Το δένδρο που έγινε χαρταετός | Τζίνα Μιτάκη | ΆνεμοςMagazine

Άνεμος Magazine 18/02/2018 0

%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%84%cf%85%cf%80%ce%bf-2
Μια φορά και δυο καιρούς,
σε ένα δάσος, με ψηλά έλατα, γεννήθηκε ένα μικρό ελατάκι. Ήταν λεπτό, λυγερό και καταπράσινο και αν δεν ήταν τα μεγάλα έλατα γύρω του να το προστατεύουν, θα το τσάκιζε ο άνεμος και η δυνατή βροχή, τόσο λεπτό και λυγερό που ήταν.
Βιαζόταν να μεγαλώσει, να δυναμώσει, να ψηλώσει πολύ, να βλέπει τον ουρανό, να ακουμπάει τα σύννεφα με την κορυφή του και να αγναντεύει ως πέρα μακριά τον κόσμο.
«Να παρακαλάς να μην μεγαλώσεις» του είπε κάποτε ένα άλλο, μεγάλο πια έλατο κουνώντας με θλίψη την κορυφή του.
«Και γιατί παρακαλώ να μείνω μικρό εγώ;» ρώτησε πειραγμένο το μικρό έλατο.
«Θα καταλάβεις, σύντομα θα καταλάβεις!» του απάντησε το μεγάλο έλατο και αναστέναξε.
Μμμ αόριστη απάντηση, καλά, από την ζήλεια του τα λέει, σκέφτηκε το ελατάκι και έπιασε κουβέντα με μια μικρή σουσουράδα με μακριά κίτρινη ουρά που τσιμπολόγαγε σεινάμενη-λυγάμενη σποράκια γύρω τριγύρω.
Νύχτωνε και ξημέρωνε και πέρναγε ο καιρός με το μικρό ελατάκι να τεντώνεται μπας και ψηλώσει πιο γρήγορα και να ονειρεύεται την μέρα που θα γίνει μεγάλο.
Δεν είχε ξημερώσει καλά καλά ακόμα και πετάχτηκε από τον ύπνο του τρομαγμένο από έναν δυνατό θόρυβο που ερχόταν από μακριά.
Έτριψε νυσταγμένο τα μάτια του, τέντωσε το κορμάκι του και αφουγκράστηκε με κομμένη ανάσα.
Ο απαίσιος εκείνος θόρυβος όλο και πλησίαζε.
Η φιλενάδα του η σουσουράδα, που ήταν και λίγο πολυλογού, του είχε πει πως σε άλλα δάση, μακρινά, ζούσαν ανάμεσα στα δένδρα κάτι φοβερά και παράξενα πουλιά και ζώα, παράξενα, πολλά από αυτά ήταν μεγάλα και άγρια, του είχε πει ακόμα πως στα δάση, ζούσαν δράκοι φοβεροί, μάγισσες μοχθηρές, λάμιες, ξωτικά και νεράιδες. Κάθε φορά είχε να του διηγηθεί η σουσουράδα και από μια ιστορία για όλα αυτά τα πλάσματα. Στο δικό τους δάσος δεν είχε δει τέτοια ζώα, ούτε τα άλλα τα τρομακτικά πλάσματα, μόνο κάτι λίγα πουλιά και κάτι μικρά μαμούνια. Πλάκα θα είχε να αποφάσισαν όλα αυτά τα πλάσματα να έρθουν και στο δικό τους δάσος. Ανατρίχιασε λίγο στην σκέψη αυτή, αλλά, όταν το σκέφτηκε καλύτερα βρήκε πως δεν υπήρχε λόγος να φοβάται, αντίθετα θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να έρθουν και στην δική τους γειτονιά, νέα πρόσωπα.
Ξαφνικά κάτι μεγάλα κίτρινα φώτα, έκαναν την νύχτα μέρα στο δάσος.
Τα άλλα δένδρα άρχισαν να αναστενάζουν.
«Αχ αχ ήρθε η ώρα μας!» έλεγαν και δάκρυζαν και κανένα δεν έδινε σημασία στις επίμονες ερωτήσεις του μικρού δένδρου.
Κάποτε το άκουσε το δένδρο που του είχε πει ότι καλύτερα να μην μεγαλώσει και άρχισε να του εξηγεί.
«Δεν είμαστε κανονικό δάσος, είμαστε ένα δάσος ελεγχόμενο, κάτι σαν δάσος-φυτώριο, μας φέρνουν εδώ να μεγαλώσουμε και μετά μας κόβουν, για να μην κόβουν τα δένδρα στα άλλα τα κανονικά δάση, γιατί είναι πολύ χρήσιμα για την γη. Εμάς που ζούμε σε αυτά τα ελεγχόμενα δάση μας κόβουν και μας πάνε στα εργοστάσια να μας κάνουν χαρτί η ξυλεία. Εμείς από αυτό το δάσος πάμε για να γίνουμε χαρτί. Ήρθαν τώρα τα μηχανήματα και οι εργάτες να κόψουν όσα δένδρα έχουν μεγαλώσει αρκετά πια. Θα κόψουν και μένα αυτή την φορά. Γεια σου μικρέ!»
Άφωνο έμεινε το δενδράκι.
«Χαρτί; Άκου χαρτί ;» μονολογούσε σαν αλλοπαρμένο και έκλαιγε από φόβο και λύπη.
«Αμ τι νόμιζες; Άλλα γίνεστε έπιπλα, άλλα γίνεστε μικρά πλεούμενα, άλλα γίνεστε χαρτί, άλλα γίνεστε καυσόξυλα. Τυχερός που δεν θα γίνεις καρέκλα, να σηκώνεις τόσα βάρη, ή που δεν θα καείς σε κάποιο τζάκι, τυχερό που δεν σε έκοψαν μικρό για να σε στολίσουν οι άνθρωποι με λαμπιόνια και άλλα μπιχλιμπίδια τα Χριστούγεννα στα σαλόνια τους. Να εύχεσαι όταν γίνεις χαρτί να γίνεις τουλάχιστον βιβλίο με όμορφες ιστορίες και χρωματιστές ζωγραφιές. Έχω δει τέτοια βιβλία σε ένα παλιό μικρό σπίτι στη ρίζα στο βουνό, τα έχει μια κυρία για να τα δώσει στην εγγονή της όταν μεγαλώσει, είναι παράθυρα στον κόσμο τα βιβλία λέει. Καμιά φορά την ακούω που διαβάζει και εκείνη δυνατά τις ιστορίες που είναι γραμμένες στο χαρτί των βιβλίων και είναι πολύ όμορφες.» του είπε η πολύξερη σουσουράδα.
Οι εργάτες και τα μηχανήματα, έκοβαν και μετέφεραν τα δένδρα σε μεγάλα φορτηγά που ένα ένα έφευγαν μουγκρίζοντας σαν θεριά για το εργοστάσιο. Ως να νυχτώσει πάλι όλα τα μεγάλα δένδρα του δάσους είχαν κοπεί.
Τώρα το μικρό ελατάκι έβλεπε, χωρίς εμπόδιο τα μεγάλα δένδρα, περισσότερο ουρανό, μα ήταν πολύ λυπημένο.
«Τι τυχερή που είναι η σουσουράδα! Βολτάρει πέρα δώθε και πετάει όπου θέλει, βλέπει τα σπίτια, τα ποτάμια, την θάλασσα, βλέπει τα άλλα τα πραγματικά δάση, ακούει και τις όμορφες ιστορίες εκεί στο παλιό, μικρό, σπίτι στο βουνό. Εγώ, είμαι καταδικασμένο να βλέπω μόνο ένα κομμάτι ουρανό, ριζωμένο και ακούνητο στο χώμα, ως να με κόψουν να γίνω και εγώ χαρτί ή κάτι άλλο. Αχ ποιόν να παρακαλέσω να με κάνει πουλί και μένα να πετάω ελεύθερο;» σκεφτόταν και όλο βούρκωνε το μικρό δεντράκι και μεγάλωνε και πέταγε μπόι και γινόταν καταπράσινο και λυγερό.
Και έφτασε κάποτε το ξημέρωμα που ακούστηκε πάλι εκείνος ο φοβερός θόρυβος να πλησιάζει στο δάσος.
Το έλατο που ήταν τώρα πολύ ψηλό και με δυνατό κορμό, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε για τελευταία φορά την ασημένια σελήνη και τα αστροπόταμα του ουρανού. Τα δάκρυα του κύλησαν ως το χώμα που ρίζωνε ο κορμός του και αποχαιρέτησαν τον τόπο του. Μπορεί να μην ήταν κανονικό δάσος εκεί, με πολλά ζώα, πουλιά και όλα τα αλλόκοτα πλάσματα που λένε οι ιστορίες και τα παραμύθια πως ζουν στα δάση, μα ήταν ο τόπος του, ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Ο πόνος από τα δόντια του πριονιού μούδιασαν την καρδιά του και λιποθύμησε.

«Να πάρουμε πολλά χαρτιά, ένα κόκκινο, ένα πράσινο, ένα κίτρινο, ένα γαλάζιο, ένα πορτοκαλί, ένα μωβ… όλα τα χρώματα να πάρουμε μαμά! Είναι τόσο όμορφο χαρτί, γερό αλλά απαλό σαν μετάξι και πόσο λαμπερά είναι τα χρώματα του!» άκουσε μια φωνή να λέει μέσα στον ύπνο του.
Άνοιξε τα μάτια, θρόισε ελαφρά τα φύλλα του και περιεργάστηκε τον χώρο.
Βρισκόταν σε ένα ράφι, τριγύρω, σε άλλα ράφια, καμάρωναν βιβλία κάθε λογής, μεγάλα και μικρά, χοντρά και λεπτούτσικα, αλλά και τετράδια και μολύβια μαύρα και χρωματιστά, μυρωδάτες γομολάστιχες και κομψές ξύστρες, σε άλλα ράφια ήταν πακέτα με χαρτιά, χαρτιά λευκά, χαρτιά χρωματιστά, μικρά και μεγάλα, άλλα γυαλιστερά, άλλα ζαρωτά και άλλα σαν βελούδο.
Έσκυψε το κεφάλι του και κοιτάχτηκε. Ήταν πια ένα πακέτο χρωματιστά χαρτιά που τα πήρε αγκαλιά ένα κορίτσι χοροπηδώντας από χαρά.
«Βιβλίο δεν έγινα… ποιος ξέρει ποια θα είναι η ζωή μου από δω και πέρα», σκέφτηκε στριμωγμένο σε μια χάρτινη σακούλα που δένδρο ήταν και αυτή κάποτε όπως του είπε.
Δρόμο πήραν με το κορίτσι και την μαμά του και δρόμο άφησαν και ούτε ήξερε το δένδρο που τώρα ήταν ένα πακέτο χρωματιστά χαρτιά, που πήγαιναν. Χάζευε σαστισμένο τους ανθρώπους που περπατούσαν βιαστικοί και αμίλητοι, τα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά, τα ψηλά σπίτια, ψηλά ως τον ουρανό κάποια, άλλον ουρανό από αυτόν που ήξερε, ουρανό που δεν ήταν γαλάζιος μα γκρίζος.
Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν μπήκαν σε έναν σωλήνα με καθίσματα που έτρεχε με την κοιλιά κάτω από την γη και μετά σε ένα κόκκινο αυτοκίνητο και κάποτε έφτασαν σε ένα σπίτι με ένα δάσος από μικρά δένδρα και πολλά λουλούδια γύρω τριγύρω του. Όπως του είπε η σακούλα που ήταν μάλλον πιο κοσμογυρισμένη και μορφωμένη δεν ήταν δάσος αυτό όπως νόμιζε μα κήπος.
Το κορίτσι το έβγαλε από την σακούλα και το άπλωσε με προσοχή πάνω σε ένα τραπέζι ξύλινο, που κάποτε ήταν και αυτό δένδρο, και όλο ρωτούσε την μαμά του πότε θα έρθει ο παππούς. Ανησυχούσε η μικρή πολύ μήπως αργήσει ο παππούς και δεν προλάβουν. Ανησυχούσε μήπως πάρει και υγρασία και χαλάσει το χαρτί όπως μουρμούραγε κάθε τόσο και το χάιδευε να δει μήπως πήρε υγρασία και χάλασε.
Ο παππούς ήρθε και πήρε μαζί με το κορίτσι το δένδρο που είχε γίνει χρωματιστά χαρτιά στην αποθήκη. Το άπλωσαν πάνω σε έναν πάγκο και όσο ο παππούς γονατισμένος στο πάτωμα κάρφωνε κάτι λεπτά και λεία καλάμια και έφτιαχνε έναν πολύγωνο σκελετό, άκουσε δίπλα του κάποιον να αναστενάζει.
«Αχ τι τύχη να γίνεις χαρταετός! Εμ βέβαια αν δεν γίνουν χαρταετός τα όμορφα χρωματιστά χαρτιά ποιος θα γίνει εγώ η εφημερίδα; Εγώ αν δεν πεταχτώ στα σκουπίδια να λιώσω από τα βρόμικα ζουμιά, αν δεν γίνω χαρτοπολτός πάλι στην ανακύκλωση, αν δεν με βουτήξουν σε νερό και ξύδι να καθαρίσουν τίποτα τζάμια το πολύ πολύ να γίνω καμιά σαΐτα η καμιά βαρκούλα, βλέπεις δεν μουτζουρώνω μόνο τα χέρια με το μελάνι που κουβαλάω, μουτζουρώνω και την διάθεση με τόσες άσχημες ειδήσεις που φέρνω»
Τούτα τα παραπονεμένα λόγια πρόλαβε να ακούσει από μια μισοκουρελιασμένη εφημερίδα πριν τα χέρα του παππού το πάρουν και αρχίσουν φύλλο-φύλλο να το κολλάνε πάνω στα καλάμια. Μόλις τελείωσε το κόλλημα στα καλάμια, μερικά φύλλα, που το κορίτσι τα είχε κόψει με το ψαλίδι λωρίδες, έγιναν όμορφα σκουλαρίκια στις πέντε γωνίες που σχημάτιζαν τα καλάμια και κάποιες άλλες περάστηκαν σε σπάγκο και έγιναν μια πολύχρωμη μακριά χάρτινη ουρά.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα της εφημερίδας το δένδρο που είχε γίνει χρωματιστά χαρτιά τώρα ήταν ένας τεράστιος πολύχρωμος, πλουμιστός, χαρταετός.
Ίσα που πρόλαβε να δει το είδωλο του στο τζάμι του παραθυριού πριν σκοτεινιάσει.
«Όμορφος χαρταετός έγινα, να δούμε τι με περιμένει τώρα;» σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια του κουρασμένο το δένδρο που έγινε χρωματιστά χαρτιά και μετά χαρταετός.
Ξετρελάθηκε από την χαρά του την άλλη μέρα σαν βρέθηκε να πετάει ψηλά στον ουρανό.
«Έγινα πουλί, έγινα πουλί !» έλεγε και ξανάλεγε και μια έκανε βουτιά προς την γη μια σηκωνόταν ψηλά στον ουρανό. Ήθελε να φτάσει ως τα σύννεφα, να ακουμπήσει τις ακτίνες του ήλιου, μα ο σπάγκος που κρατούσε το κορίτσι δεν τον άφηναν, μέχρι που ο σπάγκος ξέφυγε από το χέρι του κοριτσιού και ο χαρταετός άρχισε να πετάει ελεύθερος πια όλο και πιο ψηλά και μακριά μέχρι που χάθηκε.
Φοβήθηκε λίγο μα ξέχασε το φόβο του σαν έβλεπε κάτω την γη.
Α! Μα πόσο όμορφος ήταν ο κόσμος! Είδε θάλασσες και στεριές, ποτάμια και λίμνες, δάση και πεδιάδες, πολιτείες και χωριά, πλοία, τρένα και αεροπλάνα, ανθρώπους και λογής λογής ζώα και πουλιά. Παραφύλαξε κρυμμένος στα δάση να δει όλα τα αλλόκοτα πλάσματα της νύχτας που του έλεγε η φίλη του η σουσουράδα, τα ξωτικά, τις λάμιες τις νεράιδες, τους δράκους και τις μάγισσες.
Σαν κατέβηκε όμως χαμηλότερα είδε και πράματα που δεν του άρεσαν, είδε ανθρώπους και παιδιά, ζώα και πουλιά θλιμμένα, και φυλακισμένα, είδε πολέμους, φτώχια, αρρώστιες και δυστυχία.
Πέταγε και πέταγε και μια χαιρόταν με τις ομορφιές, μια πικραινόταν με τις ασχήμιες ώσπου ένιωσε πολύ κουρασμένος.
Σκοτείνιαζε και ο χαρταετός παρακάλεσε τον άνεμο να τον ακουμπήσει κάπου μαλακά να ξεκουραστεί. Να σκεφτεί το μέλλον του.
Ο άνεμος φύσηξε απαλά και τον ακούμπησε στο περβάζι ενός παραθυριού και ο χαρταετός αποκοιμήθηκε αμέσως εξαντλημένος από το ταξίδι του.
«Μαμά, μαμά τρέχα να δεις! Τρέχα! Κάποιος έφερε και άφησε στο παράθυρο έναν χαρταετό! Είναι ο πιο μεγάλος και ο πιο όμορφος χαρταετός που έχω δει ποτέ!»
Ο χαρταετός κοίταξε μέσα από το παράθυρο και είδε ένα αγόρι ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι.
«Μόλις γίνω καλά και βγω από το νοσοκομείο θα πάμε να πετάξω τον χαρταετό, ε μαμά;» έλεγε το αγόρι ενθουσιασμένο.
Δέκα μέρες έμεινε ο χαρταετός στημένος δίπλα στο κρεβάτι του αγοριού στο νοσοκομείο και τον θαύμαζαν γιατροί και νοσοκόμες. Μόλις το αγόρι έγινε καλά πήγαν σε ένα λόφο για να πετάξει τον χαρταετό του και ο χαρταετός ανέβηκε ψηλά και έκανε φιγούρες σαν χορευτής και χαιρόταν το αγόρι.
«Μαμά εγώ έπαιξα και χάρηκα, λέω να αφήσω τον σπάγκο, να ελευθερώσω τον χαρταετό να πάει να βρει και άλλα παιδιά, να παίξουν και να χαρούν και αυτά» είπε το αγόρι και άφησε τον σπάγκο από την χούφτα του.
Ο χαρταετός έκανε μια φιγούρα, χάιδεψε με την ουρά του το κεφάλι του αγοριού και μετά χάθηκε στον ουρανό.
Πέταγε και πέταγε και ο αγέρας τον ακούμπησε μαλακά στην πόρτα ενός σχολείου σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Χαρές που έκαναν τα παιδιά σαν βγήκαν διάλειμμα και βρήκαν στο προαύλιο σταλμένο από τον ουρανό έναν χαρταετό! Ως να νυχτώσει χόρτασαν παιχνίδι μαζί του και την ώρα που σουρούπωνε ένα παιδί είπε στα άλλα.
«Χορτάσαμε παιχνίδι και χαρά με τούτον τον ουρανόσταλτο χαρταετό, τι λέτε αφήνουμε την καλούμπα με τον σπάγκο για να πετάξει ελεύθερος και να πάει δώρο το παιχνίδι και την χαρά και σε άλλα παιδιά;»
Έτσι έκαναν τα παιδιά και ο χαρταετός πέταξε ελεύθερος πάλι με το φύσημα του αγέρα.
Είχε νυχτώσει για καλά και ο χαρταετός κάθισε να ξαποστάσει σε έναν ψηλό βράχο. Πριν αποκοιμηθεί σκέφτηκε, σκέφτηκε πολύ. Αν ήταν δένδρο ριζωμένο στο χώμα σε ένα κανονικό δάσος, θα πρόσφερε οξυγόνο, θα γινόταν φωλιά για τα πουλιά, θα συγκρατούσε με τις ρίζες του το χώμα να μην το παρασέρνουν τα νερά της βροχής θα πρόσφερε και την σκιά του, στους περιπατητές του δάσους. Αν πάλι γινόταν ξυλεία θα γινόταν κάτι χρήσιμο, ακόμα και ξύλα για το τζάκι αν γινόταν θα ζέσταινε από την παγωνιά, αν γινόταν χαρτί για βιβλίο θα είχε πάνω του ιστορίες και γνώσεις, θα ήταν παράθυρο στο κόσμο, για όσους το διάβαζαν, αν γινόταν εφημερίδα θα βοηθούσε να μαθαίνουν οι άνθρωποι τις ασχήμιες που έκαναν κάποιοι ανόητοι, για να προσπαθούν να τις αποτρέψουν και να τις διορθώσουν, θα μάθαιναν όμως και ευχάριστα πράγματα, τώρα που ήταν χαρταετός θα ταξίδευε και θα έδινε χαρά και παιχνίδι στα παιδιά. Δηλαδή ότι και να ήταν θα είχε ένα σκοπό, θα ήταν ένας κρίκος προσφοράς στην αλυσίδα της ζωής.
Εκείνη την νύχτα το δένδρο που έγινε χαρταετός έκανε τον πιο όμορφο ύπνο της ζωής του, το πρωί που ξύπνησε με την βοήθεια του ανέμου ξεκίνησε πάλι το ταξίδι του, έδωσε χαρά σε κάποια προσφυγάκια, μετά έφτασε σε ένα καταυλισμό Ρομά, ταξίδεψε και έφτασε σε χώρες που είχαν πόλεμο, φτώχεια, πείνα και αρρώστιες και έδωσε χαρά και ελπίδα σε παιδιά και μεγάλους. Έφτασε μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία και συναντήθηκε με άλλους χαρταετούς, πιο μεγάλους, πιο πλουμιστούς και πιο όμορφους μα δεν ένιωσε καθόλου άσχημα, μπορεί μπροστά σε αυτούς τους παράξενους, περίτεχνους χαρταετούς να φαινόταν φτωχός και ταπεινός μα ήξερε καλά πια πως η χαρά που πρόσφερε και αυτός στα παιδιά ήταν το ίδιο σημαντική και πολύτιμη.

Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Tzinamit

Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/tzina-mitaki.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/nyxterines-kouventes.html

Leave A Response »


5 + = 9