Η θεωρία των θαυμάτων | Τζίνα Ψάρρη | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 04/04/2018 0

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9
Το μόνο που ακουγόταν ήταν η βροχή που μαστίγωνε με οργή τα τζάμια. Έψαχνα να βρω την πρόφαση που χρειαζόμουν για ν’ ανοίξω μια κάποια συζήτηση. Ως εκείνη την στιγμή, καμιά κουβέντα δεν είχε σπουδαίο ενδιαφέρον. Ο ένας άκουγε την φωνή του άλλου, όχι τις λέξεις του. Ο λόγος που το επιχειρούσα ήταν προφανής: ήθελα να κρατήσω ό,τι περισσότερο μπορούσα από την μορφή του. Είχα ανάγκη και κάτι ακόμα ωστόσο: μια διευκρίνιση για την επιλογή του ονόματος Πορφύριος.

Η μέρα γλιστρούσε όλο και πιο χαμηλά αγγίζοντας το βουνό. Σε λίγο θα εξαφανιζόταν πίσω απ’ το μαβί σούρουπο. Η βαριά μυρωδιά του λιβανιού άρχισε να μου προκαλεί ναυτία. Στον νου μου ήρθε η σαπισμένη μυρωδιά των λουλουδιών στα νεκροταφεία. Κοίταξα το μαύρο ράσο που καθόταν απέναντί μου και απόρησα πραγματικά με τον εαυτό μου. Πώς είχα δεχτεί να κάνω αυτήν την συνέντευξη, αφού οτιδήποτε θρησκευτικό ήταν συνδεδεμένο με θάνατο στο μυαλό μου, με κοιμητήρια και κηδείες που τόσο απεχθανόμουν;
Ο μοναχός καθόταν υπομονετικά, με τα χέρια πλεγμένα αμήχανα. Ήταν νέος, νεότερος από μένα τουλάχιστον που από καιρό είχα πατήσει τα σαράντα. Τα κορακίσια μαλλιά του, δεμένα στον αυχένα σ’ έναν αυστηρό κότσο. Στα μάτια του έσκαγαν αγριεμένα κύματα που δυσκολευόμουν να εξιχνιάσω. Οι διαδόσεις οι οποίες τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούσαν για την συγκεκριμένη μονή, έδειχναν να τον αφήνουν παγερά αδιάφορο. Με κοιτούσε κατά πρόσωπο, χωρίς ίχνος δυσφορίας ή απορίας και μου χαμογελούσε αμυδρά αλλά κάπως σαν πιεσμένα.
«Λοιπόν; Τι είναι αυτό που θέλετε να μάθετε;» Η φωνή του φανέρωνε επιτέλους μια κάποια αδημονία.
«Από την εφημερίδα με ενημέρωσαν πως θα μιλήσω με τον ηγούμενο της μονής», απάντησα ενοχλημένα.
«Ο γέροντας ξεκουράζεται, σπάνια δέχεται επισκέψεις. Η υγεία του είναι αρκετά επιβαρυμένη. Θα πρέπει λοιπόν να αρκεστείτε σε μένα».
Το μυστήριο που περιέβαλε την μονή και κίνησε το ενδιαφέρον της εφημερίδας όπου εργαζόμουν, προσωπικά με άφηνε τουλάχιστον αμήχανο, για να μην πω ψυχρά αποστασιοποιημένο. Όλα αυτά τα περί ψαλμωδιών που ακούγονται τις νύχτες μέσα από τους πέτρινους τοίχους, οι ανερμήνευτες μετακινήσεις αντικειμένων και η εν μία νυκτί εμφάνιση μιας έτοιμης, κτισμένης πηγής με γάργαρο νερό στο εσωτερικό προαύλιο, μου φαίνονταν απίστευτα βαρετά. Σίγουρα υπήρχε μια πολύ λογική εξήγηση που θα έφερνε νύστα και στον πιο ένθερμο μυστικιστή. Εμένα πάλι, η θεωρία των θαυμάτων δεν μου άφηνε καμιά αμφιβολία: κάποια διαβολική σκευωρία κρυβόταν από πίσω, απάτη προς οικονομική απομύζηση των εύπιστων. Αν με άφηνε ο εκδότης να ερευνήσω προς αυτή την κατεύθυνση, θα το έκανα με μεγάλη ευχαρίστηση. Οι εντολές ωστόσο, ήταν ρητές. Την ύπαρξη θαυματουργών δυνάμεων όφειλα να αναδείξω και τίποτα περισσότερο. Χαμένος στις σκέψεις μου, δεν παρατήρησα πως ο καλόγερος είχε σηκωθεί.
«Θέλετε να δείτε την πηγή»; Η επιθυμία του να ξεμπερδεύει από την άχαρη αγγαρεία που του είχε ανατεθεί, ήταν παραπάνω από έκδηλη.
«Ίσως αργότερα», επέτεινα το μαρτύριό του με μια δόση χαιρεκακίας, «να κόψει λίγο η βροχή».
Δεν θα με έπειθε τόσο εύκολα για την θαυματουργή μονή. Οι εξωεπιστημονικές δοξασίες, δεν υπήρξαν ποτέ του γούστου μου. Λυπήθηκα τον αναστεναγμό που ξέφυγε από τα χείλη του νεαρού άντρα και τον άφησα να με περιφέρει σαν επιτάφιο σε όλα τα “θαυμαστά” σημεία του μοναστηριού, αγνοώντας τις βαριές -ευτυχώς όμως αραιές- ψιχάλες. Μου περιέγραφε τα βιώματα των μοναχών με τρόπο καθαρά τυπικό, φροντίζοντας ν’ αφήνει πάντα τον εαυτό του απ’ έξω. Μου έδινε την εντύπωση ότι βαριόταν αφόρητα, πράγμα που αμέσως εξήψε το δικό μου ενδιαφέρον.
«Κύριε, θα πρέπει να συντομεύουμε», είπε χαμηλόφωνα ο Πορφύριος, «σε λίγο αρχίζει ο εσπερινός και θα πρέπει να σας αφήσω».
Μια αμυδρή αχτίδα φωτός, ίσως η τελευταία εκείνης της ανιαρής ημέρας, πέρασε μέσα από τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων κι έπεσε στα κουρασμένα μάτια του. Μαύροι κύκλοι φανέρωναν ώρες και ώρες αγρύπνιας.
«Θα παρακολουθήσω τον εσπερινό μαζί σας και συνεχίζουμε αργότερα». Μα, τι περίμενα να ανακαλύψω;
Την τελευταία φορά που είχα παρακολουθήσει λειτουργία, ήμουν δέκα χρονών. Οι ένρινοι ψαλμοί είχαν τρυπήσει τον μικροσκοπικό μου εγκέφαλο σαν δηλητηριασμένα βέλη. Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στα δύο φέρετρα μπροστά μου, στο δέρμα μου μικρές αιχμηρές ακίδες, στο στομάχι μου υγρά που απειλούσαν να βγουν. Κάποιος είχε κάνει το μεγάλο λάθος να πιστέψει πως ήμουν αρκετά μεγάλος ώστε να παραστώ στην κηδεία των γονιών μου, οι οποίοι είχαν βρει φριχτό θάνατο όταν το αυτοκίνητό τους τυλίχτηκε στις φλόγες μετά από σφοδρή μετωπική σύγκρουση.
Η ανατριχίλα δεν με εγκατέλειψε όση ώρα παρακολουθούσα τους ελάχιστους μοναχούς να εναλλάσσονται σε ρόλους ψάλτη, ιερέα, καντηλανάφτη. Ο Πορφύριος, είχε σταθεί παράμερα κι έδειχνε σαν να προσεύχεται, αν και ήμουν βέβαιος πως αυτό ήταν το μόνο που δεν έκανε.
«Γιατί επέλεξες το όνομα Πορφύριος»; τον ρώτησα μόλις βγήκαμε στον καθαρό αέρα. Τα πόδια μου έτρεμαν, ζαλιζόμουν κι η ανάσα μου ξεψυχούσε κοφτή. Καταριόμουν την ώρα και την στιγμή που είχα δεχτεί αυτό το αναθεματισμένο ρεπορτάζ. Μια σπίθα διαταραγμένης λογικής είχε ανάψει στο μυαλό μου και μου φώναζε πως αυτός ο άνθρωπος κάτι έκρυβε, κάτι πολύ περισσότερο αληθινό από μετακινήσεις και πηγές.
«Πιστεύετε στα θαύματα κύριε»; ήταν η απάντησή του. Μάλλον δεν θα μάθαινα ποτέ την αιτία επιλογής του ονόματός του. Προσπαθώντας να κρύψω την έκπληξη που μου προκάλεσε η απρόσμενη ερώτηση, έβγαλα το μαγνητοφωνάκι που ως τότε βρισκόταν σε αχρηστία.
«Στην δική μου λογική δεν υπάρχουν ούτε κρυμμένες φωνές, ούτε μαγικά παράδοξα».
«Ίσως κάποιοι να χρειάζονται ένα θαύμα να πιστέψουν. Ίσως η ψυχολογική τιμωρία ενός μοναστικού κελιού να μην είναι αρκετή». Ένας άνεμος σάρωσε τη φωνή του. «Η προσωπική μου κολυμπήθρα του Σιλωάμ, αυτή που θα ξεπλύνει τις αμαρτίες μου, δεν εμφανίστηκε ακόμα», συνέχισε την φράση του που περισσότερο έμοιαζε με εξομολογητικό μονόλογο.
«Γιατί ήρθες στο μοναστήρι αδελφέ Πορφύριε; Από τι θέλεις να ξεφύγεις»; Ήταν αδύνατον να μην ρωτήσω. Ξαφνικά αυτή η σκοτεινή μονή είχε αποκτήσει μεγάλο ενδιαφέρον.
«Καμιά φορά, το ράσο μπορεί να κρύβει κι αλήθειες άλλες από τις προφανείς. Η συγχώρεση δεν ταιριάζει στους ανθρώπους, ποτέ δεν ταίριαζε». Σταμάτησε απότομα να κολυμπά στην θάλασσα της πίκρας του και με κοίταξε έντονα, βαθιά μέσα στα μάτια. «Και τώρα, θα πρέπει να σας ζητήσω να φύγετε, είναι η ώρα που αποσυρόμαστε στα κελιά μας».
Πριν κλείσει πίσω του την βαριά ξύλινη πόρτα, μου είπε μια τελευταία φράση: «Πορφύριος, σημαίνει ταπείνωση και μετάνοια. Την αγκαλιά που δεν είχα ποτέ ψάχνω, την έλλειψή της να καλύψω, αυτό το κενό που με οδήγησε εκεί που δεν έπρεπε».
Φεύγοντας από την ταφική ησυχία της μονής, δεν είχα καταφέρει να ανακαλύψω το μυστικό του καλόγερου. Ήμουν σίγουρος πως πίσω απ’ τ’ όνομά του κρυβόταν μια τραγωδία την οποία ορκίστηκα στον εαυτό μου να ξεδιαλύνω. Το πρώτο στοιχείο μού το είχε ήδη δώσει.
Έψαξα πολύ, βρήκα το πραγματικό του όνομα, μα τίποτα το μυστηριώδες δεν ακολουθούσε την κοσμική ζωή του. Ίσως να είχε καταφέρει να καλύψει αριστοτεχνικά τα ίχνη του, ίσως να ερμήνευσα λάθος τα λόγια του, μπορεί και να έπαιζε μαζί μου. Μέσα στα πολλά, έμαθα ότι η αλλαγή ονόματος για τους μοναχούς, σημαίνει απαρνιέμαι ολοκληρωτικά την προηγούμενη ζωή μου, ξεχνάω το παρελθόν κι αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε μια ανώτερη από μένα δύναμη. Ανακάλυψα και κάτι ακόμα ωστόσο: πως τον Άγιο Πορφύριο θεωρούν προστάτη και αρωγό τους οι μίμοι και οι ηθοποιοί. Και τότε ήταν που ευχήθηκα πραγματικά, η δική του θεωρία των θαυμάτων, να του φέρει την κάθαρση που αποζητούσε.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100010950121205&hc_ref=ARTdI6pbEhjJRtu6xmerZ_O75wWiSdnDQTLejyoAM9i_p13wJLyhEqjP-4Aq2vKWd5Y&fref=nf

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kores.html
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/tzina-psarri.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *