Η τελευταία νύχτα | Eυγενία Οικονομοπούλου | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 16/07/2018 0

Αχόρταγα κοιτάω το κορμί της. Τα μαλλιά της που πέφτουν πάνω στο μαξιλάρι. Απλώνω το χέρι μου να τα αγγίξω, να τα χαϊδέψω θέλω. Δεν θέλω να την ξυπνήσω. Τόσες μέρες τώρα δεν έχουμε κοιμηθεί, σχεδόν καθόλου. Ζήσαμε, όπως κάθε φορά, μέσα σ’ ένα όνειρο. Ο έρωτας μας, μας κάνει να γινόμαστε πάλι παιδιά, μικροί έφηβοι και είναι σαν να γνωριζόμαστε για πρώτη φορά. Δεν τολμώ να την ξυπνήσω. Θέλω να την χωρέσω μέσα μου, μέσα στην ψυχή μου, αυτή την τελευταία νύχτα που την έχω δίπλα μου.
Τον χρόνο που πέρασε, πολλές φορές με τα μάτια της ψυχής μου ξαναζούσα αυτές τις στιγμές που είχαμε περάσει. Τις στιγμές που η καθημερινότητά μου με ζόριζε, έκλεινα τα μάτια και ξαναμύριζα το άρωμά της, ακουμπούσα το ζεστό της δέρμα, φιλούσα τα χείλη της και γαλήνευα.
Έρχονται μπροστά μου οι εικόνες της πρώτης φοράς που γνωριστήκαμε. Ήταν μια κρύα βραδιά, όπως αυτή, που γνωριστήκαμε σ’ ένα μπαρ. Ήταν η χρονιά που έκανα την πρώτη μου επιτυχία στο νέο μου επάγγελμα. Είχα αφήσει μία δουλειά στατική και ουδέτερη και είχα κάνει για πρώτη φορά ένα τεράστιο ρίσκο, να μπω στον κόσμο των πωλήσεων, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, να τα καταφέρω. Εκείνο τον χειμώνα είχα την πρώτη μου συγκομιδή. Θα βρισκόμουν μαζί με τους μεγαλύτερους μάνατζερ σε συσκέψεις υψηλού επιπέδου. Τα είχα καταφέρει. Και όχι μόνον αυτό. Η συνάντηση κορυφής θα γινόταν στην Ρώμη. Πάντα ήθελα να πάω στη Ρώμη, ήταν από τα άπιαστα όνειρά μου. Είχα δουλέψει πολύ γι’ αυτό, αλλά άξιζε. Με την επιτυχία αυτή, νομίζω ότι άξιζα κι εγώ ν’ απολαύσω μία μέρα επιπλέον την πόλη που ονειρευόμουν. Είχα κανονίσει να παραμείνω κι άλλη μία μέρα, αφού τελείωνε η δουλειά μου. Μία μέρα μόνο δική μου. Στη γυναίκα μου, δεν το είχα πει. Σε κανέναν δεν το είχα πει. Ήθελα μια μέρα δικιά μου. Την γυναίκα μου την αγαπούσα, αλλά ήταν μόνο συμβατή με τα πρέπει.. Κι εγώ έτσι ήμουν, πιστός στο καθήκον και στα δεδομένα της ζωής, όπως αρμόζει σ’ έναν τυπικό ιρλανδό. Αλλά ήθελα να κάνω και μία τρέλα στη ζωή μου. Να προσφέρω στον εαυτό μου, μία πολυτέλεια για εμένα. Πάντα έδινα στους άλλους. Αυτή τη φορά, θα έδινα κάτι μόνο σ’ εμένα. Ήταν η πρώτη φορά που θα συναντούσα την «Χώρα των Αγγέλων». Έτσι μου άρεσε να λέω την γνωστή σε όλους «Αιώνια πόλη». Μου είχε μείνει από τότε που έκανα Ιταλικά, αυτό που μου είχε πει ο δάσκαλος, πως οι Ιταλοί λένε : «Se la lingua del mondo è lo spagnolo, l’ italiano è la lingua degli angeli». Θα απολάμβανα την χώρα αυτή και θα την γευόμουν μέχρι το κόκκαλο της, χωρίς κανένα καθήκον και υποχρέωση.
Ήταν η προτελευταία μέρα που βρισκόμουν εκεί και η σύσκεψη είχε τελειώσει νωρίς το απόγευμα. Την επόμενη μέρα είχα την τελευταία συνάντηση αργά το απόγευμα. Η κούραση μου ήταν μεγάλη. Όμως ήθελα να χαθώ μέσα στη πόλη αυτή και να ρουφήξω τις μυρωδιές της. Τα πόδια μου με οδήγησαν στην Piazza Navona. Κόντευαν Χριστούγεννα και η πλατεία είχε γεμίσει από υπαίθριους πάγκους με χριστουγεννιάτικα στολίδια και φώτα. Και το καρουζέλ στριφογύριζε στους ρυθμούς του. Μπήκα σ’ ένα μπαρ για να φάω κάτι ελαφρύ και να πιω ένα ποτήρι ουίσκι. Υπολόγιζα μόλις τελείωνα το ποτό μου, να πάω στο ξενοδοχείο να κοιμηθώ. Πήρα την γυναίκα μου και τα παιδιά και τους καληνύχτισα. Κοίταξα γύρω και τα τραπέζια ήταν γεμάτα. Κατέληξα στο μπαρ. Χάζευα τον κόσμο που περνούσε.
Χωρίς να μπορώ ν’ αντισταθώ τα μάτια μου καρφώθηκαν σε μία γυναικεία φιγούρα που καθόταν απέναντι μου. Μου φάνηκε ότι ονειρεύομαι. Έμοιαζε με αυτή την γυναίκα που είχα πάντα στα όνειρά μου, από παιδί. Αυτή γύρισε και με κοίταξε. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, με το δικό μου βλέμμα καρφωμένο επάνω της. Τα μάτια της και τα ξανθά μαλλιά της με μαγνήτιζαν. Όπως, μου είπε μετά: «αντίκρισε δύο τεράστια, όμορφα μάτια τοποθετημένα σ’ ένα πανέμορφο πρόσωπο να την κοιτούν. Ένας όμορφος, ψηλός άντρας τα φορούσε και φάνταζαν διαμάντια που τρεμοσβήνουν στο φως των κεριών. Δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της μακριά. Χαμογέλασε, σαν απάντηση στο γέλιο μου που την τραβούσε από ένα σχοινί αόρατο».
Ήταν όμορφη, γοητευτική, μετρίου αναστήματος και επιτυχημένη επαγγελματικά. Είχε μία οικογένεια που υπεραγαπούσε. Είχε έρθει στη Ρώμη, γιατί μιλούσε σ’ ένα συνέδριο. Την Ρώμη την αγαπούσε πολύ. Την μάγευε πάντα και ένιωθε ότι αυτή η πόλη της μιλούσε στην ψυχή της. Μετά από μία μέρα κουραστική, απολάμβανε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, θαυμάζοντας την Fontana dei Quattro Fiumi του Μπερνίνι.
Χαιρετηθήκαμε σαν να γνωριζόμαστε από πάντα. Ξεκινήσαμε να μιλάμε. Μιλούσαμε ασταμάτητα και γελούσαμε. Δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά μόνο τα μάτια της και τα χείλη της. Σ’ αυτά τα μάτια έβλεπα τον εαυτό μου. Εισχωρούσαν βαθιά μέσα μου, λες και ήθελαν να κατακτήσουν το κάθε τι. Δεν είχα ξανανιώσει κάτι τέτοιο. Ήθελα να εισβάλλω μέσα της και να γίνω ένα μ’ εκείνη.
Το ξημέρωμα μας βρήκε να βλέπουμε την ανατολή του ήλιου, καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι απέναντι από το Castel Sant’ Angelo. Την κρατούσα σφιχτά μέσα στην αγκαλιά μου, ήθελα να μείνει για πάντα εκεί. Η μέρα προχώρησε και τότε σηκωθήκαμε. Έπρεπε να πάμε στις συναντήσεις μας. Ήταν και γι’ αυτήν η τελευταία συνάντηση του συνεδρίου της. Το βράδυ συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο της Μάρθας, ανεβήκαμε στο δωμάτιο της, λες κι εκεί μέναμε από πάντα. Δεν ξεχώρισαν τα κορμιά μας από εκείνη τη στιγμή. Μείναμε σ’ αυτό το δωμάτιο κι ήταν σαν να βρισκόμαστε σ’ ένα άλλο κόσμο, μαγικό, σαν να βρισκόμαστε σε μία άλλη διάσταση.
Σηκωθήκαμε αργά και πιασμένοι χέρι-χέρι περπατούσαμε στους δρόμους. Είχαμε όλο το βράδυ και την επόμενη μέρα, δική μας. Ζήσαμε ένα όνειρο αυτές τις δύο μέρες. Κι εκεί μπροστά στην Fontana di Trevi ρίξαμε ένα κέρμα κι ορκιστήκαμε ότι και την επόμενη χρονιά θα βρισκόμαστε εκεί. Αυτό κάναμε και κάθε επόμενη χρονιά. Μόνο φέτος φρόντισα να μην γίνει αυτό.
Ο πόνος του αποχαιρετισμού ήταν απέραντος και η ελπίδα της αναμονής για την επόμενη συνάντηση ήταν αυτό που μας ωθούσε σε προσωπική δημιουργία, όλο τον επόμενο χρόνο. Ξέραμε και οι δύο πως δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί ποτέ. Μοιάζαμε πολύ, το καθήκον και η υποχρεώσεις μας καθόριζαν. Δεν γινόταν να χαλάσουμε τις ζωές μας, όπως τις είχαμε φτιάξει. Όμως δεν μπορούσε να περάσει και από την σκέψη μας, ότι δεν θα ξαναζούσαμε αυτό που υπήρχε μεταξύ μας.
Κάθε χρόνο, από τότε, πριν τα Χριστούγεννα βρισκόμαστε στην «πόλη των Αγγέλων», όπως μας αρέσει να την αποκαλούμε και νιώθουμε ότι ζούμε έναν έρωτα στον ουρανό. Η απόσταση αυτή, αντί να φθείρει τα συναισθήματά μας, τα ζωντανεύει κάθε φορά και γίνεται για εμάς μία καινούργια αρχή. Χαμένοι σ’ έναν έρωτα καταδικασμένο από την ροή της ζωής μας, τον ξαναζούμε μόνο στα όνειρα μας και μία εβδομάδα κάθε χρόνο.
Στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει έως τώρα, πολλά είχαν συμβεί στη ζωή μας. Εγώ όσο προχωρούσε ο χρόνος ανέβηκα πολύ ψηλά στην ιεραρχία της εταιρείας μου και τα παιδιά μου έχουν πια μεγαλώσει. Όμως δυσκολεύομαι να χωρίσω από την γυναίκα μου, αν και ζούμε εδώ και χρόνια τυπικά. Είχα υποσχεθεί πως θα είμαι μαζί της όταν την παντρεύτηκα. Κι εγώ τον λόγο μου τον κρατώ. Άλλωστε δεν θα δέχονταν κάτι τέτοιο και τα παιδιά μου. Η Μάρθα έχασε τον άντρα της και τώρα ζει μόνη κοντά στα παιδιά της. Το ένα έχει παντρευτεί κιόλας. Τους προσφέρει ότι μπορεί, όπως πάντα άλλωστε. Ξέρουμε όμως, πως αυτό το ταξίδι, το δικό μας, δεν θα τελειώσει ποτέ για όσο θα ζούμε.

Χαμένος στις αναμνήσεις και στις σκέψεις μου, έσκυψα και την φίλησα. Εκείνη την ώρα, άνοιξε τα μάτια της και μου χαμογέλασε. Μου χάιδεψε απαλά τα μαλλιά μου, που είχαν αρχίσει να ασπρίζουν. Και τα δικά της είχαν ασπρίσει.
– Μην μιλάς καλέ μου Πήτερ, μου ψιθύρισε, θέλω να σε νιώσω, να σε πάρω μαζί μου ως τον επόμενο χρόνο.
– Έχω για φυλαχτό μου την μορφή σου κι έτσι μπορώ και ανασαίνω, σ’ ότι και να μου συμβεί, γλυκιά μου Μάρθα.
Δεν ξαναμιλήσαμε. Μείναμε αγκαλιά μόνο και αποκοιμηθήκαμε.

Για εμένα ήταν μια όαση στην ζωή μου, αυτές οι μέρες. Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι θα γινόταν αν δεν είχα κάνει αυτές τις επιλογές στην ζωή μου. Αν αποφάσιζα να είμαι μαζί της, θα είχα διαλύσει όσα με κόπο είχα φτιάξει. Προτίμησα τα ημίμετρα και αυτή την ανάσα ζωής για να μην καταστρέψω την ησυχία μου και το βόλεμά μου. Η Μάρθα ήταν ο μόνος άνθρωπος που μου έδινε όλη της την αγάπη, χωρίς να ζητάει τίποτα. Απλά βρισκόταν δίπλα μου. Η πληγή που είχε ανοίξει από τότε, αιμορραγεί κάθε μέρα. Δεν επέτρεψα μέχρι τώρα, στην καρδιά μου να λειτουργήσει, κατά πως αυτή όριζε. Τα πρέπει με καθόριζαν σ’ ολόκληρη την ζωή μου. Άλλο πια δεν μπορώ να μένω δέσμιος αυτών των συνθηκών, με την ψυχή μου να μην βρίσκεται εκεί. Αυτό το σκεφτόμουν μετά την τελευταία νύχτα στην Ρώμη, που περάσαμε πέρυσι και το μαρτύριο που ακολούθησε μέσα μου.
Αύριο πριν την πάω στο αεροδρόμιο, λέω να την πάω να δει το καινούργιο μου σπίτι. Βρίσκεται στην Via Appia Nuova κοντά στην Basilica di Santa Crosse in Gerousalemme που τόσο μας αρέσει. Έχω αποφασίσει να μείνω πια εδώ, στην πόλη που ανάθρεψε την ψυχή μου. Το ταξίδι αυτό είναι το νέο ρίσκο της ζωής μου. Έχω αφήσει μια ζωή στατική και ουδέτερη, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, να τα καταφέρω. Τέλος οι επαναλαμβανόμενες τελευταίες νύχτες στους περιπάτους της καρδιάς. Περιμένω την νέα μου συγκομιδή.

*Διήγημα γραμμένο για το μεταπτυχιακό ΔΓΡ του ΕΑΠ.

Επικοινωνήστε με τη δημιουργό:
https://www.facebook.com/eugenia.oikonomopoulou.5

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/poihsh/evgenia-oikonomopoulou.htmlhttp://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/kommati_gis.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *