Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ξέχνα τις αναμνήσεις», της Ντίανας Παλαιολόγου

Άνεμος Magazine 13/01/2017 0

ksexna_tis_anamniseis

Ένας μήνας κοντεύει να κλείσει στο σπίτι της χήρας, όπου ζει πολύ δύσκολες στιγμές. Τις νύχτες, που νομίζει ότι η Ντόνα κοιμάται, εκδράμει μ’ ένα κασετοφωνάκι στο χέρι και κάποια ακόμα αντικείμενα. Ποτέ δεν κλειδώνει τις πόρτες φεύγοντας. Βγαίνοντας απ’ την εξώπορτα, ακούγεται η πόρτα ενός αυτοκινήτου, που η ίδια η χήρα δεν διαθέτει, και το ξεκίνημά του. Επιστρέφει πάντοτε μετά από δύο ώρες αναμαλλιασμένη.

Η Ντόνα δεν κοιμάται, τουλάχιστον μέχρι να επιστρέψει εκείνη. Παρακολουθεί, σχεδόν χωρίς ανάσα, από την κλειδαρότρυπα τη μεγάλη, μιας και η χήρα έχει αφαιρέσει το κλειδί. Κάθε βράδυ φοβάται, γι’ αυτό και η πιο βαριά βαλίτσα βρίσκεται στριμωγμένη πίσω από την πόρτα του δωματίου της. Φοβάται γιατί η γειτονιά είναι ερημική, γιατί το σπίτι είναι ξεκλείδωτο και ο ανύπαντρος σαρανταπεντάρης νοικάρης της από το ισόγειο μπορεί να μπει ανενόχλητος. Είναι ένας τεχνίτης που κοιτάζει την Ντόνα σαν αρπακτικό όταν την συναντάει τυχαία, νομίζεις τώρα θα ορμήσει και θα της ξεσκίσει τα ρούχα. Της έχει εξάλλου μιλήσει η χήρα από τη δεύτερη μέρα: «Κοίτα, του αρέσεις και κάτι πρέπει να γίνει, γιατί τα χρόνια του περνάνε κι είσαι ό,τι πρέπει γι’ αυτόν, σκέτο λουκούμι. Μου ’χει πει και η μάνα του να του βρω καμιά μικρούλα». Η Ντόνα μόνον απαντάει πως δεν παντρεύεται γιατί θέλει να σπουδάσει κι ότι είναι μικρή ακόμα. Τι μπορεί να πει σε μια τέτοια, φοβάται να μην την εξαγριώσει, αφού έτσι κι αλλιώς η φάτσα της είναι μόνιμα αγριεμένη.

Τηλεφωνεί στους γονείς της. Τους μιλάει για όλα αυτά που συμβαίνουν, όσα τουλάχιστον προλαβαίνει, αφού πάντοτε είναι βιαστικοί και δεν απαντούν. Τους ζητάει απεγνωσμένα να γυρίσει στο Μόναχο, να της βγάλουν σύντομα το εισιτήριο. Τους εξηγεί ότι αν μείνει στο σπίτι αυτό κάτι άσχημο θα της συμβεί. Ρωτάει σε κάθε τηλεφώνημα αν έχουν απάντηση από την οδοντιατρική και πάντα προσμένει ν’ ακούσει κάτι καλό. Μα η δική τους απάντηση είναι πάντα αρνητική και παράξενα σύντομη: «Δεν ξέρουμε τίποτα, δεν μας είπε κανείς τίποτα, ούτε γράμμα ούτε γραφή, πάει, ξέχασ’ το, μην ξαναρωτάς». Κάθε φορά της επιβάλλουν ψυχρά να μείνει εκεί, αποφεύγοντας προκλητικά να την ακούσουν. Την κατηγορούν ότι λέει ψέματα για την «ευγενική κυρία» και τηλεφωνεί ο Ιωνάς στη χήρα για να μάθει. Εκείνη στο τηλέφωνο με το σας και με το σεις, όπως και ο ίδιος με τη γνωστή επιφανειακή του ευγένεια. Την ακούει να του μιλάει λες και δεν συμβαίνει τίποτα, ότι η Ντόνα είναι μικρή και ατίθαση, αλλά υπάρχουν καλοί άνθρωποι δικοί της, «καλά παιδιά», που μπορεί να της βάλουν μυαλό γρήγορα. Δεν ξέρει τι της απαντάει ο πατέρας της, αλλά η χήρα κλείνει το τηλέφωνο καταχαρούμενη, μέσα σε γλυκοχαιρετούρες με τον Ιωνά και με γέλια ειρωνικά κοιτάζοντάς την.

– Θέλεις δεν θέλεις, εγώ θα σε παντρέψω, αύριο κιόλας άμα θέλω. Φαντάσου, μου ’ταξε και δώρα μπόλικα ο πατέρας σου. Ο κύριος Ιωνάς μου ’δωσε το πράσινο φως, εν λευκώ μου ’πε δέκα φορές, και τα σαρκαστικά χαχανητά της δίνουν και παίρνουν για ώρα.

Η Ντόνα συλλογίζεται μονάχα. Ούτε μιλάει, ούτε γελάει. Μπαίνει στο δωμάτιό της και θέλει να ξεσπάσει σε κλάματα, μα γιατί πάλι να τους κάνει το χατίρι. Ετοιμάζεται να πάει μέχρι το τηλεφωνικό κέντρο, έχει ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον δικό της, κι αυτός είναι τώρα μόνον η Νότα. Με το που την βλέπει η χήρα ντυμένη, απαιτεί να την συνοδέψει σ’ ένα χρυσοχοείο για να βρει κάποιο δαχτυλίδι, λέει, που θέλει να δωρίσει σε ανιψιά της.

– Μη μου πεις όχι, θα τηλεφωνήσω στον κύριο Ιωνά, τώρα κιόλας, της απαντάει στραβομουτσουνιασμένη, όταν η Ντόνα της πρότεινε σε μία ώρα να συναντηθούν στην πλατεία.

Το τηλεφώνημα στη Νότα αναβάλλεται και συνοδεύει τη χήρα με κρύα καρδιά. Στο χρυσοχοείο χαιρετούν τους δύο ιδιοκτήτες, τον έναν διά χειραψίας, συστημένος ιδιαίτερα από τη χήρα. Είναι ένας κοντός σαν νάνος, χοντρός σαν παραφουσκωμένο ασκί, καραφλός, με αραιές τρίχες τριγύρω στ’ αυτιά γκρίζες, σίγουρα περασμένα τα πενήντα. Τα πράγματα φαίνονται μιλημένα. Αυτός όλο κόνξες από δω, γελάκια από κει, μαζί με χαζές ερωτήσεις, «πώς σας λένε, τι κάνετε εδώ…», και σαλιαρίσματα. Δεν αγοράστηκε, εννοείται, κανένα δώρο για την ανιψιά, σχεδόν δεν έριξαν ματιά σε δαχτυλίδια. Στο σπίτι τής ξεφουρνίζει την αλήθεια για το φτηνό πρόσχημα. Ο κύριος, λέει, ο κοντός ψάχνει για νέα και ωραία κοπέλα, επειδή έχει πολλά χρήματα, κι ότι η Ντόνα είναι η πιο σωστή γι’ αυτόν, αφού είναι και ξένη και πλούσια και πολύ νέα. Επιμένει για το προξενιό, κι αφού της αρνείται, την φοβερίζει με τηλεφώνημα στον πατέρα της.

Η νύχτα αρχίζει πάλι με αγωνία και εφιάλτες. Φεύγοντας η χήρα στο γνωστό της δρομολόγιο, η Ντόνα βγαίνει αμέσως απ’ το δωμάτιο και κλειδώνει την πόρτα του χολ που οδηγεί στη σκάλα. Στη δική της πόρτα σπρώχνει το κρεβάτι και τις βαλίτσες.

Περνούν μόνον ελάχιστα δευτερόλεπτα αφότου το αυτοκίνητο ακούγεται να φεύγει με τη χήρα. Το φως στη σκάλα ανάβει, κάποιος προσπαθεί ν’ ανοίξει την πόρτα του χολ. Κρατάει κάμποση ώρα. Το φως δεν σβήνει. Η Ντόνα, κοιτάζοντας από την κλειδαρότρυπα του δωματίου της, τρέμει από τον φόβο. Στον τζαμένιο τοίχο του χολ, η σκούρα σκιά που κινείται στο πλατύσκαλο της φέρνει ταραχή μεγάλη.

Αποφασίζει όμως να βγει και να καλέσει την αστυνομία από το τηλέφωνο που βρίσκεται δίπλα στην εξώπορτα. Σιγά σιγά ανοίγει την πόρτα, ενώ ο θόρυβος στην κλειδαριά συνεχίζεται. Παίρνει απ’ τον φόβο της δύναμη και με φωνή αγριεμένη ρωτάει ποιος είναι. Απάντηση καμιά. Η σκούρα σκιά ακίνητη. Ξαναρωτάει. Απόλυτη ησυχία πια. Ακούει μονάχα βήματα ν’ απομακρύνονται στη σκάλα, ενώ στα χέρια κρατάει το ακουστικό, έτοιμη να ζητήσει βοήθεια.

Όση ώρα περιμένει τη χήρα να επιστρέψει, δεν φεύγει από το καρεκλάκι του τηλεφώνου. Ζυγιάζει και τον παραμικρό θόρυβο που φτάνει κοντά της και τρέμει. Δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, της ανοίγει όταν την διακρίνει από το τζάμι. Εκείνη ξαφνιάζεται, μαλώνοντάς την δριμύτατα επειδή κλείδωσε και να μην τολμήσει να το ξανακάνει. Της αφηγείται τι έγινε και απαιτεί να μάθει ποιος μπορεί να ήταν. Απάντηση δεν παίρνει, μονάχα την ίδια παρατήρηση σε ακόμα πιο έντονο ύφος.

Η Ντόνα τις υπόλοιπες λίγες ώρες μένει άγρυπνη, συλλογίζεται τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, ποιος ήταν άραγε αυτή η σκούρα σκιά μες στα μεσάνυχτα. Απ’ τα χαράματα, όταν το πρώτο φως φτάνει στο δωμάτιο, μαζεύει τα ελάχιστα πράγματά της, όσα είναι έξω από τις βαλίτσες, μαζί και τα κλινοσκεπάσματά της. Δεν αφήνει το παραμικρό ίχνος έξω απ’ αυτές. Τις κλειδώνει καλά, βάζοντάς τες πίσω από την πόρτα. Στη χήρα δικαιολογείται πως το μεσημέρι θα καθαρίσει το δωμάτιο και θα τα ξαναβγάλει. Είναι αποφασισμένη. Σήμερα φεύγει απ’ αυτό το σπίτι. Τα χρήματα της Νότας που ’χει μαζί της φτάνουν για ένα ξενοδοχείο. Ξέρει ότι, όπου αλλού πάει, ακόμη και στο παγκάκι της πλατείας, θα ’ναι πιο ασφαλής από κείνο το σπίτι των κακών φαντασμάτων…

Μέσα στις πολλές σκέψεις, το μυαλό της φτάνει στον υπεύθυνο: σαν ντόπιος μπορεί να γνωρίζει ένα καλό ξενοδοχείο. Συναντιούνται μετά το μάθημά της στο ζαχαροπλαστείο. Κρατάει την ψυχραιμία της και του μιλάει. Εκείνος καταλαβαίνει τις προθέσεις της χήρας και των γνωστών της ανθρώπων. Προτείνει να της παραχωρήσει την γκαρσονιέρα του, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο ίδιος είναι πρόθυμος, της λέει, να πηγαινοέρχεται στο χωριό του, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση. Εξάλλου θα ’ναι μόνο για δύο εβδομάδες, μέχρι να φύγει για τις διακοπές στο Μόναχο.

Δέχεται, βγάζοντας και χρήματα για το ενοίκιο. Της τα επιστρέφει αμέσως, πείθοντάς την πως είναι απλώς μια εξυπηρέτηση, το ίδιο θα ’κανε σ’ όποιον του ζητούσε βοήθεια. Σχεδιάζουν την απόδρασή της από τη σφηκοφωλιά για το ίδιο βράδυ με το σούρουπο.

Στο σπίτι κάνει δήθεν πως καθαρίζει, γι’ αυτό βγάζει και τις βαλίτσες στο χολ. Ο εφιάλτης τώρα είναι μην πάρει τίποτα χαμπάρι η χήρα, τηλεφωνήσει στον Ιωνά και της εμποδίσουν τη φυγή. Το σούρουπο πέφτει για τα καλά. Η χήρα απασχολημένη στην κουζίνα, όπως κάθε τέτοια ώρα.

– Παρακαλώ, μπορώ να τηλεφωνήσω στην πιάτσα; Χρειάζομαι επειγόντως ένα ταξί. Έχουμε σημαντική συνάντηση με κάποιους καθηγητές και έχω καθυστερήσει, θα μαλώνει κι ο μπαμπάς μου έτσι και το μάθει.

Αυτή, νευρικά, άγρια και αυστηρή, με την όψη της στρυφνή, την παρατηρεί για την καθυστέρηση και τονίζει ότι θα τηλεφωνήσει η ίδια, γιατί ως νοικάρισσα δεν έχει δικαίωμα να τηλεφωνεί.

– Έλα, Μάκη, έλα να την πάρεις, βιάζεται για τη σχολή. Ξέρεις εσύ, μετά περιμένω τηλέφωνο αμέσως, έτσι; Θέλω να ξέρω πού θα πάει, έτσι; Ξέρεις.

