«Εθελόντριες ώρες» | Ο Γιάννης Φιλιππίδης προσεγγίζει την ποιητική συλλογή της Νάγιας Κωστοπούλου

Άνεμος Magazine 12/01/2018 0

%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%b5%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b1
«…Αδέσποτη βγήκα απόψε.
Ντυμένη μετανάστευση, ίσως κι αλήθεια…»

Η έννοια της δημιουργίας και της λογοτεχνικής αποτύπωσης των λέξεων, δεν είναι μια ενασχόληση που σε κάνει να δαγκώνεις ανέφελα ένα μολύβι και να ταλαιπωρείς μια σελίδα αθώου χαρτιού. Ο λόγος πριν εκφραστεί σε οποιαδήποτε μορφή του, γεννιέται πρώτα στο μυαλό. Αλλά συχνά κι αν όχι πάντα, η ψυχή πρέπει ν’ αφεθεί σαν ανήμερος αλήτης. Να προχωρήσει και να προεκτείνει τις σκόρπιες φράσεις που γεννιούνται μέσα σου κι έπειτα επιδρούν στην οπτική με την οποία βλέπεις τον κόσμο, χρειάζονται την ολοκλήρωση τής πνευματικής υπογραφής σου.
Όταν κι όποια στιγμή πάρεις την απόφαση να φανερώσεις τα κρυμμένα σου, το χαρτί θ’ αποτυπώσει με πλέρια χαρά, τα λόγια, τις εικόνες, τις σφαλισμένες σου επιθυμίες. Χωρίς συστολή, αναστολή ή ντροπή. Είναι επειδή έχεις πάρει την απόφαση να εκθέσεις τον κόσμο σου, που χρόνια προστατεύεις από τα βλέμματα και τις άνευρες ψυχές των αδιάφορων ή όσων δε βιώνουν τη ζωή σαν ένα σύνολο από εκατομμύρια στιγμές, η καθεμιά απ’ αυτές φέρει τη δική της μοναδικότητα, την ευθυκριτική της ευκρίνεια. Όταν λοιπόν το μολύβι σου, φτάνει ν’ αγγίξει χωρίς άλλα περιθώρια γι’ αναπνοές τη σελίδα του χαρτιού, οφείλεις να ‘σαι έτοιμος ως δημιουργός. Σα να βγαίνεις στη σκηνή ενός θεάτρου ν’ αποδώσεις ένα υπέρμετρης αξίας, μονόλογο. Συμβαίνει απλά, τον μονόλογο να πρέπει να τον έχεις έτοιμο, δικό σου το κείμενο τώρα. Χωρισμένο σε σκηνές, εικόνες, ανάσες, στιγμιαίους αλλά δυνατούς ιδρώτες, χάος· και γιατί όχι άλλωστε; Το χάος προϋπήρξε, πριν δημιουργηθεί ο κόσμος. Κι η ποίηση που θα παραχθεί χωρίς πόδια πήλινα, είναι το αναγκαίο να βρίσκει, όσο και να χάνει ξανά και ξανά το έρμα της. Γιατί κι αυτό, είναι κομμάτι του παιχνιδιού, που ‘χει η ενασχόληση με τις λέξεις. Οι πρώτες μεγάλες ψυχικές θεομηνίες, οφείλουνε να ‘χουν συντελεστεί μέσα σου.

« Η στάθμη του νερού ξεπέρασε τα συνηθισμένα όρια.
Τα ποσοτικά μετρήσιμα εκατοστά της
διακατέχονται από μια πρωτοφανή εμμονική επιμονή
κι ο φόβος σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις
διανυκτερεύει στην υψηπάθεια.
Έντρομοι οι κάτοικοι κυβίζουν συμβουλές και οδηγίες
στις ετοιμόρροπες συζητήσεις τους.
Τα Μέσα που έχουν δια όλα λύση
έχουν παραλύσει.
Κι εγώ “με νύχια και με δόντια”
συλλέγω τις προτελευταίες λέξεις.
Να ασφαλίσω μια σταγόνα Ιδέα
πριν σπαταληθεί στα φρεάτια του αβέβαιου μέλλοντος.
Και συνεχίζει να βρέχει.
Να βρέχει συνεχώς…»
(Διασφάλιση)

Δείτε πώς εκφράζεται μια τέτοια συνθήκη ηπειρωτικής τρικυμίας στο νου τής Νάγιας Κωστοπούλου, μέσα από το ποίημα με τον τίτλο Διασφάλιση στις Εθελόντριες ώρες. Ο φυσικός καιρός, το τοπίο που επιδρά συνήθως άμεσα στις ψυχές και τη διάθεση των άλλων, είναι για τη δημιουργό από ενδιαφέρων ως ευθέως κοινωνικά τοποθετημένη:

«ΒΡΕΧΕΙ.
Κι η υφήλιος γράφει και ξεγράφει πατρίδες
και σύνορα στο παράθυρό μου…»
(Χρονογράφηση)

Μοιάζει σαν τη στιγμή που ισορροπείς για πρώτη σου φορά πάνω σε ποδήλατο. Αφήνεσαι και γράφεις -επιτέλους γράφεις εσύ, τα δικά σου προσωπικά γενόμενα- κι αφήνεσαι σε ένα πρώτο ταξίδι, εκεί όπου η ειλικρίνειά σου θα ‘ναι διαθέσιμη στα μάτια των άλλων. Σοκάρεσαι στη σκέψη. Αλλά το μολύβι καίει ανάμεσα στα δάχτυλά σου, έχει κολλήσει αέναα με την παλάμη σου. Μονόδρομος να συνεχίσεις. Να συνεχίζεις με ειλικρίνεια, που μόνο εσύ μπορείς να πείσεις ότι είναι απόλυτη.

«ΚΑΘΕ λευκή σελίδα κι ένα μέτρημα…
Κάθε μαύρη λέξη και μια χαραγματιά…
Κάθε τελεία και μια στιγμιαία παύση…
Κάθε ποίημα κι ένα επιφώνημα ζωής.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙΡΟΥ».
(Όταν γράφω)

Έτσι ευθέως κι ολάνοιχτη στην ψυχή, ξεκινάει η Νάγια την παράθεση των συναισθημάτων σε φόρμα ποιητική και νοοτροπία αληθινής ζωής. Και συμβαίνει σ’ αυτήν την προσέγγιση, να αδυνατώ κάποιες φορές ν’ αποκόψω στίχους από ένα ποίημα, προκειμένου να δώσω στίξεις και αποδείξεις στη δική μου θεώρηση. Θέλω ολόκληρο το ποίημα πλάι στις δικές μου λέξεις, ν’ ανταμώσουν και να στηρίξει ο λόγος, τον λόγο.

«Οι αληθινές στιγμές είναι πάνω απ’ όλα μνήμη.
Στιγμές από φωτογραφία..» γράφει εκείνη κι η σκέψη μου στιγμιαία διαφεύγει στη διαπίστωση ότι ναι, στ’ αλήθεια έτσι είναι. Κι οι στίχοι της Νάγιας είναι κατάστικτοι από μνήμες, που έχουν άλλοτε άρωμα αληθινής ζωής, άλλες φορές πάλι και ψυχής.

«Η Αλήθεια
δεν είναι θέμα πλειοψηφίας.
Μήτε άσμα «κεραμεούν και φαύλον».
Δεν σε φοβάμαι.
Κρύψε την λάμα σου στο θηκάρι.
Την “οξείδωση” να φοβάσαι.
Μόνον αυτή αχρηστεύει τα πάντα».
(Εκδοχή)

Όταν έχεις κανείς τη δύναμη να εκφράζεται με τόσο φως, τέτοια ευκρίνεια και τέτοια φλόγα, η τέχνη του λόγου κι όχι του δημιουργού πια αλλά του κοινού που φέρει και θα τον/την ακολουθεί για χρόνια, ως το ανθρώπινο πάντα μας, θα ‘χει την ασφάλεια όσων πια, επικοινωνούν βεβαιωμένα, προσωπικά μαζί της.

Βλέπω τη φωτογραφία της Νάγιας, σε ηλικία περίπου 12 χρονών, εκτίθεμαι με μια υπόθεση. Αλλά φαντάζομαι ένα μελαχρινό αλαβάστρινο σε όψη και ψυχή κορίτσι, σοφό θαρρείς από πάντα, να θέλει όχι μόνο να γνωρίσει-κατακτήσει όχι μονάχα την γνώση του υπάρχοντος καταγεγραμμένου αλλά και μη κόσμου, αλλά επιπλέον να αφήσει την προσωπική της υπογραφή στο κομμάτι, που αλίμονο δε γνώριζε ακόμα το εύρος του τότε, αλλά τώρα είναι ό,τι καλούμε πολιτισμό στη συγγραφή, μη το ξεχνάμε αυτό: συγγραφή είναι έννοια του ποιητή, συγγραφή και του συγγραφέα, που καταχράζεται την ίδια σημαντική λέξη σ’ όλα τα παράγωγά της!
Η ποιητική συγγραφή, όπως θα ‘πρεπε κανονικά να λέμε, έχει κάποτε τις προϋποθέσεις, να ταξιδέψει μακριά, να κερδίσει ακόμα και φίλους που δεν διαβάζουν ποίηση. Με τι όπλα; Την δύναμη των συναισθημάτων της, με τις πολύτιμες λέξεις της, που ‘ναι στ’ αλήθεια τόσο πασπαλισμένες από αστρόσκονη, που δεν θέλεις, ούτε να τις… εξερευνήσεις μέσα από μια δική σου κριτική άποψη και θεώρηση, σου αρκεί αυτή της ποιήτριας. Και το αερόστατο της δικής μας φαντασίας, εκτοξεύεται ξανά:

«ΑΠΟΨΕ θα κλείσω τα μάτια στις λέξεις.
Θα δραπετεύσω απ’ τις επιθυμίες.
Τώρα τελευταία μιλούν πολύ.
Δανείζονται φτερά απ’ τις ελπίδες
ριζώνοντας διαρκώς αμφιβολίες.
Απόψε θα τους γυρίσω την πλάτη.
Θ’ ανακαλύψουν πόσο μεγάλωσα.
Πως δεν μπορώ πια να πετάξω.
Θα διαπιστώσουν πως ουδέποτε
υπήρξε μεταξύ μας αφοσίωση
αφού κι απόψε θα προδοθούν από τις σκέψεις.
Αυτές δεν φυλακίζονται ποτέ με υποσχέσεις».
(Υπόσχεση)

Αγαπημένη μου Νάγια, οφείλω να πιστοποιήσω κάτι που σα δημιουργός, γνωρίζεις όσα θα περιγράψω. Γιατί επέλεξες τον κόσμο της ενσυναίσθησης, όχι αυτόν που ενέχει περισσότερη επιφάνεια και ψήγματα από τέχνη ή φιοριτούρες αυτής. Γυμνώνεται η εκφραστής των συναισθημάτων κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ταυτόχρονα με την ψυχή που ακουμπάει το συναίσθημα πιο πολύ και ξέρει αυτή γιατί, ο νους πλάθει εικόνες. Η γνώση γι’ αυτόν τον κόσμο είναι αξία· αλλά συμβαίνει να είναι επίπονη. Μόνη σου ξεκίνησες το ταξίδι. Τώρα δες, υπάρχει ένα βιβλίο διαθέσιμο στην κρίση των άλλων.
Αλλά εγώ, διακρίνω έναν αγαπημένο άνθρωπο, τη Νάγια σε κάθε στιγμή της: να προβάλει λέξεις άγιες και εικόνες της φαντασίας με το νου της. Άλλοτε το μυαλό μου, την ακολουθεί στην πραγματική ζωή. Τη βλέπω στα πεζοδρόμια και στις αυλές. Στα πεζοδρόμια σαν οδοιπόρο μιας καθημερινότητας που όλοι προσλαμβάνουμε, αλλά λίγοι αξιώνουμε το χάρισμα να καταγράψουμε τις προσλαμβάνουσες, να παρατηρούμε τα πρόσωπα και τα συναισθήματα των άλλων, κάτι που άλλωστε πραγματικά ίσως και να μας ενδιέφερε από πάντα κι έπειτα; Έπειτα, διατηρώντας την αξίωση του χαρίσματος που αφορά στο λόγο και την έκφρασή του, παλεύουμε ανήμερα με το θυμικό μας, στα πρώτα μας στάδια οι δημιουργοί, καταλήγουμε να περπατάμε σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που είναι αυτό, η ίδια η ψυχική μας ισορροπία. Κρατάμε για ένα γλυκό χασμουρητό το πρωί που ξυπνούν οι οικείοι μας, σαν υπογραφή και μη αντιληπτή ομολογία, πως δεν κλείσαμε μάτι όλο το βράδυ, από συνειρμό σε συνειρμό κι έπειτα σ’ έναν τρίτο συνειρμό. Ναι, έχουμε μια υποχρέωση: να αποδίδουμε όσα προσλαμβάνουμε με τρόπο υπερβατικό, αναθεωρητικό και σε προσωπικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, επαναστατικό. Γιατί όχι; Πώς αλλιώς θα κερδίσουμε το αξίωμα; Πώς θα μετατρέψουμε σε επικοινωνία αμέτρητων ανθρώπων, όσα βιώνουμε κι αποτυπώνουμε σε τυπωμένο όταν έρθει η ώρα του, χαρτί;

Να σας πω ένα μυστικό; Δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο σα τη Νάγια, να ανέβει το σκαλοπάτι, που πάντα την περίμενε. Μια ζωή αφιέρωσε κοντά στο ελληνικό βιβλίο και συνεχίζει να το κάνει, αφυπνίζοντας συνειδήσεις, καρδιές ολάνοιχτες σε ιδέες της εποχής μας, καρδιές που συντάσσονται μαζί σου με τρόπο οριστικό…
Κι αν εσύ Νάγια μου, πονάς ή πλημμυρίζεις με φως, πρώτη εσύ το βιώνεις, είναι φανερό στους στίχους σου και θα συνεχίσεις να βιώνεις. Τη ζωή πάνω απ’ όλα, και στα καλά της, κι όταν συμβεί να περπατήσεις ανάποδα, γιατί εκεί σε αναποδογυρίζει ο υπάρχων κόσμος σου. Αλλά μη μασάς. Θα συνεχίσουμε συνοδοιπόροι σ’ έναν αγώνα που ξεκινάει πρώτιστα από μέσα μας κι είναι ανάγκη μας, αν δεν το κάνουμε, αποδομούμαστε, ραγίζει η ψυχή μας σε κομμάτια. Η πιο εύκαιρη λέξη γι’ αυτό είναι η ασφυξία.

Γελάω –τρανταχτά καμιά φορά– όταν αντιλαμβάνομαι ότι κάποιοι πιστεύουν πως το να ασχολείσαι με τη γραφή, είναι θέμα γλυκό, γοητευτικό, περισκέπτεσαι, ο νους σου είναι ήρεμος απ’ όλα, έχει την ευκαιρία να ονειρευτεί. Λανθασμένα πιστεύουν οι φίλοι μας. Η δημιουργία Νάγια μου, ξεκινάει από τον καθημερινό μας ιδρώτα, το ξάφνιασμα σ’ έναν ανοίκειο θόρυβο μηχανικό στο δρόμο, είναι το βλέμμα, μιας γυναίκας προφανώς δυστυχισμένης –αλίμονο και δε θα μάθεις ποτέ σου το γιατί, μόνο να το πλάσεις μπορείς– μιας γυναίκας, που σου εγείρει ένα δικό σου συναίσθημα. Οι δημιουργοί ξέρετε, σπάνια και για λόγους μονάχα κοινωνικής αισθητικής κάνουνε στάση στον καθρέφτη τους. Αλλά κάθε συναίσθημα που προσλαμβάνουν, όταν πιάσουν το μολύβι ή τα πλήκτρα, τότε θα νιώσουν τον πιο αληθινό καθρέφτη, αυτόν της διανόησης και της ίδιας τους της ψυχή. Θα κοιταχτούν, θα μετρηθούν με το ίδιο συναίσθημα. Θα αποδράσουν έγκαιρα; Ακούγεται σκληρό, αλλά πρώτιστα μας ενδιαφέρει το πώς θα το αποδώσουν. Γιατί; Γιατί σαν αναγνώστες έχουμε μόλις ανακαλύψει μια φωνή δημιουργού, που περίμενε χρόνια. Κι όσο θα την αγκαλιάζουμε με όσα μας εμπνέει από την αρχή η ίδια, τόσο θα τη θέλουμε σαν εκδοτική παρουσία κοντά μας.
Χαλάλι Νάγια μου. Ο κόσμος του πνεύματος είναι σκληρός, αιχμηρός κι ελλοχεύει κινδύνους στο θυμικό. Αλλά να θυμάσαι πάντα, ότι σ’ αυτήν εδώ τη ζωή, έχουμε κάνει, αυτοί της εδώ μεριάς του ποταμού που συναισθάνεται, τη δική μας στροφή. Ίσως είναι, γιατί αγκαλιάζοντας με τρόπο ακριβό τη μνήμη, είμαστε σε θέση, να καταγράψουμε και το μέλλον, που αυτή θα φέρει.
Το ραντεβού μας ισχύει ως την επόμενη δική σου φορά…

«Η ΝΥΧΤΑ κρύβει
τα ουρλιαχτά της σιωπής.
Ξεγυμνώνει την μνήμη.
Ανακατεύει το ψωμί
με το χτεσινό νερό.
Βάφει τα χέρια με αίμα.

Πόσες άγριες ανεμώνες
θανάτωσα κι απόψε.
Η συγχώρεση δεν είναι δικαιολογία.
Δεν είναι ξεχνώ, προσπερνώ, απομακρύνομαι.
Κρατιέται στο τέλος της συνείδησης
μοιράζοντας ανισόποσα την εμπιστοσύνη
στην αμοιβαία συνθηκολόγηση
και στον υποθετικό λυτρωμό.

Πόσους παιδικούς επιτάφιους
στόλισα κι απόψε
συλλέγοντας
μία μία τις άγριες της λήθης ανεμώνες.
Πόσο αίμα φόρεσα
σε μια ακόμη ενήλικη ανατολή».
[Άκα βοκάν (κόκκινο κουμπί)]

 

 

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *