Η Δεσποινίδα (εκδ. Καστανιώτη) του Ίβο Άντριτς | Γράφει η Βάσω Ζαφειροπούλου

Άνεμος Magazine 06/08/2018 0

Ένας συγγραφέας που με εντυπωσίασε απ’ το πρώτο του βιβλίο, πριν από πολλά χρόνια, και που εξακολουθεί να με κάνει να στέκομαι με θαυμασμό μπροστά στο έργο του, είναι ο Ίβο Άντριτς. Απλός, λιτός, πυκνός, οξυδερκής, διεισδυτικός, ανθρώπινος, πλάθει χαρακτήρες που χαράζουν τη συνείδηση με μια πένα αιχμηρή. Γεννημένος στο Ντόνατς της Βοσνίας, κοντά στο Τράβνικ, στις 10 Οκτωβρίου του 1892, από καθολική οικογένεια Κροατών από το Σαράγεβο, έχασε μεν τον πατέρα του από πολύ νωρίς, αλλά είχε την τύχη να τον εμπιστευτεί η φτωχή μητέρα του στη στοργική αδελφή του, στο Βίσεγκραντ, όπου και τελείωσε το δημοτικό. Από το γυμνάσιο, στο Σαράγεβο, άρχισε να γράφει ποιήματα και να στηρίζει τον αγώνα για ανεξαρτησία.

Απ’ το 1912, με υποτροφία, αρχίζει σπουδές γύρω απ’ την ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, πρώτα στο πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ, μετά στη Βιέννη, κατόπιν στην Κρακοβία.

Το 1914, μετά τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φερδινάνδου, συλλαμβάνεται στο Σπλιτ απ’ την αυστριακή αστυνομία για την πολιτική του δράση και αποφυλακίζεται το 1915. Μετά την απελευθέρωση, πηγαίνει στο Ζάγκρεμπ, όπου αρχίζει το εκδοτικό του έργο. Τότε εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή.

Το 1920 αρχίζει τη διπλωματική του καριέρα. Βατικανό, Βουκουρέστι, Τεργέστη, Γκρατς. Εδώ, συνεχίζει τις σπουδές του στη σλαβολογία και την ιστορία της Αυστρίας. Κατόπιν τον βρίσκουμε στο Βελιγράδι, υποπρόξενο στη Μασσαλία, στη Μαδρίτη, στις Βρυξέλλες και τέλος στη Γενεύη, όπου εκπροσωπεί τη Γιουγκοσλαβία στην Κοινωνία των Εθνών. Το 1933 διορίζεται πρέσβης στο Βερολίνο απ’ όπου παραιτείται το 1941.

Επιστρέφει στο Βελιγράδι, αποσύρεται απ’ το διπλωματικό σώμα και αρνείται να πάρει τη σύνταξη. Μετά τον πόλεμο, εκλέγεται βουλευτής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Συγγραφέων και του συλλόγου για την πολιτιστική συνεργασία με την ΕΣΣΔ.

Το 1961 βραβεύεται με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Τα χρήματα τα δωρίζει στις βιβλιοθήκες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Πεθαίνει στο Βελιγράδι, στις 13 Μαρτίου 1975.

Η ιστορία της πατρίδας του αποτυπώνεται γρήγορα στη Βοσνιακή τριλογία του που εκδόθηκε το 1945. Οι αναμνήσεις και οι πλούσιες εμπειρίες του μεταφέρονται στα τρία του αυτά μυθιστορήματα: Το χρονικό του Τράβνικ, Το γεφύρι του Δρίνου, Η Δεσποινίδα. Άλλα έργα του: Ταραγμένοι καιροί, Το σπίτι στην άκρη της πόλης, Δίψα.

Όραμα του μεγάλου αυτού ανθρωποκεντρικού συγγραφέα που διαφαίνεται μέσα απ’ το έργο του είναι η συναδέλφωση των λαών. Κέντρο της φιλοσοφίας του: ο άνθρωπος.

Το μυθιστόρημα «η Δεσποινίδα» αναφέρεται στη Ράικα Ραντάκοβιτς γεννημένη στο Σαράγεβο, σε μια περιοχή, όπου τα ταραγμένα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, έφεραν πολλές ανακατατάξεις. Τούρκοι, Αυστριακοί και Σέρβοι και τα αντίστοιχα γεγονότα αποτελούν το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος.

Η Ράικα Ραντάκοβιτς, γνωστή ως Δεσποινίδα, βρίσκεται νεκρή στο σπίτι της από έναν ταχυδρόμο. Φεβρουάριος του 1935, στο Βελιγράδι. Ο θάνατος αυτός δεν προκάλεσε καμιά συγκίνηση σε κανέναν, γιατί απλούστατα η νεκρή ήταν μια φιγούρα αντιπαθητική σε όλους. Το ζήτημα έκλεισε γρήγορα: Καρδιακή προσβολή!

Ποια ήταν όμως η γυναίκα αυτή;

Μέχρι τα δεκαπέντε της χρόνια η Ράικα ήταν ένα χαρούμενο κι ευτυχισμένο πλάσμα που λάτρευε τον πατέρα της και τον θεωρούσε ήρωά της. Πλούσιος έμπορος, τίμιος, καλοσυνάτος, γαλαντόμος, που τον εκτιμούσαν όλοι. Η μορφή του κυριαρχούσε δυναμικά στη συνείδησή της και δεν επέτρεπε τίποτα ανάμεσά τους. Η μητέρα, τρυφερή, γλυκιά, ευγενική, αλλά αδύναμη στα δύσκολα. Μια οικογένεια ανοιχτή στην κοινωνία της εποχής, που συγκέντρωνε κόσμο στο σπίτι της. Η Ράικα είχε ζήσει μια ανέμελη, χαρούμενη ζωή, όπως τα κορίτσια μιας εύπορης οικογένειας. Και ξαφνικά, τα ιστορικά γεγονότα οδηγούν τον πατέρα στη χρεοκοπία, την αρρώστια και τον θάνατο. Προτού να κλείσει τα μάτια του, ωστόσο, ο υπέροχος εκείνος πατέρας, πικραμένος και βαθιά πληγωμένος απ’ τη συμπεριφορά των συμπατριωτών του, αφήνει στο μοναχοπαίδι του τις τελευταίες του συμβουλές που όμως τίποτα δε θυμίζουν τις αρχές και τις αξίες του.

«…ο κάθε άνθρωπος που δεν καταφέρνει να ζυγίζει σωστά αυτά που παίρνει κι αυτά που δίνει, έτσι κατά πώς το ζητάει η ζωή, αυτός είναι καταδικασμένος στην καταστροφή απαρχής. Η οικονομία που θα κάνεις εξαρτάται από σένα. Σ’ αυτό δε θ’ αφήσεις να σε κατευθύνει ο οίκτος για κανέναν ούτε για τον ίδιο τον εαυτό σου. Είναι ανάγκη να θάψεις βαθιά μέσα σου, οριστικά κι αμετάκλητα, όλα εκείνα τα λεγόμενα «υψηλά αισθήματα», τις αρχοντικές συνήθειες της ευγένειας, της μεγαλοθυμίας και της ευσπλαχνίας. Τούτο μονάχα να θυμάσαι: οι ευαισθησίες και οι ενσυνειδησίες είναι οι αδυναμίες μας κι αυτές ψάχνουν ν’ ανακαλύψουν και παραμονεύουν να βρουν όλοι γύρω μας. Όποιος σέβεται τον εαυτό του και προσέχει το βιος του όλοι τον σέβονται και τον προσέχουν…»

  Ο πατέρας κλείνει για πάντα τα μάτια και το κορίτσι μένει με τη βαριά υποθήκη του λαξευμένη στη συνείδησή του. Πρέπει να προστατέψει τον εαυτό της, τη μάνα της και να υπερασπιστεί τη χαμένη περιουσία! Πόνος, απόγνωση και τρόμος μπροστά σ’ ένα αβέβαιο μέλλον πανικοβάλλουν την μικρή Ράικα! Απ’ τη στιγμή εκείνη ο ψυχισμός της διαστρέφεται. Δεν μπορεί να ισορροπήσει σε μια μέση κατάσταση, αλλά ούτε και να κοιτάξει πίσω της και να ερμηνεύσει την παρακαταθήκη του πατέρα. Παίρνει κατά γράμμα τα λόγια του κι αποφασίζει μέσα της πως πρέπει να τον δικαιώσει πάση θυσία.

Τα δύσκολα αρχίζουν. Εγκαταλείπει το παρθεναγωγείο, απομονώνεται, σοβαρεύει, γίνεται αντικοινωνική, μεταμορφώνεται σε σκληρή κι ακατάδεχτη που νοιάζεται μόνο για τα θέλω της. Αρχίζει τις αιματηρές οικονομίες, απολύει τους υπηρέτες, διώχνει τους ζητιάνους κι αρνιέται την ελεημοσύνη, που ήταν καθεστώς τα χρόνια εκείνα για μια εύπορη οικογένεια. Η λέξη οικονομία αποκτά μια σημασία απόλυτη, απ’ όπου δεν πρέπει να παρεκκλίνει. Ούτε τα δάκρυα της μάνας, αλλά ούτε κι ο θείος της Βλάντο, με τον ανοιχτό και κοινωνικό χαρακτήρα, κατορθώνουν να την αποσπάσουν απ’ τη μίζερη ζωή της την οποία, όμως, επιβάλλει και στους άλλους. Μάλιστα, μετά το θάνατο του Βλάντο που πέθανε πνιγμένος στα χρέη, η Ράικα συσπειρώθηκε ακόμα περισσότερο πίσω απ’ το «δεν ξοδεύω». Αγωνίζεται με νύχια και δόντια για το κέρδος και δε νοιάζεται αν έχει απέναντί της σκληρούς, που ξέρουν να την νικήσουν. Ο στόχος της είναι να κερδίσει και κάνει το παν γι’ αυτό. Οι άντρες αρχίζουν να την υπολογίζουν. Ακόμα όμως την βλέπουν σαν την κόρη του καλού πατέρα της και της φέρονται με σχετική λεπτότητα.

Από το 1906, οπότε αρχίζουν οι κοινωνικές ανακατατάξεις στην περιοχή αυτή, όπου συγκρούονται πολιτισμοί και αντιλήψεις και το χρήμα γίνεται δυσεύρετο, η Δεσποινίδα -έτσι την αποκαλούν τώρα όλοι- που παρακολουθεί με αγωνία τα συμβαίνοντα βρίσκει ως καλή λύση να δανείζει χρήμα. Άνθρωποι σε απόγνωση χτυπούν την πόρτα της και κείνη απομυζά όσο μπορεί τα πορτοφόλια τους. Δεν δείχνει οίκτο για κανέναν και ο στόχος της παραμένει αμετάβλητος: «Το εκατομμύριο!» Έτσι κι έρθει το πρώτο θ’ ακολουθήσουν και τ’ άλλα. Είναι βέβαιη. Συμβουλές του καλού βοηθού της Βέσο που την προειδοποιεί για την αρνητική συνέχεια δεν πιάνουν τόπο. Γρήγορα μεταμορφώνεται πια σε μια φιγούρα που τριγυρνάει στην πόλη, σκυφτή, αγέλαστη και που τρέμει να βάλει το χέρι στην τσέπη. Στο δρόμο της τότε βρίσκεται ένας Εβραίος καταφερτζής ο Ράφο, που γίνεται αμέσως η βιτρίνα για «τα θανατερά δάνεια», ενώ το χρήμα είναι γνωστό πως πάει στην τσέπη της. Το 1912, με την αναστάτωση των Βαλκανικών πολέμων η Δεσποινίδα απογειώνεται. Το όνειρό της να εκδικηθεί και ν’ αποκαταστήσει τον πατέρα της μέσα απ’ τη δουλειά της είναι πραγματοποιήσιμο. Εδώ και χρόνια ζει ασκητική ζωή. Ο μοναδικός της κόσμος είναι το χρήμα. Δεν βλέπει, δεν συγκινείται για τίποτα και από τίποτα. Όλοι την αποφεύγουν, όλοι την φοβούνται. Είναι η Δεσποινίδα-Τοκογλύφος. Η «Σάυλοκ με φούστα».

Αυτή είναι μια στιγμή τέλειας ευτυχίας, η στιγμή όπου από το ύψος του εκατομμυρίου που κατάφερε να μαζέψει, αισθανόταν ότι η μοίρα της δεν είναι πια ίδια με τη μοίρα των πολλών και δεν είναι υποχρεωμένη να υπακούει στους κανόνες του ανταγωνισμού, όπου ο σωρός των μετρίων συνθλίβεται και καταποντίζεται.

Με τη δολοφονία του διαδόχου του αυστριακού θρόνου Φραγκίσκου Φερδινάνδου στη Βοσνία, το 1914, που φέρνει ασύλληπτες ανατροπές, κοινωνικές-οικονομικές, η Δεσποινίδα δεν πτοείται καθόλου και συνεχίζει πιο εντατικά τη δραστηριότητά της. Σκληρή, ανελέητη, ανέραστη-αποκλείει γάμους και τα σχετικά-μαζεύει χρήμα αμαρτωλό συνθλίβοντας ανθρώπους και οικογένειες. Με την απελευθέρωση όμως η ευτυχία της κάνει φτερά, καθώς ο λαός ζητάει την τιμωρία των μαυραγοριτών. Η Δεσποινίδα πανικοβάλλεται, απομονώνεται στο σπίτι της και τρέμει για το συγκεντρωμένο θησαυρό της. Η αγωνία της μεγαλώνει καθώς είναι υποχρεωμένη να τραβάει χρήματα για να ζήσει. Σιγά σιγά, όμως, ανακαλύπτει πως η εποχή της κυριαρχίας της πέθανε κι ότι ο λαός που περιφρονούσε έχει ανυπέρβλητη δύναμη. Άρα, το χρήμα δεν είναι το παν.

Αναρωτιόταν, αλλά απάντηση δεν έβρισκε γιατί και σήμερα, όπως και παλιότερα, δεν ήξερε ν’ αναρωτιέται για τη δική της συμπεριφορά κι ούτε να παρατηρεί και να εξετάζει τον εαυτό της με τα μάτια των άλλων. Έτσι, ένιωθε διπλό το βάρος της απομόνωσης και της αβεβαιότητας. Το κλίμα δεν την σηκώνει πλέον εδώ, στο Σαράγεβο, κι αποφασίζει να μετακομίσουν στο Βελιγράδι, όπου φιλοξενούνται στο άνετο, φιλόξενο και γεμάτο ζωή σπίτι του θείου της. Η μητέρα της ξανανιώνει, η ίδια όμως δεν μπορεί ν’ ανεχτεί την ευμάρεια και τις προοδευτικές ιδέες που διακινούνται εκεί. Έτσι αγοράζει ένα δικό της σπίτι στην οδό Στίκα, μακριά απ’ την πόλη, απεριποίητο και υγρό, και αρχίζει πάλι να κυνηγά το χρήμα στα «γραφεία συναλλαγών», πιστή στην υπόσχεση προς το νεκρό πατέρα.

Εν τούτοις, στο σπίτι του θείου της γνωρίζει τη Γιοβάνκα, μια πλούσια, ιδιόρρυθμη γυναίκα, που κατορθώνει να την αποσπάσει απ’ την αιώνια τσιγκουνιά της και να την παρασύρει για λίγο στον κόσμο της (απ’ τη μια συντρέχει τους αδύναμους και απ’ την άλλη μόλις πάρουν τ’ απάνω τους τους κακολογεί). Η Γιοβάνκα της γνωρίζει ένα γοητευτικό νεαρό άντρα τον Ράτκο Ράτκοβιτς που μοιάζει με τον αγαπημένο της θείο Βλάντο και, ω του θαύματος, η Δεσποινίδα, σαν μαγεμένη, δέχεται να τον διευκολύνει χρηματικά. Το παιχνίδι σε βάρος της συνεχίζεται για καιρό, ενώ η ίδια ζει με μοναδική ένταση το πρωτόγνωρο συναίσθημα.

Βυθισμένη σ’ αυτό το καινούργιο όνειρό της, η Δεσποινίδα ζούσε εδώ και κάμποσες εβδομάδες, δίχως κι η ίδια να γνωρίζει ούτε όλη τη δύναμη ούτε και την πραγματική φύση αυτού του ονείρου.

Αμάθητη, εξακολουθεί για καιρό ν’ αφήνεται στη σφοδρότητα του αισθήματος, καθώς δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί την εξαπάτηση. Γι’ αυτό, όταν διαπιστώνει με τα μάτια της το ποιόν του Ράτκο καταρρέει με την ίδια σφοδρότητα που είχε ζήσει αυτό το μοναδικό διάστημα. Συμπαραστάτης σ’ αυτές τις τραγικές της στιγμές η ηρωική μητέρα της που την τρέφει με τη μητρική της αγάπη. Αλλά, όταν ξαναβρίσκει τον εαυτό της, σβήνει μονοκοντυλιά ό, τι την πλήγωσε θανάσιμα και βάζει πλώρη ν’ ανακτήσει τα χαμένα. Η σχέση με τη μητέρα της είναι, όπως πάντα, προβληματική, καθώς της δίνει βάρος κι έξοδα με την αρρώστια της. Και παρόλο που την περιποιείται προσωπικά στο τέλος, ο θάνατος της γριούλας την απελευθερώνει. Τότε πετάει απ’ το σπίτι ό,τι είχε σχέση με κείνην, διαμορφώνει ένα χώρο στα μέτρα της και απολαμβάνει την ελευθερία και τη μοναξιά της.

Το κραχ του 1930 την πανικοβάλλει, ακόμα μια φορά, και οργανώνεται. Βάζει κάγκελα παντού στο σπίτι, παίρνει τα λεφτά της απ’ τις τράπεζες, ενώ κάθε τόσο τα μεταφέρει πότε εδώ και πότε εκεί, μέσα στο σπίτι πάντα. Κάθε μέρα τα μετράει και τα ξαναμετράει με τη συνέπεια ενός φιλάργυρου. Ο φόβος της κλοπής δεν την αφήνει να κοιμηθεί. Υποψιάζεται και τη σκιά της ακόμα.

Τα χρόνια κυλούν κι η Δεσποινίδα βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στη μανία της. Μόνο που τώρα η υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της έχει ξεφτίσει και μοιάζει «ανεξήγητη κι ακατανόητη, ένα ανώφελο παιχνίδι των παιδικών χρόνων της».

Την ιστορία της Δεσποινίδας την μαθαίνουμε απ’ την ίδια, γιατί ο συγγραφέας έντεχνα μας την παρουσιάζει στην αρχή, καθισμένη σε μια καρέκλα, ξυλιασμένη, μέσα στο παγωμένο δωμάτιο και σκυμμένη πάνω από μια κάλτσα που μπαλώνει. «Να μπαλώνεις, να μην ξοδεύεις, να υπομένεις» είναι το τρίπτυχο της πρόωρα γερασμένης γυναίκας που αρχίζει να θυμάται την ιστορία της, ενώ στο χωλ την κοιτάζει ειρωνικά το χιλιοφορεμένο μαύρο μακρύ παλτό της κρεμασμένο στον καλόγερο, που έμελλε να γίνει και ο θάνατός της!

Αχ, λίγο αέρα, μονάχα, αέρα για μια ανάσα, κι ίσως σωθούν, κι η ζωή και τα σπίτια και το χρήμα. Χρυσάφι θα ‘δινε για μια ανάσα.

Ήταν οι τελευταίες σκέψεις μιας τραγικής γυναίκας που έβαλε το χρήμα πάνω απ’ την ανθρώπινη ύπαρξη.

Με το μυθιστόρημά του αυτό ο συγγραφέας μας δίνει τον πυρήνα της φιλοσοφίας του που δεν είναι άλλος απ’ το σεβασμό στον άνθρωπο. Το χρήμα είναι μέσον και όχι αυτοσκοπός. Ως μέσον, τρέφει την κοινωνία, ως αυτοσκοπός, καταστρέφει ανθρώπους και λαούς, με τη σκληρότητα, την αναλγησία και την αδηφαγία που γεννάει. Θεωρώ πως είναι και θα είναι πολύ επίκαιρος ο Ίβο Άντριτς και τώρα και στο μέλλον. Γιατί, όσο υπάρχουν άνθρωποι, το χρήμα θα μας κλείνει το μάτι πονηρά. Κι όποιος αντέξει…

• Bρείτε εύκολα το βιβλίο, μάθετε περισσότερα, εδώ:
https://www.kastaniotis.com/book/960-03-2729-7

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *