Αδερφούλες | Κωνσταντία Γέροντα | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 10/11/2018 0

1960. Βέροια
Πίσσα σκοτάδι. Ένα φορτηγάκι κινείται στο δρόμο, ανάμεσα στις στροφές με αναμμένα φώτα. Απότομες στροφές. Τρέχει με μεγάλη ταχύτητα. Στην καρότσα, έχει ανθρώπους, καμιά δεκαπενταριά. Είναι φτωχικά ντυμένοι. Εργάτες που πάνε να μαζέψουν ροδάκινα. Διαφόρων ηλικιών. Κάποιοι μεσήλικες, κάποιοι ηλικιωμένοι. Ανάμεσα τους, μερικά παιδιά. Το μεγαλύτερο δεκαεφτά, το μικρότερο δέκα. Τα έστελναν οι μανάδες τους να μαζέψουν ροδάκινα και να βγάλουν λεφτά για να ενισχύσουν το πενιχρό εισόδημα της οικογένειας.

Το φορτηγό έφτασε στη Βέροια. Οι άνθρωποι στις καρότσες μισοκοιμόταν. Ήρθε ο επιστάτης και τους μοίρασε στις καλύβες. Στρώμα από κλαδιά, ξύλα στη μέση της καλύβας για το κρύο μια και είχε ένα άνοιγμα στην άκρη της εισόδου για τον καπνό.

Ξύπνημα στις έξι. Οι δυο αδερφούλες, η μία δώδεκα, η άλλη δέκα, ντύθηκαν μισοκοιμισμένες. Το βράδυ έφαγαν λίγο ψωμί με τυρί που τους είχε δώσει η μάνα τους όταν τις ξεπροβόδιζε. Η μάνα τους τις έστειλε για να δουλέψουν. Η ίδια φρόντιζε το σπίτι, τα ζωντανά και δεν μπορούσε να φύγει. Όλη μέρα στα πρόβατα για να ‘χουν τυρί, γάλα, μαλλί. Ό, τι περίσσευε, το πουλούσαν. Ενώ φαγητό είχαν, δεν είχαν λεφτά γι’ αυτό τις έστειλε.

Πήγαν στο χωράφι. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα. Ο επιστάτης τους μοίρασε κοφίνια για να μαζεύουν τα ροδάκινα. Όταν θα τα παρέδιδαν, θα καταγραφόταν η ποσότητα και με βάση αυτό, θα πληρωνόταν. Έκανε κρύο, αρχές φθινοπώρου ήταν.

Τα δυο κοριτσάκια άρχισαν να μαζεύουν. Ήταν μικροκαμωμένες και δεν έφταναν ψηλά. Παρόλ’ αυτά, μάζεψαν αρκετά. Ήταν χαρούμενες γιατί θα πήγαιναν γερό κομπόδεμα στη μάνα και εκείνη θα ήταν ευχαριστημένη. Έφτασε απόγευμα, ήταν δώδεκα ώρες στο χωράφι. Έδωσε την εντολή ο επιστάτης και γύρισαν πίσω..

Έφτασαν στην καλύβα. Η μεγάλη άναψε φωτιά. Πήρε το τηγάνι που έφεραν μαζί τους, έριξε λίγο λάδι που είχαν κουβαλήσει μαζί με δυο αυγά. Έφαγαν σαν ξελιγωμένες. Ήταν πολύ κουρασμένα και τα δύο. Η μικρή άρχισε να κλαίει. ‘’Μάνα, μάνα, που είσαι?’’. Η μεγάλη δεν ήξερε τι να κάνει. ‘’Έλα, ησύχασε, είμαι ‘γω εδώ’’. Η μικρή μιξόκλαιγε ‘’Μάνα, μάνα’’. Η μεγάλη την πήρε απ’ το χέρι, την έβαλε στο στρώμα να ξαπλώσει και άνοιξε τα χέρια της. ’’Έλα, να, κοιμήσου εδώ’’, της είπε και την πήρε στην αγκαλιά της σαν μάνα το κοριτσάκι που ήταν δώδεκα χρονών.

_________

Επικοινωνήστε με την ποιήτρια:
https://www.facebook.com/geronta.constantia?fref=ts

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/poihsh/konstantia-geronta.html
http://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/kathe-tou-leksi-enas-lygmos.html
http://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/edo_gennietai.html
http://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/kwneio.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *