Δυο χειμώνες κι ούτε ένα καλοκαίρι – του Μιχάλη Κατσιμπάρδη | Η άποψη της Τζίνας Ψάρρη για το βιβλίο

Άνεμος Magazine 30/03/2018 0

dio-xeimones-ki-oute-ena-kalokairi
Ο Κωστής, το χάρηκε το ταξίδι στην Κρήτη. Το πρώτο του στο νησί, αν και εβομηντάρης πια, το τελευταίο της ζωής του ωστόσο. Σπίθησαν τα μάτια του από χαρά, περπάτησε και σκαρφάλωσε σαν ακούραστο παιδί, παρά την ιδιαίτερα βεβαρημένη υγεία του. Και μίλησε πολύ στον γιο του, τον σύντροφό του σε τούτο το οδοιπορικό που έμοιαζε με τάμα. Επιθυμία συμφιλίωσης ύστερα από τόσα χρόνια; ανάγκη να μοιραστεί λίγο πριν το προδιαγεγραμμένο τέλος, άγνωστες στιγμές της πολυτάραχης νιότης του; Ίσως. Να λευτερωθεί ήθελε σίγουρα, να λυτρωθεί από τις μνήμες που τον πονούσαν.

%ce%b4%cf%85%ce%bf-%cf%87%ce%b5%ce%b9%ce%bc%cf%89%ce%bd%ce%b5%cf%83-%ce%ba%ce%b9-%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b5-%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b9 ” Η μνήμη, που αφορά πάντα στο παρελθόν, προστατεύει ό,τι ζήσαμε, το βάζει σε τάξη και έτσι γεμίζει τις σελίδες της προσωπικής μυθολογίας του καθενός. Κι ας είναι συχνά αμφισβητήσιμη πηγή, για όποιον αναζητά επίμονα την απόλυτη αλήθεια”.

Με ειλικρινή γραφή, άμεση και ζωντανή όσο και μια κουβέντα μεταξύ φίλων, ο Μιχάλης Κατσιμπάρδης ξεδιπλώνει γοητευτικά την ψυχή του πατέρα του αλλά και την δική του. Σκηνές αρχαίας τραγωδίας, απίστευτης ψυχικής και σωματικής βίας, με ήρωες που ψάχνουν τον από μηχανής θεό τους και την κάθαρση. Και το ατέλειωτο ταξίδι με το τρένο από την Πελοπόννησο ως τα γερμανικά στρατόπεδα, ένας σπαρακτικός λυγμός.

Τραγική ειρωνεία και προοικονομία ξετυλίγονται με προσοχή αλλά και την αρμόζουσα φειδώ, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον ως την τελευταία σελίδα, ακόμα κι αν το τέλος είναι λίγο πολύ γνωστό. Γιατί στην πραγματική λογοτεχνία, το ουσιαστικό δεν είναι να πρωτοτυπήσεις μυθοπλάθοντας. Το σημαντικό είναι να καταφέρεις να πεις από την αρχή μια ήδη ειπωμένη ιστορία με τέτοιο τρόπο που να μοιάζει ολοκαίνουρια, κάτι που ο Μιχάλης Κατσιμπάρδης πετυχαίνει με χαρακτηριστική ευκολία. Σαν δοκίμιο, θέμα που δεν εξαντλείται κι αφήνει ανοιχτά παράθυρα στην κρίση του αναγνώστη, σαν πραγματεία, ιδέες και συμπεράσματα που πηγάζουν από συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα, σαν μυθιστόρημα χωρίς μύθο – υποθέτω – αλλά με έντονη ιστορική πραγματικότητα.

Αν και οι φιλολογικές γνώσεις είναι διάχυτες στις σελίδες αυτού του πρώτου πονήματος του συγγραφέα, η μακροσκελής βιβλιογραφία δηλώνει σαφώς πως ο Μιχάλης Κατσιμπάρδης δεν επαναπαύθηκε στις ήδη κατακτημένες γνώσεις του. Μιλά για ένα θέμα ευαίσθητο για πολλούς, την γνωστή ανάγκη των γερμανών για φυλετική καθαρότητα, άρα, θα έπρεπε να επιβεβαιώσει τις διηγήσεις του πατέρα του ξανά και ξανά, αφήνοντας στην άκρη το προσωπικό συναίσθημα, ως τις τελευταίες γραμμές που ξεχειλίζουν από τρυφερότητα:

“Ποτέ δεν είχα βρεθεί τόσο κοντά, ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ζεστά με τον πατέρα μου από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι ένιωθε και κείνος, καθώς βυθιζόταν γαλήνια στον ύπνο. Στον πιο βαθύ, στον πιο ατάραχο ύπνο της ζωής του. Μιας ζωής, χωρίς πολλά καλοκαίρια…”

Leave A Response »


7 × 4 =