Σταθμάρχης βιαστής | Μαίρη Φιλιππίδου-Κατσανίδου | ΆνεμοςMagazine

Άνεμος Magazine 14/02/2018 0

treno
Τρεις τελείες, τρεις παύλες, τρεις τελείες.
Nαι είναι το SOS.
Αναβοσβήνει συνεχώς τις τελευταίες μέρες.
Γιατί μόνο εγώ το βλέπω;
Γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ; Να καταλάβω;
Θολωμένο μυαλό που ταξιδεύεις; Κοίτα γύρω σου.
Βλέπεις; Δεν υπάρχει τίποτα.
Έβδομη αίσθηση έχει ξυπνήσει.
Διαίσθηση, εμμονή, τελευταία στείρα στιγμή.
Κρύα χέρια παγωμένα, δίχως ψυχή.
Που είναι η ψυχή μου; Που πήγε;
Τρείς τελείες τρείς παύλες τρείς τελείες.
Μια άφωνη φωνή. SOS.
Τελευταία οπτική επαφή.
Μαύρη η μέρα, σκοτεινή.
Το ουράνιο τόξο μόνο στον ήλιο θα φανεί.
Δεν μου αρέσει ο ήλιος, με τυφλώνει.
Δεν μου αρέσει το φώς. Το σκοτάδι μου ταιριάζει.
Εκεί αισθάνομαι εμένα, μόνο εμένα.
Οι γραμμές μαύρες, η μία δίπλα στην άλλη.
Χρόνια κενά, χρόνια μαύρα σε μαύρες γραμμές.
Μια υγρασία σαν βρώμικη λάσπη.
Ο ήχος πλησιάζει, ακούω το τρένο, βγαίνει από το τούνελ.
Χάθηκαν οι τελείες και οι παύλες, μόνο κουδούνι αχνό χτυπά.
Δεν είναι κουδούνι, τρένο κοντά μου είναι.
Οι γραμμές δίπλα δίπλα μαύρες.
Μου αρέσει το μαύρο. Μου μοιάζει.

Μια ανατριχίλα διαπερνά το κορμί μου.
Σαν πέπλο η σκιά δίπλα μου.
Φωνή μουντή, βραχνή. SOS. Τι γίνεται;
Βήματα ακούω, κάτι πλησιάζει. Η σκιά με ακολουθεί, δεν καταλαβαίνω.
Κανείς δεν είδε, κανείς δεν το ‘μαθε. Διαίσθηση μάλλον είναι του φονιά.
Δεν γύρισα τις γραμμές ακόμη.
Όχι  δεν ήρθε, πρέπει να τις ξεκλειδώσω.
Η δουλειά μου είναι αυτή, είμαι ένα με το τρένο.
Γίνομαι ένα μαζί του.
Πρέπει πρώτα να έρθει για να φύγει.
Είμαι εγώ ένα με το τρένο, είναι το δικό μου τρένο.
Τα κλειδιά χάθηκαν κρέμονταν στο στύλο έξω, κάποιος τα πήρε;
Πως θα ενώσω τις γραμμές; Αυτή είναι η δουλειά μου.
Να σωθώ πρέπει, που να πάω;
Δεν είσαι εδώ, γλύτωσα για πάντα.
Κανείς πλέον δεν θα ακούσει ότι είχες να πεις.
Σου το είπα, μην μιλάς.
Το σώμα σου τρυφερό, ανέγγιχτο, ήταν μόνο για μένα.
Το κατάλαβα, δεν ήθελες, το ήθελα. Ούρλιαζες, με ερέθιζες.
Σε κέρδισα, σε νίκησα. Έγινες δική μου.
Ήθελες το μυστικό μας να προδώσεις.
Μα σου έλεγα μη μιλάς, τρόμαξα από το άγριο βλέμμα σου.
Τόσο μικρό κορίτσι και τόσο άγριο βλέμμα!
Το μαχαίρι το πέταξα, το τρένο πέρασε χωρίς να σταματήσει.
Λίγο θόρυβο έκανε πατώντας κόκκαλα.
Δίπλα λίγη κόκκινη υγρασία.
Αγαπημένο μου τρένο.
Μαζί ανταλλάξαμε χαμόγελα, ανταλλάξαμε μυστικά.
Εγώ παραμιλώ, εσύ δε μιλάς.
Κάποτε ήθελες να μιλήσεις, σε έκανα να σωπάσεις.
Οι νυχτερίδες βάμπιροι παραφυλάνε.
Ουρλιαχτά ανέμου τρομάζουν τις νυχτερίδες.
Πετούν τριγύρω, γίνονται ένα σύννεφο μαύρο.
Κάνουν κύκλο πάνω από το κεφάλι μου.
Θα δουν το τρένο, θα το φέρουν σε μένα.
Τρείς τελείες τρείς παύλες τρείς τελείες.
Έκαναν στάση στο σταθμό μου. Με καληνύχτισαν.
Ήθελαν συντροφιά, με καλούσαν πολλές μέρες.
Δεν είχαν φωνή, εγώ δεν άκουγα.
Έβλεπα μόνο τελείες και παύλες, και ένα περίεργο μεγάλο S.O.S.
Παρασύρομαι, οι γραμμές με καλούν κοντά τους, με ζητούν.
Το τρένο χάθηκε το ψάχνω.
Κόκκινη βροχή, κόκκινες γραμμές.
Ποτάμι κόκκινο κυλά στο πλάι.
Μαύρα σύννεφα.
Μπερδεύτηκαν μαζί, καλώδια, αλυσίδες, γραμμές και σίδερα.
Τελείες παύλες, S.O.S.
Μαύρη η μέρα σκοτεινή ήρθε.
Θα φύγει κόκκινη, στις μαύρες-κόκκινες γραμμές που ξάπλωσα να κοιμηθώ. Τις αγαπώ, τις γνωρίζω, είναι δικές μου.
Τις διεκδικώ, πρέπει να τις ενώσω, δεν θέλω να είναι απόμακρες.
Θα τις ενώσω με το σώμα μου.
Δεν έμεινα με σώμα, το χάρισα στο τρένο που ήρθε.
Του χάρισα το S.O.S.
Μου χάρισε τις τελείες και τις παύλες.
Έτσι κάνουν όσοι αγαπάνε.
Δίνουν.
Έδωσα, μου έδωσε.

• Eπικοινωνήστε με τη δημιουργό:
https://www.facebook.com/Filippidoukatsanidoumeri?ref=br_rs

Leave A Response »


− 3 = 2