O φόβος του ξένου (διήγημα – B΄ μέρος) | Δήμητρα Παπαναστασοπούλου | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 07/03/2019 0

📖  Αν δεν έχετε διαβάσει το Α΄ μέρος του διηγήματος, κάντε κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο, πριν προχωρήσετε στη δεύτερη και τελευταία συνέχειά του :
http://anemosmagazine.gr/2019/pezografia/fovos-tou-xenoy-a-dimitra/

________

Σκέφτηκε να βάλει λίγα μακαρόνια σε ένα πιάτο και να φάει εκεί, δίπλα στην μπαλκονόπορτα, για να μπορεί να ελέγχει τις κινήσεις του κτήνους. Πήγε βιαστικά στην κουζίνα, έβγαλε από το τάπερ κάμποσα μακαρόνια, έριξε λίγο τριμμένο τυρί και τα ζέστανε στο φούρνο μικροκυμάτων.

Κοίταξε το ρολόι της ενώ με τα δάχτυλα του άλλου χεριού της έπαιζε νευρικά ταμπούρλο. Είχαν περάσει μόνο τρία λεπτά- αδύνατο να έχει προλάβει να φύγει.

Γύρισε κάπως πιο ήσυχη, με την ταχυπαλμία να έχει μειωθεί και άρχισε να τρώει όρθια τραβώντας την βαριά, διπλή κουρτίνα της. Αντελήφθηκε ότι σκοτείνιαζε και η ζέστη την ενόχλησε. Έσβησε το φως, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και έριξε μια ματιά στο απέναντι διαμέρισμα. Τα παντζούρια ήταν κλειστά, αλλά ξέφευγε λίγο φως, σημάδι ότι το τέρας ήταν μέσα με την κοπέλα. Συνέχισε να τρώει με τα μάτια καρφωμένα στα παντζούρια, αρκετά ήρεμη, αφού πίστευε ότι ήταν κύρια της κατάστασης. Τέλειωσε το φαγητό, άφησε το πιάτο στο νεροχύτη, ήπιε λίγο νερό και έκανε έναν έλεγχο στην θωρακισμένη πόρτα της και στο σύστημα συναγερμού. Ευχαριστημένη, γύρισε πίσω, πήρε μια καρέκλα και κάθισε λίγο πιο μέσα από την ανοιχτή της μπαλκονόπορτα, τόσο που να μη φαίνεται- τα φώτα ήταν σβησμένα- αλλά να βλέπει.

Τους είδε να βγαίνουν αγκαλιασμένοι και γελαστοί. Ο δρόμος δεν ήταν πολύ φαρδύς και η κίνηση ήταν ελάχιστη. Έτσι, άκουσε την νέα να προτείνει να πάνε για φαγητό στον Πειραιά. Το ηχηρό γέλιο του κτήνους την αναστάτωσε, αλλά συγχρόνως την καθησύχασε.
«Σου χάλασα ποτέ χατίρι;»

Είχε αρκετή ώρα στη διάθεσή της, ωστόσο, μια αμφιβολία τρύπησε το σκοτάδι του μυαλού της.

«Αν τα λέει για να με ξεγελάσει, αφού ξέρει ότι είμαι εδώ;»

Θα έμενε εκεί, άγρυπνη λοιπόν, να περιμένει. Πήγε στην κουζίνα, πήρε το μεγάλο μαχαίρι που έκοβε το κρέας, το μετέφερε δίπλα της, για να αντλεί λίγη ασφάλεια από το μέγεθος και την παρουσία του και, τραβώντας την καρέκλα, πήρε θέση κοντά στην μπαλκονόπορτα, με τρόπο ώστε να ελέγχει την είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας.

Η ώρα περνούσε. Το σκοτάδι επέβαλε την κυριαρχία του ολοκληρωτικά, δίνοντάς της λίγη περισσότερη ασφάλεια, πιστεύοντας ότι την προστάτευε από τα μάτια του δολοφόνου. Κοίταξε το ρολόι της με τους μεγάλους φωσφορίζοντες ωροδείκτες και είδε ότι η ώρα των ειδήσεων είχε έρθει. Σηκώθηκε, πήρε το τηλεχειριστήριο και άνοιξε την τηλεόραση στο «Σταρ», να βλέπει και να μη βλέπει, περισσότερο να ακούει την φωνή του εκφωνητή, την μόνιμη συντροφιά της ατελείωτης και ανιαρής καθημερινότητάς της.

Γέλασε με μια είδηση που είχε να κάνει με καλλιστεία σκύλων, χαλάρωσε με τα παθήματα μιας ροκ τραγουδίστριας που σκίστηκε το φόρεμά της αποκαλύπτοντας τα σέξι εσώρουχά της και κοιτώντας τον έρημο δρόμο ξεχάστηκε για λίγο. Μόνο για λίγο. Στ’ αυτιά της ήρθε ο ήχος των εκτάκτων ειδήσεων και η αναγγελία της διακοπής της ροής των ειδήσεων «γιατί ένα απεχθές έγκλημα είχε διαπραχθεί λίγη ώρα πριν στη Νίκαια του Πειραιά».

Σαν αυτόματο, η Βίκυ πετάχτηκε από την καρέκλα της και έτρεξε στην οθόνη. Κόπηκε η ανάσα της, στέγνωσε το στόμα της. Παγάκια διέτρεχαν την ραχοκοκαλιά της κάνοντάς την να ριγεί και να τρέμει ανεξέλεγκτα.

Στην οθόνη έβλεπε το κατακρεουργημένο σώμα μιας άτυχης νέας, ενώ άκουγε με ορθάνοιχτα από τον τρόμο μάτια ποιά ήταν, πού έμενε, πού δούλευε, πόσο ήσυχη κοπέλα ήταν… Μια ολόσωμη φωτογραφία της νεκρής έκανε τη Βίκυ να ουρλιάξει.

«Είναι η κοπέλα που ήρθε κι αντάμωσε με το απέναντι κτήνος! Και τη σκότωσε, αντί να πάει να την διασκεδάσει, όπως έλεγε…»
Τώρα; Τώρα σίμωνε η δική της ώρα… Να δεις που το τέρας, επίτηδες την άφησε σε σημείο που να την βρουν αμέσως, να αναγκάσει τη Βίκυ να δει τι περίμενε και την ίδια…

Η αντίστροφη μέτρηση για το μυαλό της άρχισε. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε παρανοήσει τελείως, ο πανικός παρέλυσε και μούδιασε τα μέλη της. Ίσα που ένιωθε ότι είχε πόδια, κι αυτά είχαν σφηνωθεί στο πάτωμα, είχαν γίνει ένα μ’ αυτό. Με μάτια τρελλά, σάρωσε το σαλόνι της και είδε το μαχαίρι της κουζίνας που το είχε αφήσει λίγο πιο πέρα, κοντά στη μπαλκονόπορτα. Έπρεπε να το πάρει, να το κρατά και να το σφίγγει στα χέρια της, έτοιμη να επιτεθεί σ’ αυτό το ξένο θηρίο που ερχόταν να της αφαιρέσει τη ζωή… Μα, πώς θα το κατάφερνε, αφού τα πόδια της αρνούνταν να κινηθούν;

Ένιωσε την ταχυπαλμία να θεριεύει και να κατατρώει τα πρώτα της κομμάτια.

Τα πόδια της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν πέτρινα, εντελώς απροσδόκητα και μαγικά, άλλαξαν υφή και έγιναν χάρτινα. Το βαρύ σώμα της Βίκυς έπεσε στο πάτωμα σαν σακί- ευτυχώς πάνω στο χοντρό μάλλινο χαλί που απορρόφησε κάποιους κραδασμούς.

«Τα χάπια μου… πρέπει να πάρω τα χάπια μου…πρέπει να σηκωθώ, να πάρω το μαχαίρι, να κλειδώσω την πόρτα, να τηλεφωνήσω στην αστυνομία, να αποκαλύψω το κτήνος…»

Ήταν οι μόνες κάπως λογικές, αλλά ασθμαίνουσες σκέψεις, που δεν κράτησαν για πολύ. Το άλογο που θα την οδηγούσε στην πλήρη παράνοια κάλπαζε προς το μέρος της, πλησίαζε, ενώ συγχρόνως η ταχυπαλμία αυξήθηκε, το κεφάλι της δεχόταν δυνατά σφυροκοπήματα, τα μάτια της θόλωναν.

Κι εκείνο το κρύο ρυάκι που διέτρεχε την πλάτη της εδώ και ώρα, είχε ξαφνικά μεταλλαχτεί σε ορμητικό χείμαρρο γεμάτο λάσπες, ξύλα και βρομιές απειλώντας να την πνίξει. Το άλογο και ο χείμαρρος έβαλαν στοίχημα ποιος θα την αρπάξει πρώτος. Άνισος αγώνας, αφού το άλογο είχε να διανύσει κάποια απόσταση, τη στιγμή που ο χείμαρρος έφτανε να κάνει μόνο μια προσπάθεια. Και την έκανε γελώντας περιφρονητικά στο άλογο. Με μια κίνηση, ανατάραξε τα νερά του και κράτησε γερά το κεφάλι της Βίκυς μέσα σ’ αυτά.

Ένας οξύς πόνος συντάραξε το πεσμένο σώμα, μια αγωνιώδης κραυγή βγήκε αδύναμη από τα χείλη της. Τα μάτια της, δυο γυάλινοι βόλοι, ακινητοποιήθηκαν για πάντα. Η καρδιά σταμάτησε.

Η τηλεόραση είχε τελειώσει με την έκτακτη είδηση και το πρόγραμμα συνεχιζόταν με διαφημίσεις, άλλες ειδήσεις, τον καιρό, ένα κινηματογραφικό έργο, κι άλλες διαφημίσεις, ώσπου έφτασε στο τέλος και η οθόνη έμεινε γεμάτη γραμμές και ένα συριχτό θόρυβο. Το τηλεχειριστήριο αποσπάστηκε αιφνίδια από το σφίξιμο της παλάμης της κι έμεινε εκεί, χωρίς πίεση πια. Το νεκρό σώμα άρχισε να κρυώνει σταδιακά.

Δύο ώρες αργότερα, ο νέος άντρας που είχε μετακομίσει το απόγευμα στην απέναντι πολυκατοικία, γύριζε στο σπίτι του σφυρίζοντας χαρούμενος. Όλα είχαν πάει κατ’ ευχήν. Οι αμφιβολίες που του τριβέλιζαν το μυαλό, όσο καιρό ταξίδευε και του μαύριζαν την ψυχή, είχαν διαλυθεί σαν τη ζάχαρη στο νερό. Αύριο ξημέρωνε μια υπέροχη μέρα που θα άλλαζε τη ζωή του.
Ο Πέτρος Κουρής, μηχανικός στα καράβια, θα πήγαινε να αγοράσει κοστούμι και παπούτσια, θα ξυριζόταν και θα πήγαινε μοσχομυριστός να ζητήσει το χέρι της Κούλας. Της Κούλας που τον περίμενε τρία χρόνια να μαζέψει χρήματα για να στήσουν το σπιτικό τους.

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *