Τα ρούχα της Ευσταθίας Ματζαρίδου (εκδ. Σμίλη) | Η άποψη της Τζίνας Ψάρρη για το βιβλίο

Άνεμος Magazine 21/10/2018 0

Μια σχέση σταματά μετά από χρόνια. Την αφήγηση ξεκινά η γυναίκα, ψυχογραφώντας την ίδια και τον άντρα της, για να αντιστραφούν οι ρόλοι στο δεύτερο μέρος, πάντα όμως στον ίδιο άξονα. Άχρονοι οι δυο τους, αφού μέλλον μαζί δεν έχουν πια, θρυμματίζουν τις στιγμές τους μεγεθύνοντας τις διαφορές και τα λάθη τους, ευτελίζοντας τις όμορφες στιγμές και τις ομοιότητες. Το κυνηγητό με τον χρόνο ξεκινά από την πρώτη σελίδα. Αδιάφορος εκείνος, ράθυμος, αντιστέκεται στη ροή του, θεωρώντας τη ζωή χωρίς χρόνο περισσότερο ανθρώπινη. Σε αέναη κίνηση εκείνη, να τον προλάβει, να τον ανταγωνιστεί.

Όμως:

«Όταν ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος, δεν χρειάζεται, δεν νιώθει χρόνο, η απομάκρυνση απ’ την ευτυχία δημιουργεί τον χρόνο και γι’ αυτό κι εσύ που νιώθεις να σε κυνηγά και αμυνόσουν διαρκώς, δεν ήσουν ευτυχισμένος και σ’ αυτό ευθύνομαι κι εγώ, δεν ήμουν επαρκής για να σε κάνω ευτυχισμένο».

Μόνο τρεις σελίδες χρειάστηκαν, και η συγγραφέας έχει ήδη σκιαγραφήσει την αρχή των προβλημάτων των ηρώων της. Οι παράλληλες ζωές των οικογενειών τους επηρεάζουν τις ψυχές τους κι έρχεται σαν λογική συνέχεια ο μαρασμός και στην δική τους σχέση.

«Όταν σε γνώρισα, τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στην αρρώστια κάποιου άλλου, όχι σε σένα, κι εσύ μάζευες ασθένειες κι αδυναμίες. Έγιναν το φορτίο σου και μετά τις απόθεσες όλες σε μένα».

Με γλώσσα απλή, καθημερινή, ακριβώς όπως οι μέρες των σημερινών ζευγαριών, η Ευσταθία Ματζαρίδου περιγράφει αφορμές και αιτίες συγκεκριμένων συμπεριφορών, αφού όλα έχουν τη ρίζα τους. Παράπονο για την αδιαφορία που κρίνεται στις λεπτομέρειες, καυγάδες κι ασυμφωνίες, απιστίες. Μνήμη και νοσταλγία για τις μικρές νίκες κι ύστερα, ανεπιθύμητος ο ένας για τον άλλον μέσα στις πομπώδεις ήττες τους.

Μοναδικό τεκμήριο της κοινής τους ζωής, τα ρούχα τους. Καμπαρντίνες που εμπνέουν φόβο και σεβασμό, αντίβαρο ωστόσο σε λόγια θανατερά. Φανελάκια ζωντανοί οργανισμοί που ανασαίνουν επιβραβεύοντας τις φυσιολογικές σωματικές διαστάσεις και αποδεικνύουν καθαριότητα, έτσι όπως αποκτούν ιδιαίτερη σχέση με το κορμί που αγγίζουν. Υποκριτικές γραβάτες που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα αφύσικα και συμβολίζουν την ισόρροπη σχέση ελευθερίας και υπευθυνότητας. Πουλόβερ που αγοράζονται ως ανταμοιβή και παπούτσια που έχουν την ικανότητα να ξεχωρίζουν τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, εκλεπτυσμένους και άγαρμπους αλλά και οδυνηρά φουλάρια που εντοπίζονται από την μυρωδιά τους.

Ρούχα που ενώνουν μα γίνονται και σημείο τριβής. Σαν τις μέρες του καθένα μας. Ρούχα καπιταλιστικά σύμβολα, αιτία διαμάχης πολιτικών φιλοσοφιών. Θέσεις παρεξηγημένες, παρερμηνείες εγωιστικές ή αγαθές. Ρούχα που μένουν στη μνήμη τόσο καθαρά όσο και όταν είναι κρεμασμένα στις ντουλάπες. Που δεν τα πετάς, όπως ακριβώς δεν πετάς και τις αναμνήσεις μιας μεγάλης αγάπης. Καλύτερα να κατατεθούν στο μουσείο των πεσόντων στο όνομα του έρωτα. Ρούχα συνδεδεμένα στο μυαλό του καθένα με τον αγαπημένο του, σαν να φοράς τον άλλον στο κορμί σου, σαν δηλώσεις αγάπης που χρόνια περιμένουν δυο άνθρωποι μα ποτέ δεν παίρνουν. Κι όταν αυτή η πολυπόθητη ισορροπία διαταραχθεί, το τέλος της σχέσης είναι προ των πυλών, ακόμα κι αν αγαπιούνται με πάθος εκείνοι που την απαρτίζουν. Γιατί οι σχέσεις, είναι ζωντανοί οργανισμοί που παθαίνουν κόπωση, ενίοτε και υπερκόπωση. Και όπως σε κάθε χωρισμό γίνεται:

«Δεν μου έμειναν ούτε λέξεις, ούτε τρυφερά αισθήματα, μόνο αναμνήσεις μια ξεθωριασμένης χλωμής αγάπης, μιας αγάπης – πέτρας, πέτρας μετάνοιας, ενοχής, πόνου, πένθους, νοσταλγίας, προσβολής, απογοήτευσης….»

Ανάμεσα στα τόσα ρούχα, οι φράσεις της συγγραφέως νυστέρια, λέξεις που διαμελίζουν τις ανθρώπινες επικοινωνίες – υπάρχουν πραγματικά; – τις δικές μας και των γύρω μας.

«Έχεις φόβους, σου έλεγα, που τους κουκουλώνεις. Και προσπαθώντας να τους καλύψεις, γίνεσαι επιθετικός, μην αποκαλυφθεί ότι είσαι ένας φοβισμένος κι όχι ένας ατρόμητος όπως δείχνεις».

Ένα ενδιαφέρον, καλογραμμένο και πρωτότυπο πόνημα, που θέτει καταιγιστικά ερωτήματα, σαν αυτά που η ζωή μάς καλεί να απαντήσουμε κάθε μέρα. Πώς βιώνεται η απώλεια; Ένα εκατέρωθεν ανήκειν, πώς σβήνεται με μια μολυβιά; Πώς γράφεται μια νέα ιστορία από την αρχή; Γράφεται στ’ αλήθεια; Υπάρχει δίκιο κι άδικο αντικειμενικό ή υποκειμενικό;

Μια φράση της συγγραφέως θεωρώ ιδανική ως επίλογο της αναγνωστικής μου γνώμης. Μια φράση τόσο αληθινή, όσο οι μέρες μας.

«Όλοι θέλουμε να είμαστε μοναδικοί, στα μάτια αυτού που μας αγαπά τουλάχιστον».

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *