Επέπρωτο (Ήταν πεπρωμένο) | Βάσω Ζαφειροπούλου | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 14/11/2018 0


«Επέπρωτο», είπε ο γηραιός φίλος μου, μόλις τελείωσα την αφήγησή μου. Σήκωσε το αριστερό του φρύδι, κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι του και με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα απόμακρο.
Στο λιτό και στενόμακρο γεροντικό δωμάτιο απλώθηκε σιωπή. Το πουλάκι που κούρνιαζε στην άκρη του πρεβαζιού τέντωσε το λαιμό του κοιτώντας το νεοσσό του που με αβέβαια βηματάκια ερχόταν προς τη μεριά του και, μόλις πλησίασε, αυτό χώθηκε στην αγκαλιά του.
Τελικά όλα γυρίζουν στη μήτρα που τα γέννησε, συλλογίστηκα.
«Και πότε συνέβησαν αυτά;» έσπασε την ησυχία ο συνομιλητής μου. Καθόταν σε μια εγγλέζικου τύπου μπερζέρα φορώντας μια καρό μάλλινη ρόμπα κι είχε στα πόδια του το βιβλίο που διάβαζε, όταν μπήκα στο δωμάτιο.
Είναι ο γείτονάς μου, ο εξαιρετικός κ. Μενέλαος, ιδιόρρυθμος, «κύριος», ευγενικός, άρχοντας! Λίγο σφιχτός, μονόχνοτος, από σπουδαία οικογένεια των Αθηνών -έτσι λένε οι γυναικείες γλώσσες της γειτονιάς-, άλλοτε δικαστικός. Παρά τα 92 του χρόνια και τη δυσκολία στην κίνηση, το μυαλό του είναι ξυράφι! Μένω στο διπλανό διαμέρισμα κι όποτε μαγειρεύω κάτι που τρυπάει τη μύτη, του χτυπάω την πόρτα. Έχω καταλήξει πως τρώει τα πάντα, αφού αντέχει και τη δική μου μαγειρική! Αυτές οι επισκέψεις έχουν συνήθως διπλό χαρακτήρα: ο ίδιος αναζητάει κάποιον να πει δυο κουβέντες κι εγώ πεθαίνω να του αφηγούμαι διάφορα. Έτσι το δίδυμο δένει. Δεν είναι εύκολος, η κριτική του είναι αυστηρή έως σκληρή και πολλές φορές με νευριάζει. Μοιάζει να το γλεντάει κάτω από μια μάσκα αδιαφορίας, αλλά στο τέλος γίνεται μειλίχιος και τα συμπεράσματά του είναι φιλοσοφημένα!
«Και πότε συνέβησαν τα γεγονότα αυτά;» ξαναρώτησε.
«Εδώ και πολλά χρόνια. Έτσι, ακριβώς, έγιναν όλα όσα σας διηγήθηκα. Σας είπα πως ξανασυνάντησα τη φίλη, τυχαία, στο δρόμο».
«Μα, δε μου είπες τίποτα», έκανε μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Από δω κι από κει, κουβέντες πεταχτές, που εγώ, γέρος άνθρωπος, δεν συγκράτησα».
Ήξερα από την πείρα μου μαζί του ότι, όταν άρχιζε αυτές τις πονηριές, ήθελε να του τα ξαναπώ για να παραταθεί η επίσκεψή μου.
Τα γεράματα για κάποιον που δούλεψε πολύ στη ζωή του είναι σκληρή συνθήκη!
«Σας είπα πως με τη φίλη αυτή είχαμε περάσει δύσκολα χρόνια στο χώρο όπου δουλεύαμε».
«Και;»
«Και με κάλεσε στο σπίτι της να θυμηθούμε τα παλιά, ήρθε κι η θετή της κόρη, το ξενυχτήσαμε, κοιμήθηκα στον καναπέ και το πρωί, που κατέφτασε με τον αχνιστό καφέ, είχε να μου κάνει μια πρόταση: να γράψω ένα καλό βιβλίο για τα όσα είχαμε ζήσει τότε! Εγώ είχα αντιρρήσεις, λεφτά δεν υπήρχαν, δίσεχτοι καιροί, εκείνη όμως επέμενε πως θα το εκδώσει η ίδια, γιατί είχε λεφτά! Το άφησα φλου για πολύ καιρό, όμως το σαράκι είχε χωθεί στο μυαλό μου. Να μην πολυλογώ, με τον καιρό, το χώνεψα. Καλή ιδέα, αν και δεν ήξερα τι θα ’βγαινε στο τέλος. Πάντως, με τον καιρό το ξεκίνησα. Οι δυσκολίες του πολλές. Να ξαναθυμηθώ τα γεγονότα, να πλάσω την ιστορία, να είμαι τίμια με τους χαρακτήρες μου-όσο επιτρέπει η λογοτεχνία! Μια το προχωρούσα, μια το άφηνα, για καιρό. Πέρασαν μερικά χρόνια έτσι, με δουλειά πολλή δηλαδή κι αγωνία ανάλογη, ώσπου το μυθιστόρημα τελείωσε. Τότε όμως είχαμε μπει στη κρίση, η φίλη είχε φτωχύνει, για την ακρίβεια είχε μείνει στον άσο με την υπόθεση του Χρηματιστηρίου, είχε αρρωστήσει σοβαρά, είχε αλλάξει σπίτι. Δεν είχαμε βέβαια ξαναχαθεί, αλλά πού σκέψη για έκδοση του βιβλίου!»
Αναστέναξα, καθώς αναθυμήθηκα την εποχή της περιπέτειας.
«Καλά, δεν το πήγες αλλού;» έκανε ανυπόμονος ο κ. Μενέλαος.
«Μα, σας είπα. Προσφέρθηκε ο προηγούμενος εκδότης μου να το εκδώσει, αλλά, τελευταία στιγμή, βρέθηκε κι ο ίδιος σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Στο μεταξύ μπήκαμε βαρβάτα στην κρίση. Οι εκδοτικοί οίκοι ατονούσαν, έκλειναν κ.λ.π. Ένας άλλος υποσχέθηκε, αλλά δεν τα κατάφερε και κείνος. Έτσι αποφάσισα πως το βιβλίο αυτό δεν ήταν τυχερό να εκδοθεί. Το ’βαλα στην άκρη και το ξέχασα για ατέλειωτα χρόνια!»
«Λάθος σου, κυρία μου. Έπρεπε να επιμείνεις».
«Λάθος μου, αλλά δεν είναι στο χαρακτήρα μου αυτό. Επιμένω δηλ. ως ένα σημείο, αλλά μετά, αποθαρρύνομαι και τα παρατάω», είπα.
«Λάθος. Λάθος. Χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Για, συνέχισε, παρακαλώ».
«Δε βαριέστε ν’ ακούτε τα ίδια;» ρώτησα.
«Καθόλου. Στην έδρα, ήμουν μαθημένος να ρωτάω, να επιμένω και ν’ ακούω προσεκτικά όλες τις πλευρές. Κατήγορους, κατηγορούμενους, κλπ. Αλίμονο, αν βαριόμουν τόσο εύκολα!»
Ο συνομιλητής μου με κοιτούσε περιμένοντας. Κατέβασα το κεφάλι σαν ένοχη.
«Στο μεταξύ, έγραψα άλλο βιβλίο, το δούλεψα κι αυτό πολύ, αλλά δεν αποφάσισα να το εκδώσω. Κι αυτό στην άκρη. Παρέα με το προηγούμενο».
«Δεν πιστεύω στα ίδια μου τ’ αυτιά!»
Ο κ. Μενέλαος είχε ανακαθίσει στη μπερζέρα με την πλάτη κορδωτή και με παρατηρούσε με τα ματάκια του ορθάνοιχτα και τα φρύδια του ζαρωμένα σα να ’χε μπροστά του κάτι παράξενο, ακαταλαβίστικο. Το φαλακρό του κεφάλι γυάλιζε κάτω απ’ το φως του λαμπατέρ, ενώ τα ανύπαρκτα χείλια του είχαν σουφρώσει περίεργα.
«Και σε είχα για θαρραλέα».
Ο επιτιμητικός τόνος της φωνής του με έκανε να χαμογελάσω.
«Είμαι θαρραλέα, τελικά, αφού μετά από χρόνια πήρα την απόφαση να ψάξω για εκδότη».
«Μάλιστα. Μετά από χρόνια. Δεν το λες και θάρρος. Εγώ πού ήμουνα παρακαλώ; Γιατί δε μου είχες μιλήσει ποτέ;».
«Συνήθως δε μιλάω για τα προσωπικά μου».
«Ναι, το’ χω καταλάβει αυτό. Κακώς. Και;».
«Τότε είδα μια ανακοίνωση στο facebook..»
«Αυτό το σατανικό μηχάνημα», μουρμούρισε ο γείτονάς μου.
«…ότι ένας εκδοτικός οίκος δέχεται αυτόν τον καιρό χειρόγραφα! Καλοκαίρι, ζέστη, σκέφτηκα, κοντά μου είναι, τι έχω να χάσω;»
«Επιτέλους!»
«Έκλεισα ραντεβού και πήγα. Γνώρισα τους εκδότες μου, δύο νέοι άνθρωποι, προσιτοί, φιλικοί, ο ένας γνωστός συγγραφέας, κουβεντιάσαμε, τα είπαμε και άφησα το χειρόγραφο».
«Το βιβλίο που κρατάω;»
Ο κ. Μενέλαος άρπαξε στα χέρια του το βιβλίο που είχε ακουμπήσει πάνω στα πόδια του.
«Όχι. Αυτό είναι «Η τελευταία στάση», το τελευταίο που είχα γράψει. Καθώς κατέβαινα, λοιπόν, τις σκάλες της πολυκατοικίας και όταν βγήκα στο δρόμο, το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει ανάποδα. Κάτι μου θύμιζε αυτό το σπίτι. Ο δρόμος, η πολυκατοικία, το διαμέρισμα, η βεράντα. Δεν μπορεί. Κάτι απ’ το παρελθόν. Σαν γνωστό. Για να σιγουρευτώ, πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου. Πράγματι. Δεν είχα πέσει έξω. Ναι, το σπίτι των εκδοτών μου ήταν αυτό που νοίκιαζε τότε η φίλη μου. Εκεί, όπου είχα πιει καφέ, πριν από λίγο, παρέα με τους εκδότες μου, εκεί ακριβώς καθόμαστε και τότε, όταν μου είχε βάλει την ιδέα να γράψω ένα βιβλίο για την κοινή μας εμπειρία».
«Άκου πράγματα! Για συνέχισε», έκανε εντυπωσιασμένος ο γείτονάς μου.
«Το τελευταίο μου βιβλίο εκδόθηκε, άρεσε και μετά από μήνες με ρωτάει ο εκδότης μου και συγγραφέας: μήπως έχεις κάτι άλλο τελειώσει; Είπα όχι, γιατί το μυαλό μου ούτε που πήγε στο ξεχασμένο μου χειρόγραφο. Πιο παλιό; με ξαναρωτάει. Έχω ένα αφημένο πολλά χρόνια, αν το θέλεις και σου αρέσει…Κι έτσι, κάποια μέρα του Σεπτέμβρη του 17, ξανανέβηκα τα γνώριμα πια σκαλιά της γνωστής μου πολυκατοικίας και άφησα το παραπονεμένο χειρόγραφο στα άξια χέρια των εκδοτών μου».
Ο κ. Μενέλαος κρεμόταν απ’ τα χείλια μου. Το βλέμμα του είχε αποκτήσει τη γλύκα του θυμόσοφου. Ακούμπησε στη ράχη της πολυθρόνας του κι έμοιαζε να μετράει τις σκέψεις του.
«Κοίτα, παιδί μου, τι φέρνει η ζωή! Απρόβλεπτη!»
«Μάλιστα, τι φέρνει η ζωή», επανέλαβα μηχανικά κι εγώ. «Εκεί, όπου η φίλη μου φέρνοντας τον πρωινό καφέ μού είχε βάλει την ιδέα να γράψω αυτό το βιβλίο, στο σημείο αυτό καθόμουν και τώρα και συζητούσα όσα είχαν να κάνουν με την έκδοσή του. Μετά από τόσες περιπέτειες, μετά από δεκατρία χρόνια, η ιστορία αυτή έμοιαζε να’ χει γυρίσει στο σπίτι της. Λες κι αυτός ήταν ο παντοτινός σκοπός της!»
«Απίστευτο!».
«Να γυρίσει δηλαδή στη μήτρα που τη γέννησε», είπα παίρνοντας το βιβλίο από το κομοδίνο και βάζοντάς του το στο χέρι.
Ο κ. Μενέλαος, ήρεμος, έπιασε το βιβλίο και με τα δυο του χέρια, χάιδεψε το εξώφυλλο στοργικά και διάβασε:
««Τα κορίτσια πίσω απ’ τη χαραμάδα» Άνεμος εκδοτική. Μεγάλη η ιστορία αυτού του βιβλίου, τελικά. Και με αίσιο τέλος, ευτυχώς».
Τώρα, ήταν η δική μου σειρά να παρατηρώ την μορφή του. Πάνω στο γεροντικό πρόσωπο είχε απλωθεί μια γαλήνια ικανοποίηση, όπως συμβαίνει μετά από μεγάλη εσωτερική αναστάτωση. Εξακολουθούσε να μην αφήνει απ’ τα μάτια του το επιβλητικό εξώφυλλο. Μετά ξεφύλλισε το βιβλίο, αργά αργά, το γύρισε απ’ την ανάποδη, διάβασε το οπισθόφυλλο, το άφησε πάνω στα πόδια του, δίπλα στο άλλο που διάβαζε, με κοίταξε και είπε:
«Επέπρωτο, παιδί μου, να γυρίσει στις ρίζες του! Είχε χάσει το δρόμο του!»

• Eπικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/vaso.zafir?ref=br_rs

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/vaso-zafeiropoulou.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/koritsia.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/stasi.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *