Βραχώδες το όρος της ευγένειας | Τζίνα Ψάρρη

Άνεμος Magazine 04/12/2019 0

«Θα μετακινήσετε λίγο το κινητό και τα τσιγάρα σας; Αλλιώς, θα αναγκαστώ να προσγειώσω το πιάτο στα Βραχώδη Όρη».
«Πού θα το προσγειώσετε είπατε το ιπτάμενο;»
«Ανισομερώς θα γίνει η κατάταξη της τροφής εννοώ. Άδικο για την προσπάθεια του σεφ μας να φτιάξει μια τόσο όμορφη εικόνα».
Η προσπάθεια του σερβιτόρου να μιλήσει σε μία γλώσσα που θεωρούσε ευγενική για δικούς του λόγους, τόσο εμφανής όσο και το βραχώδες όρος των τσιγάρων μου. Η διάθεση της παρέας που καθόταν στο ένα και μοναδικό γεμάτο τραπέζι του εστιατορίου, σαφώς περιπαικτική. Έξι γυναίκες μέσης ηλικίας, χωρίς πιεστικές δεσμεύσεις καθημερινότητας, που απολάμβαναν για χρόνια η μια την φιλία της άλλης και τις πολύ συχνές ομολογουμένως συναντήσεις τους. Χωρίς άγχος, χωρίς δεύτερες σκέψεις, εγκάρδια και απλά. Ήμουν μέρος αυτής της παρέας και το χαιρόμουν πραγματικά. Αυτό που απολάμβανα το περισσότερο, ήταν η ικανότητα να μετατρέπουμε σε προσωπικό αστείο ένα έως και αδιάφορο για πολλούς περιστατικό, μια καλή εκ προοιμίου πρόθεση να αντιμετωπιστεί το κάθε τι σαν λόγος γενικευμένης ευθυμίας. Το έχουν αυτό οι δεμένες παρέες, το δημιουργούν και είναι σημαντικό.
«Θα μου επιτρέψετε να σας εξηγήσω τι θα φάτε αγαπητές κυρίες. Όχι προς Θεού πως υποτιμώ τη νοημοσύνη σας, όμως για παράδειγμα, δεν θα καταλάβετε πως ο μαϊντανός είναι γαλλικής προελεύσεως. Και πιστέψτε με, έχει άλλη γεύση, άλλο χρώμα, άλλη υφή», συνέχισε η προσωποποίηση της ευγένειας.
«Και είναι και νέος π’ ανάθεμα τον! Πώς του συνέβη αυτό;» Ψιθύρισε στο αυτί μου η Αθηνά, όχι τόσο σιγά όσο θα έπρεπε ενδεχομένως.
Το χαμόγελό μου, αδύνατον να κρυφτεί. Παρέσυρε και την Κωνσταντίνα, που, καθισμένη ακριβώς απέναντί μου, προσπαθούσε εδώ και ώρα να διατηρήσει ίχνη ψύχραιμης σοβαροφάνειας. Έβλεπα ένα ρεζίλεμα να στέκεται προ των πυλών σαν τον Αννίβα τον κατακτητή, κι επιχείρησα να περισώσω ό,τι γινόταν να περισωθεί, αν και δεν έπρεπε να το κάνω αυτό, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος.
«Εξηγήστε μου παρακαλώ», είπα με όση σοβαρότητα κατάφερα να βρω πρόχειρη, την ίδια στιγμή που με το πιρούνι μου μετακινούσα πιθανά βρώσιμες μπουκιές που κολυμπούσαν σε παχύρρευστο καφετί υγρό, « τι περιέχει το πιάτο; πολύ μ’ ενδιαφέρει!»
