της. Μια φθινοπωρινή βδομάδα έμεινε μαζί μου, κάθε βράδυ κι άλλος άντρας βογκούσε στα σεντόνια μου. Κι όταν ο αέρας ψύχρανε για τα καλά, έγδαρε τις αντοχές της και σκλήρυνε τη λυγερόκορμη περπατησιά της, μ’ έσυρε με κόπο ως το παράθυρο, ισορρόπησε επάνω μου και βούτηξε στον ακάλυπτο. Γιατί δεν διάλεξε ευκολότερο τρόπο, ποτέ δεν κατάλαβα. Άρρωστη πολύ ήταν, έτσι άκουσα. Και προτίμησε να φύγει από μόνη της χορτασμένη έρωτα, πριν η συμφορά τής τσακίσει σάρκα και ψυχή. Κι ύστερα, εκείνο το νεαρό ζευγαράκι με τις αστραπές στο βλέμμα, που….»
«Μην μου πεις, αρκούν όσα άκουσα. Έτσι κι αλλιώς, το ήξερα πως έχω δίκιο».
«Κράτα τον έρωτα και πέτα όλα τ’ άλλα. Κράτα τα κορμιά που μεγαλουργούν και δένονται, κράτα το τρυφερό χάδι που κάνει την καρδιά ακύμαντο γαλάζιο. Λειαίνεται η ψυχή έτσι και χαμογελά αυτάρεσκα. Αν σπρώχνεις την στιγμή για να έρθει η άλλη που θα είναι καλύτερη, έφιππη η μεταμέλεια θα σου επιτεθεί άκαιρα. Τότε που θα είναι πραγματικά πολύ αργά. Το χιόνι ζόρικε φίλε μου, πάντα από μακριά είναι αγνό. Έτσι και το πλησιάσεις πολύ, την βλέπεις την κρυμμένη λάσπη που το μαγαρίζει. Κράτα τον έρωτα και την απόσταση».
Μάλλον εκείνη ήταν μια νύχτα με διαλυμένες άμυνες. Δαίμονες και άγγελοι οι τύψεις μου, φτεροκοπούσαν σε ύπνο σκοτισμένο ξιφομαχώντας με την υπεροψία μου. Όταν τα μουδιασμένα μέλη μου με ειδοποίησαν ότι είχα αποκοιμηθεί με τα ρούχα επάνω από τα σκεπάσματα, σηκώθηκα με δυσκολία, ενεργοποίησα όσο φιλότιμο βρήκα πρόχειρο, γδύθηκα και, για πρώτη φορά ολόγυμνος, χώθηκα στην αγκαλιά όλων εκείνων των ανθρώπων που μετρούσαν λαχανιασμένες ανάσες παράτολμης παρόρμησης, υποχρέωσης, ευτυχίας και πόνου. Ακριβώς όπως εγώ. Ακριβώς όπως όλοι μας.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100010950121205&hc_ref=ARTdI6pbEhjJRtu6xmerZ_O75wWiSdnDQTLejyoAM9i_p13wJLyhEqjP-4Aq2vKWd5Y&fref=nf 

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kores.html
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/tzina-psarri.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *