ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ (ΩΣ ΕΙΣ ΟΥΔΕΜΙΑΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑΝ ΑΝΗΚΟΝΤΕΣ) της Ισμήνης Καρυωτάκη (εκδ. Το Ροδακιό) | Η άποψη της Τζίνας Ψάρρη για το βιβλίο

Άνεμος Magazine 23/01/2018 0

%cf%81%ce%bf%ce%b4%ce%b1%ce%ba%ce%b9%ce%bf
Η Δάφνη και η Δεσμίνα γνωρίζονται τυχαία στην Αθήνα του 1972, της τρομοκρατίας, των απαγορεύσεων και των ονείρων. Από την Δάφνη η Δεσμίνα γνωρίζει τον Σείριο με τον οποίο και ερωτεύονται τρελά. Έναν χρόνο αργότερα και μετά την αποφυλάκιση του πολιτικού κρατούμενου Σείριου λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του, οι δυο ερωτευμένοι εγκαταλείπουν την Αθήνα και καταλήγουν ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι, αυτοεξόριστοι στο Παρίσι. Η κοινή τους ζωή, ταραχώδης και ελπιδοφόρα συνάμα, θα έχει άδοξο τέλος. Πέτρινα χρόνια, έρωτας, απελπισία, στιγμές δυνατής ευτυχίας, η πίκρα του νόστου, η μόνιμη συντροφιά της απειλής, ο θάνατος. Όλα να εναλλάσσονται σε ρυθμούς αργούς και ξέφρενους ταυτόχρονα, κρατώντας το ενδιαφέρον αμείωτο.

Μια ιστορία βιωματική με στοιχεία μυθοπλασίας και με φόντο τα ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας 1967-1977, όπως τα έζησε η συγγραφέας, σύντροφος του Κώστα Καρυωτάκη στελέχους του παράνομου “Ρήγα Φεραίου”, ο οποίος βασανίστηκε φριχτά από την Χούντα, δικάστηκε, φυλακίστηκε και κατάφερε να αποδράσει. Πολλά τα ντοκουμέντα που χρησιμοποιούνται για την συγγραφή, δοσμένα με την αληθοφάνεια που τους πρέπει.

Ένα βιβλίο καλοδουλεμένο που σε τραβάει από το χέρι, από την πρώτη του σελίδα. Χρώματα γαιώδη σε μια ιμπρεσιονιστική ακουαρέλα, δημιουργούν ακόμα και την πρώτη πρώτη εικόνα με τέτοιο τρόπο που να μοιάζει σαγηνευτική. Ήρωες βαθιά ανθρώπινοι, που σκέφτονται πότε δειλά, πότε τολμηρά, που ερωτεύονται, φοβούνται, αγωνιούν και ψάχνουν, ακόμα και τότε που στα μάτια των πολλών μοιάζουν ήδη χαμένοι. Άνθρωποι που διάλεξαν να παίξουν συνειδητά ένα παιχνίδι επικίνδυνο και ταυτόχρονα διασκεδαστικό για τους ίδιους. Για τους άλλους όμως;

“Για να γλυτώσουν από την βεβαιότητα πως αυτή η νύχτα δεν ήταν παρά ο πρόλογος μιας ιστορίας που τους περιείχε και που είχε αρχίσει να διαδραματίζεται χωρίς να τους ρωτήσει, ο Σείριος και η Δεσμίνα αποφάσισαν να προχωρήσουν”.

Ένα καλλιτέχνημα απαιτούσαν να γίνει η ζωή οι σιτουασιονιστές. “Απαγορεύεται το απαγορεύεται”, έλεγαν, και επηρέασαν την γραμμή της Αριστεράς, των αναρχικών και των γεγονότων του Μάη του ’68, επηρεασμένοι και οι ίδιοι από τον Sartre και τον Camus.Μια θεωρία που διατρέχει ετούτο το βιβλίο, αναπτύσσοντας θεωρητικά και πρακτικά τις καταστάσεις.

Ήρωες που δεν μιλούν πολύ, απορροφημένοι στους διαλογισμούς τους. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, τόσο, μα τόσο διαυγής ωστόσο, σαν μια λαμπερή δέσμη φωτός που πέφτει επάνω σε βιβλίο ακόμα αδιάβαστο. Πρωταγωνιστές που υφαίνουν ένα είδος κοινής ανάσας που τους σκεπάζει όλους, και αυτούς που φεύγουν και αυτούς που επιλέγουν να μείνουν πίσω. Ωμή η διαδρομή τους από τα λόγια στην πράξη και πώς να δαμάσεις την αλλαγή των εποχών; Από την νομιμοφάνεια στην παρανομία, από τον παραλογισμό του στερεότυπου ως την λογική του ρίσκου, ένας έρωτας δρόμος ή το αντίστροφο; Όταν τολμάς την εξέγερση, αυτόματα σημαίνει πως αποκτάς συνεργούς δαίμονες καινοφανείς; Η απώλεια της αυτοεκτίμησης και η απώλεια ταυτότητας έχουν μεταξύ τους σχέση αιτίου και αιτιατού; Στον αντίποδα της συναισθηματικής αστάθειας, βρίσκεται η ανυποχώρητη αποφασιστικότητα και η ευφυής αμφιβολία; Ερωτήσεις, ερωτήσεις, ερωτήσεις καταιγιστικές σε κάθε μια από τις πυκνογραμμένες σελίδες, τις μεστές νοημάτων, που σε προκαλούν να συνομιλήσεις μαζί τους. Εντυπωσιακές μεταφορές ακόμα και στην πιο απλή περιγραφή, μιας πλατείας για παράδειγμα.

Ο φόβος είναι το κυρίαρχο συναίσθημα, αυτός διαβρώνει τις ψυχές των εμιγκρέδων. Η μνήμη αναβιώνει συνεχώς τα βασανιστήρια στα κρατητήρια της Ασφάλειας και διώχνει τον ύπνο μακριά.

“Αν γλυτώσεις και δεν τα τινάξεις – όσο καιρό σε σακατεύουν – κι αν κάποτε κουραστούν και πάψουν να σε χειραγωγούν, ο τρόμος έρχεται και σε βρίσκει ίδιος κι απαράλλαχτος σε κύματα, ακόμα και στον ύπνο σου. Έχεις ακούσει για κείνους που τρέμει το φυλλοκάρδι τους μη φύγουν την ώρα που αποκοιμιούνται; Η αναθεματισμένη η πρώτη στιγμή του ύπνου, δεν είναι ύπνος, είναι θάνατος….”

Η δυνατότερη αναρώτηση που φύτεψε στο μυαλό μου ετούτη η ιστορία, είναι η ίδια που βασανίζει και τους ήρωες: αν δεν ελπίζεις, πώς θα συναντήσεις το ανέλπιστο;

Αν κάτι το “μεμπτό” θα είχα να καταλογίσω, είναι πρώτον, η απορία που μου δημιουργήθηκε γιατί ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2017 επιμένει στις δασείες και τις περισπωμένες – προφανώς κάτι μου διαφεύγει εδώ – και δεύτερον , κατά την ταπεινή μου άποψη πάντα, δεν θα έπρεπε να υπάρχει επιλογή στις γαλλικές λέξεις και φράσεις που μεταφράζονται. Ακόμα κι αν κάποιες φαίνονται εύκολες σε ορισμένους, για κάποιους άλλους είναι άγνωστες, θεωρώ λοιπόν πως θα έπρεπε να δίνεται η ερμηνεία τους. Κατά τ’ άλλα, δηλώνω πραγματικά εντυπωσιασμένη από την γραφή και την πλοκή.

Leave A Response »


9 × = 45