«Το θεϊκό πιάτο, θα μου επιτρέψετε να συμπληρώσω! Είναι μια εμπνευσμένη μείξη από μανιτάρια και champignons, δεμένη ευφυώς με μυστική συνταγή και υλικά που μοιάζουν παράταιρα ενώ δεν είναι». Τα έλεγε όλα αυτά με ένα ταυτόχρονο σπάσιμο της μέσης, μια ελαφριά υπόκλιση σε μας; στα μανιτάρια; σαν υποχρεωτικό αξεσουάρ καλοαναθρεμμένης ευγένειας;  Άγνωστον αλλά ιλαρόν. Αγνοούσα ολοσχερώς τη διαφορά μανιτάρι – champignon, μάρτυς μου ο ίδιος Θεός που ο σερβιτόρος μόλις προ ολίγου είχε επικαλεστεί. Είπα να ρωτήσω, μάλλον δεν έπρεπε.
«Αυτό που τσιμπάω τώρα, είναι το μανιτάρι;» είπα αφελώς. Το είδα το έντρομο βλέμμα του παλικαριού αλλά δεν το ερμήνευσα σωστά. Η Άννα ήταν που με σκούντησε όσο πιο διακριτικά μπορούσε.
«Καλέ συ, baby potato είναι αυτό που τσιμπάς!»
«Πατάτα στα μανιτάρια; ούτε που θα το φανταζόμουν!» Η φωνή μου είχε ξεπεράσει την ένταση της ευπρέπειας χωρίς να το καταλάβω.
«Δεν θα σε ξαναφέρω σε καλό εστιατόριο, δεν είσαι εσύ για τέτοια πουλάκι μου», γέλασε με την γκάφα μου η Αθηνά. Ίσως και για να αφήσει να κυλήσει αβίαστο το γέλιο που τόση ώρα ανέβαινε από το άδειο στομάχι της με κίνδυνο να την πνίξει.
«Κάνουμε κι εμείς τα μικρά μας θαύματα, κυρία μου. Δοκιμάστε και θα με θυμηθείτε». Τα είπε με χαμόγελο ο προσωπικός μας σερβιτόρος – πιο προσωπικός δεν γίνεται, οπισθοχώρησε τρία βήματα και στάθηκε ακίνητος με τα χέρια πλεγμένα στην πλάτη, ακοίμητος φρουρός της πείνας μας. Νόμιζα ότι μετρούσε τις μπουκιές μου, αδύνατον να καταπιώ. Άφησα το πιρούνι άπρακτο και αναζήτησα την σωτήρια παρέμβαση του νερού. Μέγα λάθος.
«Θα το θεωρούσαν προκλητικό οι κυρίες αν πρότεινα ένα θεσπέσιο Cabernet Sauvignon για να συνοδεύσει τη γεύση σας ως τον ουρανό;»
«Λίγο βαρύ, δε βρίσκετε;» Η Βασιλική ήταν που επιχείρησε να διαφύγει προς όφελος όλων μας. «Ένα λευκό θα ήταν προτιμότερο μάλλον, είναι και μεσημέρι….» Προσπάθησε αλλά δεν πρόλαβε καν να αποσώσει τη φράση.
«Ένα λευκό θα ήταν έως και προσβολή στα πιάτα που επιλέξατε. Ταπεινή άποψις».
«Ναι δίκιο, δίκιο βραχώδες όρος», συμφώνησε η Παρασκευή που δεν την αφορούσε και καθόλου αφού δεν έπινε ποτέ, να βάλει τέλος στο θέατρο του παραλόγου επιθυμούσε. «Προκειμένου να πληγώσουμε τα πιάτα ανεπανόρθωτα, φέρτε το Cabernet».
«Είστε έξι, το ένα μπουκάλι βγάζει πέντε μόνο ποτηράκια, θα φέρω δύο». Δεν ρώτησε, δήλωσε το αυτονόητο. Το δικό του ασφαλώς.
Ήθελα να του πω ότι ένα ευγενικό μου χαμόγελο δεν σήμαινε πως άνοιξα αυτόματα και την πόρτα να μου αλλάξει τα φώτα. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να φοβάμαι να χαμογελάσω, αν το βλοσυρό είναι κάποιες φορές προτιμητέο. Φέρε και δώδεκα, είπα τελικά από μέσα μου, αρκεί να γλυτώσω. Εις μάτην η ικεσία. Αφού γέμισε όλα τα ποτήρια, ο σερβιτόρος μάς έκοψε τη σαλάτα, μάλλον υποθέτοντας ότι η χρήση του μαχαιριού μάς ήταν άγνωστη – η οποία σαλάτα ειρήσθω εν παρόδω ήταν μια και μοναδική ολόκληρη ντομάτα γεμιστή με μικροκομμένα κυβάκια άλλης ντομάτας, γαλλικό μαϊντανό και δυο τυρένια σουτζουκάκια τηγανισμένα κι ακουμπισμένα πυργοειδώς στο πλάι – μας γνώρισε το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη που καμιά μας δεν καιγόταν να μάθει,  «δυστυχώς δεν γνωρίζω το ΑΦΜ του να σας πω», τόνισε εμφατικά, Κύριος οίδε αν αυτό που ζούμε είναι αλήθεια ή παραίσθηση που λέει και το γνωστόν άσμα κι ύστερα, ζήτησε τη γνώμη όλων μας για τα πιάτα. Όταν λέμε όλων μας, εννοούμε της κάθε μιας χωριστά, συνεχόμενα, επαναλαμβανόμενα, με διευκρινήσεις λεπτομερείς. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, η μόνη φράση που μου ήρθε να το πω ήταν: «ξέρετε, οι Κύπριοι, επηρεασμένοι από την εποχή που ήταν αγγλική αποικία, παραγγέλνουν ουίσκι με την σόδα στο πλάι, μεταφράζοντας στα ελληνικά φράση που δεν χρησιμοποιείται, αλλά εγώ το βρίσκω πολύ χαριτωμένο». Το αποσιώπησα κι έμεινα να κοιτάζω μαγεμένη την σαλάτα με το τυρί στο πλάι.
Δεν έφαγα. Εκτός του ότι δεν βρήκα τον χρόνο, κάτι τσιμπούσε σαν μάλλινο γαλλικό ρούχο με όλη αυτή την «περιποίηση». Γρήγορα μου δόθηκε η απάντηση, την οποία ασφαλώς και έπρεπε να έχω ψυλλιαστεί εξαρχής. Ο λογαριασμός την έλυσε την απορία, που ήταν σχεδόν ίδιος με τον μισθό της πωλήτριας στο απέναντι κατάστημα, ήμουν βέβαιη.
Μπορεί να έφυγα νηστική, ήμουν χορτάτη όμως. Από επίπλαστη ευγένεια, κάπου να αποσκοπεί, κάπου μακριά από την πραγματική της έννοια, μακριά από την παγκόσμια μορφή σεβασμού που αντιπροσωπεύει. Όμως, πώς να δείξεις σεβασμό αν δεν υπάρχει πρόθεση; O Rousseau δεν ήταν που είχε επαναπροσδιορίσει την ευγένεια ως δείγμα εξαπάτησης και αναρωτήθηκε αν η ευθύτητα του χωρικού είναι προτιμότερη από την ευγένεια του αριστοκράτη;
Πράγματι, βραχώδες το όρος της ευγένειας, και είναι φορές που πληρώνεται ακριβά. Πράγματι, δεν είμαι εγώ για τα «καλά εστιατόρια», ξεφεύγει ο νους σε μονοπάτια γαλλικής χλωρίδας. Που δεν την έχω και σε μεγάλη εκτίμηση frankly speaking….

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100010950121205&hc_ref=ARTdI6pbEhjJRtu6xmerZ_O75wWiSdnDQTLejyoAM9i_p13wJLyhEqjP-4Aq2vKWd5Y&fref=nf 

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kores.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/skalopati.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/petagma.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *