Μια μικρή ιστορία για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές | Νατάσα Κυρκίνη-Κούτουλα

Άνεμος Magazine 26/12/2017 0

%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b9%cf%82-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5

Μετρούσε, όπως όλες της οι συμμαθήτριες, τις μέρες για τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Οι ώρες των μαθημάτων έμοιαζαν ασήκωτες. Εξάλλου, όλοι στην τάξη είχαν κάποιο εκνευρισμό. Όχι μόνο οι μαθητές, που έτσι κι αλλιώς περιμένουν πάντα εναγωνίως το κουδούνι του διαλείμματος αλλά και οι δάσκαλοι. Είχαν κι αυτοί κουραστεί και τους νευρίαζαν πιο εύκολα οι φωνές και οι αταξίες των μαθητών τους.
Ένα αγκάθι μόνο στην καρδιά της. Τα άλλα κορίτσια, οι φίλες της, προσδοκούσαν με έξαψη το ταξίδι στο χωριό, όπου τους περίμενε η στοργική αγκαλιά γιαγιάδων και παππούδων, ο άδολος ενθουσιασμός του σκύλου που γνώριζαν από μικρό κουταβάκι και που τώρα πια είχε γίνει ένα ολόκληρο θηρίο τρελαμένο να παίζει μαζί τους στην αυλή και στον δρόμο ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο των εορτών. Σιγά τον χειμώνα, άλλωστε. Εδώ, στη νότια Πελοπόννησο, δίπλα στην ήρεμη παραλία του Μεσσηνιακού ούτε χιόνι έπιανε ούτε χιονιάς φυσούσε. Μόνο οι βροχές σου θύμιζαν ότι ναι! Είναι πια χειμώνας.
Η Αγγελική σιγοτραγουδούσε το «Χιόνια στο καμπαναριό» και τα άλλα κλασικά τραγούδια των ημερών που εξυμνούν το λευκό χριστουγεννιάτικο τοπίο και μελαγχολούσε, επειδή όλα αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με όσα έβλεπε γύρω της. Προσπαθούσε να φανταστεί κλείνοντας τα μάτια της ότι έφτιαχνε κι αυτή έναν χιονάνθρωπο (καρότο πάντως για τη μύτη του υπήρχε στο ψυγείο τους) κι ότι συμμετείχε σε ξέφρενο χιονοπόλεμο με τα άλλα παιδιά.
Μερικές φίλες της θα πήγαιναν με τους δικούς τους στην Αθήνα. Λίγο πολύ είχαν συσσωρευτεί διάφορες εκκρεμότητες για επισκέψεις σε γιατρούς, για αγορές ειδών που δεν έβρισκες εύκολα στη μικρή επαρχιακή πόλη ή που δεν τα έβρισκες στην ποικιλία και στην τιμή που θα ήθελες. Μια φημισμένη θεατρική παράσταση μερικές φορές εισχωρούσε επίσης στο πρόγραμμα εκείνων που διέθεταν στο πείσμα της μονότονης επαρχιακής καθημερινότητας κάποια ευρύτερη καλλιέργεια.
Οι γονείς της Αγγελικής είχαν αυτή την καλλιέργεια αλλά τα οικονομικά δεν επαρκούσαν για τέτοιες εξορμήσεις. Δημόσιος υπάλληλος ο μπαμπάς, νοικοκυρά στο σπίτι η μαμά της, μακριά, πολύ μακριά από τους δικούς τους που ζούσαν κάπου στη βόρεια Ελλάδα, μιας και το Υπουργείο μετέθετε τους υπαλλήλους χωρίς να νοιάζεται και πολύ για τον ξεριζωμό τους από τα πάτρια εδάφη. Τέτοιες μέρες αντάλλασσαν μόνο χριστουγεννιάτικες κάρτες με τους θείους και τις θείες, οι παππούδες και η μία γιαγιά είχαν ήδη πεθάνει, η άλλη γιαγιά ήταν κατάκοιτη.
Υπήρχε όμως κι άλλο, μεγαλύτερο αγκάθι: Ο μπαμπάς, μανιώδης καπνιστής και ευσυνείδητος μέχρις εξόντωσης στη δουλειά του, είχε μια μικρή προειδοποίηση από την καρδιά που ο γιατρός τη συνέδεσε ευθέως με το κάπνισμα και του το απαγόρευσε ριζικά. Εκείνος υπάκουσε στην ιατρική εντολή, που αντιλαμβανόταν άλλωστε την ορθότητά της, αλλά η προσπάθειά του να κόψει με το μαχαίρι την κακή συνήθεια που κουβαλούσε από τα εφηβικά του ακόμη χρόνια, του έφερνε πολλά νεύρα και κακή διάθεση. Αρπαζόταν με το παραμικρό και στο σπίτι έτρεμαν τον θυμό του.
Παρόλα αυτά η προοπτική ενός δεκαπενθημέρου ξεκούρασης και ξεγνοιασιάς από το σχολείο και ιδίως από τα μαθηματικά, που η Αγγελική αντιπαθούσε από το βάθος της ψυχής της (αργότερα θα αντιλαμβανόταν ότι ο υπερβολικά αυστηρός και απόμακρος μαθηματικός τής ήταν αντιπαθής και όχι το μάθημα καθεαυτό), φάνταζε ελκυστική.
Αλλά τι ατυχία! Από την πρώτη κιόλας στιγμή της απελευθέρωσης, όταν με το τελευταίο κουδούνι του σχολάσματος την προπαραμονή των Χριστουγέννων, πριν ακόμη ακούσουν τις ευχές των εξίσου ανακουφισμένων δασκάλων τους, ξεχύθηκε μαζί με τα άλλα παιδιά στον δρόμο της επιστροφής, ένα γερό φτάρνισμα της θύμισε ότι το κρύωμα που για μέρες καταπίεζε μέσα στο κασκόλ και στα πλεκτά της γαντάκια (τα είχε πλέξει η κατάκοιτη γιαγιά όταν ακόμα ήταν καλά και το κορίτσι δεν τα αποχωριζόταν παρόλο που είχαν πια φθαρεί), ζητούσε κι αυτό την απελευθέρωσή του μέσα στον παιδικό οργανισμό, για να τον ταλαιπωρήσει τώρα που ήθελε κι εκείνος να χαρεί λίγο τις διακοπές.
Όταν έφτασε στο σπίτι, έτρεμαν τα πόδια της από το ρίγος. Το θερμόμετρο έδειξε πάνω από τριανταοκτώ και η μαμά της χωρίς δεύτερη κουβέντα την έβαλε στο κρεβάτι και φώναξε το γιατρό. Ήταν γερή πούντα, θα γινόταν καλά, αλλά θα έπρεπε να φυλαχτεί και να παίρνει τα φάρμακά της για πάνω από μια εβδομάδα. Με άλλα λόγια θα περνούσε τις γιορτές κρεβατωμένη. Όχι μόνο χωρίς χιονάνθρωπο και χιονοπόλεμο, όχι μόνο χωρίς εκδρομή στο χωριό του παππού ή στη μαγική πρωτεύουσα με τα λαμπρά φώτα αλλά και με την καταδίκη της σούπας και των άλλων «δυναμωτικών» πλην όμως απεχθών σ’ αυτήν φαγητών, που ονειρευόταν σουβλάκια και πατάτες τηγανητές.
Όταν ο μπαμπάς γύρισε στο σπίτι, εκείνη την ημέρα, ευτυχώς, για κάποιο λόγο φαινόταν χαρούμενος ή πάντως όχι θυμωμένος. Μια καλή κουβέντα από κάποιον επιθεωρητή στη δουλειά τον είχε κάνει να νιώσει δικαιωμένος για σκληρές προσπάθειες πολλών μηνών. Της είχε φέρει και ένα δώρο: Ένα βιβλίο, που του το είχε δώσει μια συνάδελφος, η οποία συμπαθούσε πολύ την Αγγελική, γιατί της θύμιζε τη δική της κορούλα, που τώρα πια σπούδαζε μακριά.
«Μικρές Κυρίες» της Λουίζας Μέι Άλκοττ. Ωραία έκδοση με σκληρό πολύχρωμο εξώφυλλο. Το πήρε με λαχτάρα. Από την πρώτη στιγμή οι τέσσερεις αδελφές Μαρτς, η Μεγκ, η Τζο, η Μπεθ και η Άμυ, μπήκαν στην καρδιά της και έγιναν οι φίλες της. Ακόμα και κάτω από τα σκεπάσματά της, όπου διάβαζε το βράδυ με τον μικρό της φακό, κρυφά για να μη τη μαλώσει η μαμά ότι θα ανεβεί κι άλλο ο πυρετός αν δεν κοιμηθεί, ώστε να ξεκουράσει το κεφάλι της.
Η ζωή των νέων της φιλενάδων δεν ήταν ανέφελη. Και το χειρότερο! Η γλυκιά Μπεθ χάνει τόσο θλιβερά τη ζωή της μέσα στο μυθιστόρημα, λες και ο αλτρουισμός είναι πράξη που τιμωρείται! Η Αγγελική έκλαψε πικρά. Αλλά η γνωριμία της και η αγάπη της για τις «Μικρές κυρίες» που σε μεγάλο βαθμό της θύμιζαν τον εαυτό της, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, της γέμισε την ψυχή με το πνεύμα των ημερών και τη βοήθησε να ξεπεράσει όχι μόνο το κρύωμα και την απογοήτευση αλλά κάθε μελαγχολική σκέψη!
Όταν τα σχολεία άνοιξαν και πάλι, τα άλλα κορίτσια διηγούνταν με ενθουσιασμό πού είχαν πάει και τι είχαν δει. Η Αγγελική δεν είχε να διηγηθεί τέτοιες εμπειρίες. Είχε όμως αποκτήσει νέες, πιστές φίλες και, κυρίως, είχε ανακαλύψει ένα σπουδαίο και ανεξάντλητο κόσμο. Τον κόσμο της Λογοτεχνίας.

• Επικοινωνήστε με τη σύγγραφεα:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100007894847460&ref=br_rs

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/natasa-kirkini.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kilika.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *