Τρικυμία | Γιάννης Μανίκας

Άνεμος Magazine 11/12/2017 0

%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%b1-1

Ένα σύννεφο ράβει το ταξίδι. Κι όμως τα σχέδιά σου ζέχνουν στασιμότητα. Η αναβολή ξέρει πως να πιει την κάθε σταγόνα της ζωής. Αθόρυβα. Τακτικά. Με σύνεση δολοφόνου. Κι εσύ πάντα να φοβάσαι. Πάντα έτσι να σε θυμάμαι. Να σπαρταράει μέσα σου η ζωή κι εσύ να τρέμεις μήπως βγει από κει μέσα ζωντανή. Κοιτάς το θλιμμένο παιδάκι στην γωνία. Οι φύσεις σας μοιάζουν τόσο ξένες μεταξύ τους. Κι όμως διαβάζετε το γαλάζιο με τον ίδιο τρόπο. Κι αυτό μου λέει πολλά για το πώς ήσουν κάποτε.

Άναψαν τα κρυφά σου φώτα. Κάτω από τα λιμνάζοντα νερά βρίσκουν μία ανθισμένη αμυγδαλιά. “Δεν είναι η εποχή της”, έτσι λες. Έτσι συνήθησες να λες. Χωρίς ποτέ να καταλαβαίνεις το γιατί. Χωρίς ποτέ να το ψάξεις. Ο ουρανός είναι στριμωγμένος και οι θλίψεις έπαψαν να έχουν πια συγκεκριμένη μορφή. Σκλήρυναν. Ο πυρετός έχει ανέβει ως τα μάτια σου. Καίει το λευκό σου και τα αποκαΐδια βαπτίζονται στα νερά της οφθαλμαπάτης. Τα βήματα δεν έχουν πια κατεύθυνση. Ούτε προορισμό. Κάπου χάθηκες στην μετάφραση. Αρρώστια της εποχής μας. Είναι ίσως γιατί ακούς διαρκώς κάτι να έρχεται από μέσα σου. Κάτι θολό. Όπως τα πρόσωπα. Κάτι τυφλό. Όπως η υπερβολή στο φως.

Γύρνα λίγο στο φως. Κάτι έχεις στο λαιμό σου Λέξεις. Λέξεις καινούργιες. Πρόσεχε. Είναι επικίνδυνες. Το πουκάμισό σου αστράφτει απόψε. