Μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι | Τζίνα Ψάρρη | Άνεμος magazine

Άνεμος Magazine 18/07/2018 0

Στο κέντρο της Αθήνας, ακτινωτά από την μικρή πλατεία Κολωνακίου, αδιάφορη, άχρωμη και χωρίς κανένα αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, το υπεροπτικό κεφάλαιο είχε από χρόνια δημιουργήσει μια συνθήκη περίεργα ελιτίστικη, με πολυτελή καταστήματα στα οποία δούλευαν κακοπληρωμένοι υπάλληλοι που έμοιαζαν να λαχταρούν μια ζωή, την οποία το πιθανότερο ήταν πως δεν θα ζούσαν ποτέ. Στον λαμπερό κόσμο αυτής της εμπορικής ζώνης με τους στενούς δρόμους και τους κατοίκους στοιβαγμένους σε πολυκατοικίες μαυρισμένες από το καυσαέριο, οι μεγάλοι οίκοι μόδας απασχολούσαν εργαζόμενους -κυρίως γυναίκες- που πάσχιζαν με ειρωνικά βλέμματα, απευθυνόμενα σ’ αυτούς που έκριναν πως δεν ανήκουν στην ακριβή περιοχή τους, να αποδείξουν πως το νόμισμα που ξοφλούσε κάθε χρέος σ’ αυτή τη γωνιά της γης ήταν η εξωτερική εμφάνιση και τα ρούχα που κόστιζαν όσο ένας μηνιαίος μισθός τους. Ανέκαθεν μου προκαλούσε ένα είδος θλίψης η κάθε φορά που βρισκόμουν στην περιοχή, θλίψη η οποία έφτασε στα όρια της δυσφορίας, όταν η κόρη μου στα δεκαεπτά της αποφάσισε να κινείται αποκλειστικά σε αυτούς τους κύκλους της αστικής αλαζονείας. Η τύχη που την είχε προικίσει με εξωτερική ομορφιά και ο πατέρας της που γοητευόταν από αυτό το είδος της επίδειξης, εμένα μου έμοιαζε σαν φθαρμένη από την κακή χρήση. Εκείνη όμως, την έσπρωξαν στην μαύρη τρύπα της ζωής των μοντέλων για να αναπνέει την μολυσμένη ατμόσφαιρα μιας διαρκώς επαπειλούμενης ισορροπίας, σωματικής και πνευματικής. Ανησυχούσα πραγματικά πως όταν θα ερχόταν η στιγμή που θα τελείωνε αυτό το παραμύθι, η κόρη μου θα έβγαινε τουλάχιστον λαβωμένη, με ρωγμές που αμφέβαλα αν ποτέ θα έβρισκε τη δύναμη να επιδιορθώσει.

Εγώ, είχα ξορκίσει πια το παρελθόν μου πέντε χρόνια τώρα, κι ένιωθα καλά με τον εαυτό μου. Δεν είχα αδικήσει ποτέ μου άνθρωπο, απεχθανόμουν την βία του ισχυρότερου, την χρήση της δύναμής του κι είχα πάντα κρατήσει τη συνείδησή μου καθαρή. Γκρέμισα λοιπόν τις αυταπάτες μου, χώρισα από τον πατέρα της κόρης μου και εγκαταστάθηκα στην εξοχή για να κάνω μια νέα αρχή, πεπεισμένη πως δεν θα επαναλάβω τα ίδια λάθη, ήμουν πενήντα χρονών πια. Η απόφαση της κόρης μου να μείνει στην πολύβουη Αθήνα με τον πατέρα της, με είχαν βαθιά στεναχωρήσει, δεν μπορούσα ωστόσο να κάνω τίποτα περισσότερο από το να πω την γνώμη μου -με αρκετή ένταση η αλήθεια είναι- όσο πιο σταθερά γινόταν. Λυπόμουν για την επιλογή της, αγωνιούσα κάθε στιγμή και ήλπιζα πως θα έρθει εκείνη η ώρα που θα καταλάβει.

Εκείνο το απόγευμα που μου χτύπησε την πόρτα, τα νιάτα της έλαμπαν κάτω από το κεχριμπαρένιο φως του ήλιου που πήγαινε προς τη δύση του. Η μυρωδιά της νιογέννητης ζωής της τρύπησε τα ρουθούνια μου, όπως τότε που έμενε ακίνητη για ώρες επάνω στο μαξιλάρι όπου την ακουμπούσα. Κλείνω βιαστικά το παράθυρο, μη βρει η αγάπη άνοιγμα και το σκάσει. Η εικόνα της δεν θύμιζε σε τίποτα την κοπέλα με το βαρύ μακιγιάζ και τις αυτάρεσκες πόζες που φιγουράριζε στις σελίδες των lifestyle περιοδικών. Χάρηκα πολύ από την απρόσμενη έκπληξη. Έκπληξη που μεγάλωσε όταν την είδα να κρατά δυο μεγάλες βαλίτσες. Είχα μείνει αποσβολωμένη και κοιτούσα τα χέρια της που έτρεμαν από το βάρος. Θα πρέπει να πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα που κοιταζόμασταν έτσι αμίλητες. Τι την είχε φέρει εβδομήντα χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα που λάτρευε; Μου χαμογέλασε δειλά. Τα μάτια της όμως τα χαμηλωμένα, έκρυβαν μια θλίψη που δυσκολευόμουν να αποσαφηνίσω. Δεν είχε όλα όσα ήθελε;

«Να μπω, ή θα με αφήσεις ακόμα στο κατώφλι;» Νευρική, άτσαλη προσπάθεια αστεϊσμού, κι εγώ να εξακολουθώ να μένω ακίνητη. Πριν ακόμα καθίσει καλά καλά, ένας χείμαρρος από λέξεις ξεπήδησε από το στόμα της ασταμάτητος. Πόση ανάγκη είχε το παιδάκι μου να μιλήσει για όσα το βασάνιζαν!

«Τον σιωπηλό κόσμο της τρυφερότητας που κάθε έφηβος χρειάζεται, τον έζησα μόνο με σένα μαμά και δεν το εκτίμησα τότε που έπρεπε. Ο μπαμπάς δεν είχε ποτέ χρόνο για μένα. Δεν μου έλειψε ποτέ κάτι, όμως δεν είχα τίποτα άλλο εκτός από φανταχτερά ρούχα, κοσμήματα και ταξίδια. Και οι κουβέντες μας όλες, προγραμματισμοί για τις επόμενες κινήσεις προβολής. Ένα πρωί ξύπνησα με τους ώμους κυρτούς: αυτό το βάρος δεν μπορούσα να το σηκώσω άλλο, το κόστος έμοιαζε τεράστιο. Την εικόνα ήταν που είχα αγαπήσει, όχι την πραγματικότητα αυτού του άθλιου επαγγέλματος που σε οδηγεί στην στέρηση και ποιος ξέρει και που αλλού. Τρόμαξα πολύ, κάτι δεν μου πήγαινε καθόλου καλά σε όλα όσα έβλεπα γύρω μου. Και τότε, είπα στον μπαμπά πως η καριέρα μου ως μοντέλου έληξε, πως δεν έχω πλέον την παραμικρή επιθυμία να περπατήσω σε όλες τις πασαρέλες του κόσμου».

Την άκουγα με ανακούφιση, συμπόνια και όση ψυχραιμία μπορούσα να δείξω, με μάτια έτοιμα να ξεχειλίσουν. Διαισθανόμουν περισσότερο παρά έβλεπα την παρουσία ενός μικρού κοριτσιού που αγωνιά για την ζωή του. Ο πατέρας της την έκανε μέρος αυτού του ψεύτικου μικρόκοσμου, του γεμάτου επιπολαιότητα και λάμψη και η μικρή θαμπώθηκε. Το ντελίριο μεγαλομανίας του της μεταδόθηκε σαν κολλητική ασθένεια, πράγμα καθόλου δύσκολο. Λίγο πριν εγκαταλείψει το σπίτι μας για να εγκατασταθεί στην πολυτελή έπαυλη του πατέρα της, είχα προλάβει να δω τα πρώτα δείγματα σνομπισμού στο ύφος, τα ρούχα και το μακιγιάζ της. Όλα σε πλήρη αντιδιαστολή με την τόσο φυσική όψη του παρόντος της, χωρίς ίχνος πόζας, σχεδόν άβαφη, να δείχνει και πάλι έφηβη, αφημένη στην ηλικία της. Όχι, το χρήμα δεν είναι η μόνη απτή ευτυχία και τα πέντε λεπτά δόξας που αντιστοιχούν σ’ αυτούς που την κυνηγούν, δεν είναι ζωή.

«Ερμηνεύοντας τις σιωπές σας όσο καιρό ζούσατε μαζί σχεδόν σαν υποχρεωτικά, έμαθα να ερμηνεύω και τον ενήλικο κόσμο σας παράλληλα. Δεν μου άρεσε, δεν έβρισκα τίποτα που να ήθελα να ζήσω και εγώ. Παιδιά κλειδωμένα σε σώματα μεγαλύτερα από το δικό μου έβλεπα. Ευάλωτα, τρυφερά, μάλλον αξιοθρήνητα. Να διεκδικούν την αγάπη και το άγγιγμα με λάθος τρόπο κι η απόσταση που χώριζε τα λόγια από τις πράξεις τεράστια».
«Γιατί δεν μου μίλησες ποτέ κόρη μου»;
«Σου μίλησα με τον τρόπο μου, και στον μπαμπά μίλησα. Ήσασταν όμως πολύ απορροφημένοι από τα δικά σας προβλήματα για να με ακούσετε πραγματικά. Ο μπαμπάς φρόντιζε μόνο να παίζει μαζί μου κι εσύ να διαβάζω, να τρώω, να ντύνομαι».
«Υπέφερες παιδί μου!»
«Τότε ήταν που απέκτησα ένα ρήμα αγαπημένο: αγκαλιάζω. Όχι με την κυριολεκτική του σημασία -αυτή θα ήμουν αχάριστη αν έλεγα ότι μου έλειψε- αλλά με την μεταφορική. Γιατί έκρυβε μέσα του το ρήμα ζω αλλά και μιαν υπόσχεση: Ότι κάποιος θα καταλάβει ακριβώς τι έχω μέσα μου, θα με πάρει από το χέρι και θα με βοηθήσει να ελευθερωθώ, να ζήσω δηλαδή. Μια ζωή ειλικρινή, μακριά από ψεύτικους καθωσπρεπισμούς. Υπήρξαμε μια ακόμα Αγία Οικογένεια πάνω σε σαπισμένα θεμέλια. Δεν ήξερα να το ερμηνεύσω τότε, το καταλάβαινα ωστόσο. Και αντέδρασα. Λανθασμένα, αλλά αντέδρασα. Παρασυρμένη από τους κανόνες γραμματικής που μαθαίναμε στο σχολείο, άρχισα να χρησιμοποιώ το ρήμα μου σε όλους τους χρόνους και εγκλίσεις, για να ελέγξω την δύναμή του. Απαγόρευσα στον εαυτό μου να χρησιμοποιεί την προστακτική αγκάλιαζε. Την ένιωθα σαν εντολή που καταλήγει σε γάμο και άρα στην δολοφονία της ψυχής μεταξύ ενηλίκων: ποιος θα προλάβει πρώτος να σκοτώσει τον έσω κόσμο του άλλου. Και όχι μόνο αυτό. Ως αποτέλεσμα του “αγκάλιαζε”, έβλεπα τον εαυτό μου ως αποδοχή μιας μυστικής άνωθεν εντολής η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να εκτελεστεί. Εξαιτίας αυτής της διαταγής, σας παρακολουθούσα να μαλώνετε, να σωπαίνετε, να απομακρύνεστε. Παράλληλες ζωές σε υποχρεωτική συγκατοίκηση. Το φοβόμουν αυτό το μεταδοτικό νόσημα, δεν ήθελα να με κολλήσετε κι εμένα αδιαφορία και θλίψη. Δεν ξέρω πώς κατάφερα σε τόσο μικρή ηλικία να ξεχωρίσω ότι το προφανές είναι ένα μεγάλο λάθος, αφού τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Σας έβλεπα στον νου μου ολοκάθαρα: ένας άντρας και μια γυναίκα, που, ενώ τόνιζαν με όποιο τρόπο ήξεραν τις διαφορές τους, ήθελαν να αρέσουν τόσο ο ένας στον άλλον όσο χρειαζόταν για να μένουν μαζί. Ένας πολιορκητικός κριός ήμουν, που εκτόξευε πανταχόθεν ένστικτα επιβίωσης. Ξυπνούσα και κοιμόμουν οργισμένη, μ’ ενοχλούσε το σχολείο, οι ξένες γλώσσες, ο κόσμος όλος. Πότε έμπηγα τις φωνές χωρίς προφανή αιτία, πότε βουβαινόμουν για μέρες. Την προσοχή σας τραβούσα και δεν το καταλάβατε, έτσι χωμένοι που ήσασταν στα δικά σας θέλω».

Μέσα μου ξεσπάει καταιγίδα. Πόσο κακό είχαμε κάνει σ’ αυτό το παιδί; Έχει τα μισά μου χρόνια και είναι ήδη πιο σοφή από μένα.
« Κοριτσάκι μου», ψέλλισα συγκινημένη, δεν έβρισκα κάτι άλλο να πω.
«Δεν είναι ότι ωρίμασα απότομα μαμά, κάθε άλλο. Δεν ήθελα να μεγαλώσω, αφού αυτή η ενηλικίωση ερχόταν στο μυαλό μου μαζί μ’ έναν καταιγισμό από απρόβλεπτες συνέπειες».
«Έκανες την επανάστασή σου, αυτό ήταν. Υπάρχει μια έφηβη ηλικία που παίρνει τον λόγο και δεν τον δίνει πίσω με τίποτα. Υποκαθιστά τη ζωή με λέξεις καθαρές που ηχούν σαν πολεμικά τύμπανα. Κανείς μας δεν ξέφυγε ποτέ απ’ αυτό, ούτε κι εσύ φυσικά».
«Κάνεις λάθος. Λιποτάκτησα από τα χρόνια που δεν ήθελα να ζήσω. Διάλεξα μια εύκολη -όπως νόμιζα- διαδρομή και την έτρεξα παραζαλισμένη. Έπρεπε να περάσουν κοντά πέντε χρόνια για να καταλάβω πως είχα επιλέξει ακριβώς το αντίθετο. Σε αναζήτηση ενός καλύτερου τόπου, άφησα το πραγματικό μου σπίτι, χώθηκα στην πρώτη λαμπερά φωτισμένη ζωή που βρήκα εύκαιρη και μάζευα καυτά δάκρυα, δεν τους επέτρεπα να κυλήσουν!» Σταμάτησε να μιλά και συγκρατούσε δάκρυα. Και πάλι.

Η ψυχή μου έσπασε σε χίλια κομμάτια. Από τα χείλη μου ωστόσο, ξέφυγε ένας αναστεναγμός ανακούφισης. Ένας λαβύρινθος συναισθημάτων οι λέξεις της όλες, με μια και μοναδική επιθυμία: την έξοδο. Θα την βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορώ να ξεπλύνει τις πληγές της με καθαρό νερό, θα την βοηθήσω να σπάσει τον κρίκο που την κρατούσε αλυσοδεμένη έτη φωτός μακριά από την αυτοεκτίμησή της. Θα της δώσω τον χρόνο που χρειάζεται για να συνηθίσει στην ομαλότητα. Γιατί αυτή είναι η σωτηρία των ανθρώπων: να τους δίνεις πάντα χρονικά περιθώρια. Σαν μια παρτίδα σκάκι που μοιάζει ατέλειωτη.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100010950121205&hc_ref=ARTdI6pbEhjJRtu6xmerZ_O75wWiSdnDQTLejyoAM9i_p13wJLyhEqjP-4Aq2vKWd5Y&fref=nf 

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kores.html
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/tzina-psarri.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *