Η χρυσή κύλικα – Νατάσα Κυρκίνη-Κούτουλα | Κριτική προσέγγιση από τον Μιχάλη Κατσιμπάρδη

Άνεμος Magazine 08/11/2017 0

%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%b1-%ce%bd%ce%b5%ce%bfΑς αναρωτηθούμε τι κάνει ένα ιστορικό μυθιστόρημα ελκυστικό και ποιοτικό. Πρώτα απ’ όλα οφείλει να έχει τις αρετές ενός οποιουδήποτε άξιου λογοτεχνικού έργου:

1. Συναρπαστική πλοκή, όχι απλώς για να υφίσταται αλλά για να παρασέρνει τους ήρωες σε μια σειρά γεγονότων που θα επηρεάσουν βαθιά την ύπαρξή του, σύμφωνα με την αριστοτέλεια λογική ότι τα δρώμενα (η πλοκή δηλαδή) έχουν λόγο ύπαρξης μόνο στον βαθμό που αλλάζουν τους χαρακτήρες.

2. Χώρο και χρόνο. Οι ήρωες δεν ζουν στο πουθενά. Η συγχρονία και η χωροταξία του μυθιστορήματος βαθαίνει το μυθιστορηματικό “τώρα”.

3. Εξοικείωση του συγγραφέα με τον κόσμο που δημιουργεί, ακόμα και του υπαρκτού, του πραγματικού.

4. Αποδόμηση του τυποποιημένου κανόνα. Ο συγγραφέας πρέπει να τολμά να ξεστρατίζει από τη νόρμα αφήνοντας τα δικά του αναγνωρίσιμα ίχνη. Αυτά που αναζητά ο αναγνώστης σε κάθε νέο βιβλίο του συγγραφέα (μάταια καμιά φορά).

5. Ταλέντο. Πηγαίο ταλέντο και έμπνευση. Τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής (που είναι της μόδας τελευταία) δεν παράγουν ικανούς συγγραφείς. Τα εργαστήρια μπορούν να ενισχύσουν μόνο τη μία από τις τρεις προϋποθέσεις: την τεχνική. Το ταλέντο και η σκληρή δουλειά είναι κεφάλαια που πρέπει να διαθέτει ο ίδιος ο επίδοξος συγγραφέας. Μην ξεχνάμε ότι η τέχνη της γραφής, αν και πανάρχαιη, ποτέ δεν διδασκόταν, σε αντίθεση με τη μουσική, τη ζωγραφική, τον χορό και το θέατρο. Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει τόσο πολύ. Ο μόνος τρόπος για να μάθει κανείς να γράφει δημιουργικά είναι να μάθει να διαβάζει δημιουργικά.

6. Άρτια εκπεφρασμένο αφηγηματικό λόγο. Η αφηγηματική λειτουργία αφυπνίζει τα ασήμαντα και τα μετουσιώνει σε σπουδαία, τα καθημερινά σε ξεχωριστά, τα άχρωμα σε λαμπερά. Ωθεί τον αναγνώστη να δει τον κόσμο και τα πράγματα που τον αποτελούν, από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Όπως εύστοχα έχει πει ο Μαρσέλ Προυστ: «Το πραγματικό ταξίδι της ανακάλυψης γίνεται όχι όταν αναζητεί κανείς νέους τόπους, αλλά όταν αποκτά νέα μάτια».

Τι παραπάνω από αυτά πρέπει, λοιπόν, να διαθέτει ένα ιστορικό μυθιστόρημα;

1. Βαθειά και ουσιαστική γνώση του συγγραφέα για τα ιστορικά γεγονότα και το πλαίσιο στο οποίο αυτά εξελίσσονται. Αυτό απαιτείται είτε σε περίπτωση πιστής προσήλωσης στα ιστορικά δεδομένα και τις πηγές είτε σε περίπτωση μυθοπλασίας που έχει όμως γνήσιο ιστορικό περίβλημα. Δεν κάνουμε κουβέντα καν για την περίπτωση της διαστρεβλωμένης απόδοσης της ιστορικής συγκυρίας, την οποία πλάθει ο συγγραφέας ανάλογα με το πώς τον βολεύει στην αφηγηματική διαδικασία ώστε να προχωρήσει σε μια σύνθεση χωρίς όρια και προϋποθέσεις.

2. Το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος δεν πρέπει να είναι προσχηματικό. Τα τελευταία χρόνια έχουμε κατακλυστεί από ιστορικά μυθιστορήματα, όπου κάποιοι από τους Έλληνες συγγραφείς στηρίζονται σε ιστορικές γνώσεις σχολικού επιπέδου ή μελετούν επιδερμικά (το ίντερνετ είναι η κύρια πηγή πληροφοριών τους), αδυνατώντας να εντάξουν τους ήρωές τους στο γνήσιο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον της εκάστοτε εποχής.

Αρκεί όμως η ιστορική εγκυρότητα για να χριστεί κάποιος αξιόλογος μυθιστοριογράφος; Αν συνέβαινε αυτό, τότε όλοι οι ιστορικοί θα έπρεπε να είναι εν δυνάμει οι μόνοι που δικαιούνται να γράψουν καλό ιστορικό μυθιστόρημα. Ασφαλώς η παραπάνω συνθήκη είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή.

3. Απαιτείται φαντασία. Περισσότερο από κάθε άλλο λογοτεχνικό είδος (εκτός ίσως από τα έργα προγενέστερης αφήγησης) η φαντασία αποτελεί το απαραίτητο καρύκευμα, εκείνο που θα νοστιμίσει την ιστορία, συναρπάζοντας τον αναγνώστη. Η φαντασία θα τον πάρει από το χέρι και μέσω της νοσταλγικής και ενίοτε εξιδανικευμένης ανακατασκευής της ιστορίας θα τον ταξιδέψει ανέξοδα σε τόπους και σε χρόνους που πράγματι υπήρξαν και τους οποίους αγνοεί ή γνωρίζει πλημμελώς. Η φαντασία θα κάνει το έργο να ξεχωρίσει από την αυστηρή ιστοριογραφία προσδίδοντάς του λογοτεχνική οντότητα. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα λοιπόν θεωρείται ένα κείμενο λεπτών ισορροπιών ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κατηγορίες, στην ιστορική πραγματικότητα και στη φαντασία του δημιουργού.

Η Νατάσα Κυρκίνη-Κούτουλα ως συγγραφέας διαθέτει αναμφίβολα όλα τα παραπάνω εφόδια. Άνθρωπος συνεπής και εργατικός, βαθύτατος γνώστης του ιστορικού γίγνεσθαι, όσο λίγοι σ’ αυτόν τον τόπο, με επιστημονική εγκυρότητα και συνέπεια, που αδυνατεί να περιορίσει η έμφυτη συστολή που τη διακρίνει. Είμαι απόλυτα βέβαιος, καθώς ρουφούσα τις σελίδες του συναρπαστικού βιβλίου της, ότι κόπιασε πολύ. Είμαι πεπεισμένος ότι έχει δαπανήσει μήνες ενδελεχούς μελέτης ώστε να μην προδώσει ούτε στο ελάχιστο το καθόλα γνήσιο ιστορικό περιβάλλον του βιβλίου. Το κύρος της γραφής της αναιρεί οποιαδήποτε σκέψη ότι εκλαϊκεύεται η Ιστορία. Απεναντίας, η γνώση και η προσήλωση της στην ιστορική αλήθεια μας προσφέρει ένα βαθύ και ουσιαστικό ανθρωποκεντρικό ταξίδι στον ταραχώδη βίο μιας απομακρυσμένης και γοητευτικής ούτως ή άλλως περιόδου της Ιστορίας μας, με αφοπλιστική φυσικότητα, χωρίς διδακτισμό και τυποποίηση.

Η κεντρική ηρωίδα της, η Καλλινίκη, γίνεται το όχημα για να περιδιαβούμε, όχι μόνο ως θεατές αλλά και ως συνοδοιπόροι της, στο ταξίδι που ξεκινά από την ακμάζουσα Μακεδονία του σπουδαίου Φιλίππου και του ξακουστού Αλεξάνδρου φτάνοντας μέχρι την φθίνουσα Αθήνα του εμμονικού Δημοσθένη και του τίμιου Φωκίωνα. Ένα ταξίδι που σε καλεί να πονέσεις, να χαρείς, να ντραπείς, να μισήσεις, να εκδικηθείς, να ερωτευθείς, να θρηνήσεις μαζί με την Καλλινίκη, χάρη στη μέθεξη που αβίαστα μας προσφέρει η Νατάσα μέσα από το βιβλίο της. Εξερευνά κανείς διαβάζοντας το βιβλίο έναν κόσμο ανεξερεύνητο για τους περισσότερους από εμάς. Περπατάμε στους σκοτεινούς δρόμους της Αρχαίας Αθήνας, στήνουμε αυτί για ν’ ακούσουμε τους πύρινους λόγους του Δημοσθένη και του Υπερείδη στην Αγορά, απολαμβάνουμε τις εορταστικές πομπές της μεγάλης πόλης, κρυφοκοιτάμε πίσω από μισόκλειστες πόρτες τις ίντριγκες και τους έρωτες ένος κόσμου τόσο δικού μας και τόσο μακρινού. Το βιβλίο έχει ένα και μοναδικό τρόπο για να διαβαστεί. Την ενεργή συμμετοχή μας στα δρώμενα.

Ο χρόνος του μυθιστορήματος όμως δεν είναι τετελεσμένος. Συνομιλεί με το σύγχρονο τώρα, καθώς η Νατάσα τον συνδέει με γεγονότα της σημερινής Αθήνας, όπου πάλι η σύγχρονη ηρωίδα της, η Ρίκα, σε παραλληλισμό με την Καλλινίκη, πάσχει όντας αθώα και μοιραία. Ο παραλληλισμός των δύο ηρωίδων κατασκευάζει το συλλογικό πεπρωμένο της Ελλάδας του τότε και του τώρα, οδηγώντας όλους εμάς στη φαντασίωση μιας συλλογικής ταυτότητας που αποτελείται από ανθρώπους, τους οποίους χωρίς να έχουμε γνωρίσει ποτέ, τους εντάσσουμε σε ένα Εμείς. Έτσι, ο παντογνώστης αναγνώστης διαβάζει τις ταυτόχρονες πράξεις των δύο προσώπων, τα οποία αγνοούν το ένα την ύπαρξη του άλλου, ωστόσο ζουν ταυτόχρονα στον ίδιο ομοιογενή τόπο. Η ανάμιξη στοιχείων διαφορετικών εποχών στην ταυτοχρονία μιας αφήγησης τονίζει, παράλληλα με την αμφισβήτηση της εικόνας για την ιστορία που έχει ο καθένας, ότι η κάθε ιστορική εικόνα είναι το δημιούργημα ενός γράφοντος υποκειμένου.

Η Νατάσα γνωρίζει πολύ καλά εκτός από την Ιστορία και την τεχνική της δημιουργικής γραφής. Αφηγείται χρησιμοποιώντας εντέχνως την ιστορική γνώση για να φτιάξει, με τη βοήθεια της εκ των προτέρων φαντασίας της, μια αυτοτελή και συμπαγή ιστορία. Η αφήγησή της ακολουθεί την αρχή του δομημένου συνόλου με σαφώς διαχωρισμένη αρχή, μέση και τέλος, κατασκευάζοντας αλυσίδες αιτίων και αιτιατών, σύμφωνα όμως με την αρχή του ιστορισμού πως τα πολιτικά, πολιτισμικά και πολιτιστικά γεγονότα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι. Το βιβλίο της χωρίς διάθεση διδακτισμού διδάσκει. Διδάσκει με τον πιο απλό και παραστατικό τρόπο. Η εξαιρετική μυθοπλαστική του δεινότητα έχει καμβά γνήσια και αυθεντικά ιστορικό.

Το βιβλίο το διάβασα δυο φορές. Την πρώτη ως αφήγημα τέρψης, τη δεύτερη για να εντοπίσω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, προκειμένου να έχω το θάρρος να το παρουσιάσω. Πιστέψτε με ότι, όπως συμβαίνει συχνά, διάβασα άλλο βιβλίο κάθε φορά, δίνοντας διαφορετική ερμηνεία στα πεπραγμένα, βιώνοντας αλλιώτικα συναισθήματα, ανακαλύπτοντας καινούργια μυστικά του.

Μιλώντας κάποιες φορές με τους άλλους δεν είμαστε ειλικρινείς όσο τουλάχιστον είμαστε με τον εαυτό μας. Σ’ αυτή την περίπτωση οι αρχικές αυθεντικές κρίσεις μας εξωραίζονται και μεταμφιέζονται από τον φόβο ότι μπορεί να εκτεθούμε ή να εκθέσουμε. Αν τυχόν μας ρωτήσει κάποιος συγγραφέας “σου άρεσε το βιβλίο μου;” διστάζουμε να του απαντήσουμε με αρνητικό τρόπο. Ζήτημα κοινωνικής αγωγής θα μου πείτε.

Η Νατάσα δεν με ρώτησε ποτέ αν μου άρεσε το βιβλίο της. Αν το έκανε όμως θα της απαντούσα με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς περιστροφές και χωρίς να φτιασιδώσω την απάντησή μου ότι: ναι, Νατάσα, είναι το πιο ενδιαφέρον και το πιο σαγηνευτικό βιβλίο που έχω διαβάσει τελευταία.

Σου εύχομαι εκ βαθέων καλή συνέχεια στο δημιουργικό σου ταξίδι. Περιμένουμε το επόμενό σου.

Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/mickatsi?ref=br_rs

 

Leave A Response »


× 7 = 28