Κλείνει το τηλέφωνο κι εξαφανίζεται στην κουζίνα της. Με αστραπιαίες κινήσεις η Ντόνα αρπάζει τις βαλίτσες, κλείνει την πόρτα πίσω της σιγανά και κατεβαίνει γρήγορα τη σκάλα. Τις ακουμπάει στο πεζοδρόμιο. Προτού προφτάσει να κλείσει και την εξώπορτα, ακούει τη χήρα ουρλιάζοντας απ’ το πλατύσκαλο, απειλώντας πως θα τηλεφωνήσει στον πατέρα της τώρα, πως θα της κόψει τα πόδια που την εξέθεσε στους ανθρώπους, πως δεν έχει δικαίωμα να φύγει από αυτό το σπίτι, πως οφείλει να γυρίσει τούτη τη στιγμή πίσω, και οι κραυγές συνεχίζονται άναρθρες.

Την περιφρονεί. Κλείνει την εξώπορτα κι ούτε θέλει πια να ξέρει τίποτα. Το ταξί έφτασε, φορτώνει βιαστικά και επιβιβάζεται.

– Για πού πάτε δεσποινίς; ρωτάει χαμογελαστός ο Μάκης.

– Μέχρι τη μεγάλη πλατεία. Εκεί με περιμένει ο θείος μου, του απαντάει σοβαρή και ψύχραιμη.

Στην πλατεία, αφού αφήνει το ταξί να εξαφανιστεί από μπροστά της, επιβιβάζεται στο άψε σβήσε σ’ ένα απ’ τα πολλά σταθμευμένα. Κανένας θείος δεν περιμένει. Ήταν τρόπος να χάσει τα ίχνη της η χήρα και ο γνωστός της Μάκης.

Φτάνει στην πολυκατοικία. Στην είσοδο περιμένει ο υπεύθυνος. Ανεβαίνουν μ’ ένα παλιό στενό ασανσέρ μέχρι τον πέμπτο όροφο. Για να φτάσουν στον έκτο, όπου βρίσκεται η γκαρσονιέρα, χρησιμοποιούν την τσιμεντένια σκαλίτσα και βγαίνουν στην ταράτσα της πολυκατοικίας. Αριστερά υπάρχει μόνο το δωμάτιο. Ο υπεύθυνος ανοίγει την πόρτα του, αφήνει τις βαλίτσες και τα κλειδιά και φεύγει.

Νιώθει το τσουχτερό κρύο ακόμα πιο τσουχτερό σαν κοιτάζει τριγύρω της. Το πάτωμα τσιμεντένιο, σκεπασμένο σ’ ένα μικρό του κομμάτι από ελαφρύ υφαντό χαλάκι. Το μοναδικό παράθυρο, χωρίς κουρτίνες. Η εξώπορτα, η μοναδική πόρτα, εκτός μιας στενής που κρύβει τη λεκάνη και τον νιπτήρα της τουαλέτας, από τζάμι και μέταλλο. Καλοριφέρ δεν υπάρχει. Το κρεβάτι, ένα μεταλλικό ράντζο με στρώμα λουλουδάτο και πεντακάθαρο. Κουβέρτες πολλές κι ασήκωτες από το βάρος τους. Ένα τραπεζάκι μεταλλικό αντί για κουζίνα. Αυτά μόνο.

Αν και είναι ολομόναχη σε μια άγνωστη γειτονιά, χαίρεται γιατί είναι ελεύθερη. Δεν υπάρχουν οι φόβοι και οι εφιάλτες των προηγούμενων εβδομάδων, ημερών και ωρών, ακόμα και τα δευτερόλεπτα ήταν γεμάτα βασανιστικά χτυποκάρδια. Πεινάει. Της αρκούν οι σοκολάτες και κάποια μπισκότα που ’χει στην τσάντα της. Σε μια γωνίτσα ανακαλύπτει μπόλικες παλιές εφημερίδες που τις μετατρέπει σε κουρτίνες του παράθυρου και της εξώπορτας. Αντικαθιστά τα στρωσίδια του ράντζου με τα δικά της και, βυθισμένη σε πάμπολλες σκέψεις μα ψυχικά ανάλαφρη, αποκοιμιέται.

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ:

http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/anamniseis.html
https://www.facebook.com/Ξέχνα-τις-αναμνήσεις-Ντιάνα-Παλαιολόγου-Άνεμος-εκδοτική-1529655527060852/?fref=ts

Βρείτε τη συγγραφέα στο Facebook:

https://www.facebook.com/diana.paleologou.5?fref=ts

 

 

 

Leave A Response »


1 + 7 =