Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αλγεινόν ύδωρ» της Λαμπρίνας Α. Μαραγκού

Άνεμος Magazine 24/10/2017 0

%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b3%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%bd

Στροβιλιζόταν για πολύ μέσα στον αιθέρα. Χόρευε αναποφάσιστα γύρω από ένα φως. Δεν ήθελε να τελειώσει ο χορός μέσα στον χρόνο. Γιατί τώρα έμαθε να ορίζει τον χρόνο. Τι ήταν ο χρόνος; Δε μπορούσε να καταλάβει, μόνο έμαθε μ’ έναν μυστηριώδη τρόπο πως χρόνος ήταν ό,τι συνέβαινε. Και τι συνέβαινε; Τι σημαίνει «συμβαίνει»; Κάποιος, δεν ξέρει ποιος, είχε πει δίχως λόγια πως οι λέξεις «συμβαίνει» και «χρόνος» είναι σχεδόν ίδιες μεταξύ τους. Σχεδόν, γιατί τίποτα δεν είναι ίδιο με κάτι άλλο… Ο χρόνος, η ώρα, η στιγμή έπαιζαν μια υπέροχη μουσική, μια αρμονική ακολουθία, ένα ξεχείλισμα χρωμάτων. Μέσα απ’ όλα τα χρώματα, παρατήρησε τα σχήματα. Αυτά ήταν οικεία. Σχήματα κάθε είδους, κάθε μεγέθους. Υπέροχες γραμμές, δομημένες σε συμμετρίες γνωστές, τόσο γνωστές, που ήταν πανέμορφες. Θα ’θελε να έμενε και να χόρευε ανάμεσά τους, να έβλεπε τα χρώματα, να χάιδευε με την ψυχή την άμμο που έσταζε σιγά-σιγά μέσα στην κλεψύδρα του απείρου. Έξω από αυτό, υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να το δει, ούτε καν να το σκεφτεί. Όμως, αρκούσε το άπειρο, οριοθετούσε την προσωπική υπόσταση, χάριζε την ελευθερία κι ας περιείχε μέσα του τον χρόνο.

Άλλη μια λέξη που είχε ακούσει, ήταν η λέξη «πορεία». Παραξενεύτηκε, όπως παράξενες είναι και οι λέξεις. Τι χρειάζονται, τι χρειάζεται η φωνή, αφού υπάρχει η σκέψη, αναρωτιόταν και συνέχιζε να χορεύει. Όμως, η λέξη «πορεία» περικύκλωσε το φως. Έπρεπε να πορευθεί. Για πού; Για κάτω. Το άπειρο δεν έχει πάνω και κάτω, ή τουλάχιστον δεν μπορώ να δω, απόρησε. Στροβιλίστηκε κι αποφάσισε να ξεχάσει τις λέξεις. Ένιωσε όμως μια ώθηση, ένα σπρώξιμο, που γρήγορα έγινε διαμαρτυρία. Θύμωσε, αλλά για λίγο. Γιατί ξανά ακούστηκε η μουσική των χρωμάτων και τα σχήματα ήρθαν μπροστά. Και τότε, μια ευθεία γραμμή, κατακόρυφη, έδειξε τι σημαίνει πορεία. Οριοθέτησε το άπειρο, το έκανε περιορισμένο και ένα βέλος σημάδεψε ένα κομμάτι ύλης. Στερεής, συμπαγούς ύλης, σκληρής. Εκεί, πρόσταξε η αιχμή του τόξου κι ένιωσε να κατεβαίνει. Γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως κυκλοφορούσε και μέσα στο άπειρο. Λίγο πριν φτάσει την ύλη, σταμάτησε. Είχε το δικαίωμα να παρατηρήσει. Η πορεία περίμενε.

Κατάλαβε πως η σιωπή ήταν η ίδια η στάση και όλα γύρω πάγωσαν. Η σκληρή επιφάνεια της ύλης είχε σβώλους από χώμα και τα δέντρα προεξείχαν. Τι είναι δέντρο; αναρωτήθηκε, αλλά αμέσως κατάλαβε πως τέτοια δέντρα υπήρχαν και στο άπειρο, όπως και οι ίδιοι σβώλοι. Ακόμα και η θάλασσα, το νερό, βρισκόταν στην τράπεζα όλων αυτών που γνώριζε, με τη διαφορά πως τώρα είχε έρθει κοντά τους, πιο κοντά τους κι αν άπλωνε το βλέμμα, τα έβλεπε ξεκάθαρα κι όχι μέσα από τα γεωμετρικά τους σχήματα. Ή, καλύτερα, έβλεπε τα σχήματα να έχουν περιορίσει τις διαστάσεις τους, να φαντάζουν μικρότερα, δίχως προοπτική. Κομματάκια από το αρχικό τους σχήμα, περιστοίχιζαν το φως και μετεωρίστηκε πάνω από την αχνισμένη γη, για να νιώσει την ενέργεια. Διασπάστηκε. Αυτό ένιωσε, να χωρίζεται στα δύο. Ήταν ένα αίσθημα τρομαχτικό, ένας αποχωρισμός που απ’ αυτόν γεννήθηκε η απόγνωση. Η μισή ψυχή κατέβηκε και χάιδεψε τις κορφές των δέντρων κι η άλλη μισή ανέβηκε, αντίθετα από τη φορά του τόξου. Έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τα πάνω. Διχάστηκε, αλλά ακούστηκε η φωνή: «προχώρα!»

Από τη μια η ανακούφιση, από την άλλη η απόγνωση. Όψεις του ίδιου νομίσματος και θα περνούσε πολύς χρόνος για να καταλάβει ότι υπήρχε και στα δύο μισά της ψυχής, συγχρόνως.

Παρουσιάστηκε μπροστά ένα σημείο που, όσο το πλησίαζε, αυτό μεγάλωνε. Φρενάρισε και τότε κατάλαβε πως έμελλε να πάθει ό,τι και τα δέντρα, ό,τι και οι σβώλοι. Να γίνει ένα ελάχιστο κομμάτι του δικού του σχήματος, αυτού που χόρευε στο άπειρο και εκεί ήταν τόσο όμορφο, γιατί ήταν ολόκληρο. Η λειψότητά του εδώ το μόνο που του προσέφερε ήταν τη δυστυχία, την εναγώνια αναζήτηση να γυρίσει στην πρότερή του κατάσταση. Λάτρευε τον χορό των χρωμάτων και της μουσικής τους και απεχθανόταν την αποσπασματική σκληράδα του χώματος, του ουρανού, των δέντρων, του νερού. Κυρίως, όμως, αποστρεφόταν τη ρευστότητα, που ήταν ικανή να καταβυθίσει το φως στην άβυσσο, ολότελα διαφορετική από το άπειρο. Απομακρυνόταν, όλο και περισσότερο, απομακρυνόταν. Η εντολή όμως ήταν ξεκάθαρη: «προχώρα!» και προχώρησε.

Το νησί ήταν βουτηγμένο σε μια ομίχλη. Η πάχνη κατακάθισε πάνω στις κόκκινες στέγες και στους ασπρισμένους από τον ασβέστη τοίχους. Το καμπαναριό του Αϊ-Γιώργη δε φαινόταν και μόνο οι χτύποι του μεγάλου ρολογιού έδιναν το στίγμα της εκκλησίας. Από ψηλά ακουγόταν, καθώς χτυπούσαν οι ώρες και όλο το νησί, μια μπουκιά όλο κι όλο, με τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται με μια ταχύτητα που φάνταζε σχεδόν αστεία, ιδιαίτερα σ’ έναν τόσο μικρό τόπο. Να προλάβουν τι;

Κανείς τους δεν ήξερε, κανείς τους δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι ήταν αυτό που τους οδηγούσε στην ξέφρενη πορεία μιας φρενοβλάβειας… Μόνο οι γάτες έδειχναν ν’ απολαμβάνουν την ασυνείδητη ροή του δικού τους χρόνου. Έγλειφαν το τρίχωμά τους και νωχελικά άνοιγαν το στόμα τους για να χασμουρηθούν. Μερικές τεντωνόντουσαν αυτάρεσκα, ρίχνοντας αδιάφορα βλέμματα στις βάρκες που ξεφόρτωναν πρωί πρωί τα ψάρια. Δεν πεινούσαν, χορτασμένες από τα ψαροκέφαλα που τους πετούσαν, ένιωθαν για τα καλά τι σημαίνει ευτυχία.

Ο τόπος αυτός ήταν σχεδόν ευλογημένος από τη θεϊκή δύναμη, που τον αγκάλιαζε στοργικά. Θάλασσα ολόγυρα και απέναντι, σε απόσταση αναπνοής, η στεριά της Πελοποννήσου, για να τους θυμίζει ότι εκείνοι είναι οι νησιώτες και οι απέναντι οι στεριανοί. Βάρκες μικρές και μεγάλες έφταναν από απέναντι μανουβράροντας με δεξιοτεχνία, καθώς τα μεγάλα καράβια της γραμμής έπιαναν κάβο. Ο κόσμος ξεχυνόταν από τα καράβια και τις βάρκες με ανυπομονησία. Τα παραλιακά καφενεία και ουζάδικα συνεχώς γεμάτα, με τους πλανόδιους πωλητές να τριγυρνούν ανάμεσα από τα τραπέζια.

Ο χρόνος που είχε περάσει, ελάχιστα είχε αλλάξει το τοπίο στο νησί. Μόνο μερικά αυτοκίνητα παρκαρισμένα και οι πολύχρωμες καινούριες τέντες φανέρωναν τη ροή των ετών. Εκτός από το καθημερινό δρομολόγιο των ψυχών που βρίσκονταν σε έναν διαρκή αναβρασμό, η στατικότητα ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του τόπου. Έφευγαν, γυρνούσαν και ξανά από την αρχή. Ένας αδιάκοπος κύκλος που δε βιαζόταν να κλείσει, γιατί είχε προγραμματιστεί ακριβώς έτσι… Και, ακριβώς επειδή γυρνούσε γρήγορα, υπερβολικά γρήγορα, έμενε ακίνητος.

Η θάλασσα σχεδόν πάντα γαληνεμένη, τα σπίτια της απέναντι ακτής και το βουνό με το σχήμα της κοιμωμένης. Μια γυναίκα ξαπλωμένη, που γευόταν με απόλαυση τις αχτίνες του ήλιου και τις ψιχάλες της βροχής. Ένα νωχελικό αγκάλιασμα γύρω από τα περιβόλια και τους λουλουδόκαμπους της στεριάς. Το νησί απλώς θωρούσε και στεκόταν περήφανα αποκομμένο, ανεξάρτητο, σχεδόν απόκοσμο από το τοπίο. Ήταν από μόνο του ένα ιδιότυπο τοπίο. Γι’ αυτό το διάλεξα, έτσι νομίζω. Γη, στεριά, νερό, δέντρα με νύμφες, πηγές με κυράδες ξωτικά, ψυχές διάφορες, ανάκατες, ανόμοιες, όλα τούτα μέσα στον αιθέρα, ίδια και απαράλλαχτα με τους χιλιάδες τόπους αυτού του πλανήτη. Κι όμως, εκεί έπαιρναν μια άλλη διάσταση, κοντινή μ’ αυτήν που άφησα, παρόμοια με εκείνη που φανταζόμουν.

Μόλις ο ήλιος σηκωνόταν, η ομίχλη χανόταν, ο αέρας αποκτούσε μια γλυκιά ζεστασιά, ακόμα και το καταχείμωνο. Ο καιρός ήταν πάντα υγρός και βαρύς και, στο τέλος του χειμώνα, πριν ακόμα μπει η άνοιξη, κάθιζε πάνω στα φύλλα των λεμονιών και τα πότιζε με τη μυρωδιά του πελάγους. Η ανθρώπινη ανάσα ανακατευόταν μ’ αυτήν της γλαδιόλας και του λεμονανθού κι ο αέρας γύρω μύριζε μια περίεργη ανθρωπίλα, που βυθιζόταν στη θάλασσα. Εκείνη την κατάπινε, τη μεταμόρφωνε και την ξαναέβγαζε με τα μεγάλα κύματα, που χτυπούσαν την προκυμαία του λιμανιού, λες κι ήθελαν να το καταπιούν. Ύστερα ξανά η νηνεμία, η προετοιμασία για τη μεγάλη θυσία της μυρωδιάς. Γιατί οι μυρωδιές ήταν τα εξιλαστήρια θύματα, η αναίμακτη προσφορά μιας επαναλαμβανόμενης προσπάθειας για να μην πάψει η διαρκής ροή. Θυσιάζονται στον βωμό της φύσης για να ανακυκλωθούν, όπως ακριβώς και οι ψυχές.

Στη μεγάλη περίοδο της νηστείας, όταν οι μυρωδιές μαζευόντουσαν στα φύλλα και στον άνεμο, για να τις καταπιεί αργότερα το πέλαγος, η ψυχή μου μπήκε στο σώμα μου που, προετοιμασμένο, την περίμενε στην κοιλιά της μάνας μου. Μπήκε με ορμή, για να βγει με πόνο. Έτσι γνώρισα το αίσθημα του πόνου που, σ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής στο σώμα μου, θα με συντρόφευε, πιστός κι αγαπημένος φίλος. Μαζί του προσδιόρισα όλα τα άλλα συναισθήματα, πάντοτε με κέντρο εκείνον. Η χαρά, η ευτυχία, η αδιαφορία βρίσκονταν στην περιφέρεια που σχημάτιζε το κορμί μου, πρόσκαιρες καταστάσεις που προέρχονταν από κείνον. Ο ζωοδότης πόνος, η αειφόρος δύναμη του παθήματος…

Η θυσία ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει, όταν η πρώτη μου κραυγή βγήκε συγχρόνως με το δυνατό φύσημα του ανέμου. Η περιπέτεια άρχιζε, απόλυτα συντονισμένη με το θεϊκό κάλεσμα της φύσης. Ήταν πλέον η δική μου μυρωδιά, που θυσιαζόταν στη ρευστότητα του πελάγους, στην αδιάκοπη ροή των μορίων που έφτιαχναν την απόλυτη ακινησία.

Οι κραυγές που ακολούθησαν στην πρώτη μου επαφή με τη γήινη σκληρότητα, με σημάδεψαν σ’ όλη μου τη ζωή. Ακόμα κι όταν δεν τις άκουγα, τις έφερνα μαζί μου, αυλάκια στο μυαλό μου, υπενθυμίσεις του πόνου, έτσι, για να μην ξεχνάω την απόλυτη διαφοροποίηση του εαυτού μου, αν βέβαια ήξερα να ορίσω αυτή τη λέξη. Αυτή που ονομάστηκε μάνα, με προικοδότησε με την αιώνια κατάληξη της θυσίας, την ώρα που, ανοίγοντας τα σπλάχνα της, φανέρωσε αυτό που είχα διαταχθεί να κάνω: να εμφανιστώ. Και εμφανίστηκα, όπως όλοι εμφανιζόμαστε σ’ αυτόν τον πλανήτη. Ζαρωμένη απομίμηση μιας μορφής που ελάχιστα θυμίζει τον πυρήνα, καθώς εκείνη μορφοποιείται, ενώ το κέντρο της παραμένει αόρατο. Ανάμεσα στις κραυγές της μάνας μου και το δικό μου κλάμα, που τώρα το παρακολουθούσα όπως θα μάθαινα να παρακολουθώ ολόκληρη την παραμονή μου εδώ, σαν τρίτος παρατηρητής, σαν αδιάψευστος και στυγνός συνεργός σε κάτι που ξεχνάω, αν έχω συνηγορήσει να πράξω, αλλά που τελικά πράττω, έφτασα.

Από τότε άκουγα πως η μάνα είναι το σημαντικότερο σημείο αναφοράς στον άνθρωπο. Το καταλαβαίνω, έτσι είναι. Είναι η πρώτη που με τις κραυγές της σε εξοικειώνει με τον πόνο, η πρώτη που φυγαδεύει το αίσθημα γαλήνης, για να σε εξημερώσει αργότερα μέσα σε μια ψευδοπραγματική ασφάλεια, που ονομάζεται μητρική αγάπη.

Η δική μου μάνα είναι όμορφη. Την ξαναβλέπω, κοπελίτσα γύρω στα είκοσι, με τα ξανθά της μαλλιά απλωμένα στην κεντητή άσπρη μαξιλαροθήκη, νοτισμένα από τον ιδρώτα, να κολλούν σ’ ένα πρόσωπο που οι συσπάσεις των ωδινών παραμορφώνουν, χωρίς όμως να είναι ικανές να σταματήσουν την ακτινοβολία των ματιών της. Μισόκλειστα, στυλώνονται σ’ ένα σημείο σταθερό μεταξύ ταβανιού και τοίχου και μοιάζουν να εκλιπαρούν την ελευθερία από τον ανεξέλεγκτο σπασμό, χαμηλά στη μήτρα. Το σεντόνι λερώνεται από αίμα, η μαμή αναδιπλώνεται και η τελική φάση έχει έρθει. Η ύστατη κραυγή απελπισίας σηματοδοτεί τη δική μου ένταξη σ’ ένα σώμα, στη σάρκα που, τυλιγμένη με τον ομφάλιο λώρο, θα είναι υπεύθυνη από δω και πέρα για τις δικές μου κραυγές, δυνατές ή σιγανές, δυστυχισμένες ή χαρούμενες. Και ο λώρος χρησιμοποιείται για σημάδι αναφοράς, όπως ακριβώς και τα χαρακτηριστικά του προσώπου και του κορμιού. Όσο για κείνα της ψυχής, ξεχνιούνται, γιατί δε διακρίνονται παρά μόνο μερικές φορές από τις λάμψεις των ματιών μου. Στις κοιλότητες αυτές σκορπίζονται σπάνια τα συναισθήματα, γίνονται θάλασσες και ξεχύνονται με κύματα δακρύων, σαν κι αυτά που ξεχύθηκαν από τα μάτια της μητέρας μου, όταν πια είχα ξεφύγει από το κορμί της. Το δικό μου κορμί, αυθύπαρκτο, άρχιζε το ταξίδι, φέρνοντας τη δική του μυρωδιά στη συμπαντική ρόδα της θυσίας…

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://web.facebook.com/profile.php?id=100011379642142&ref=br_rs

• Μάθετε περισσότερα και διαβάστε τις 20 πρώτες σελίδες του βιβλίου:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/algeinon.html

Leave A Response »


7 × = 28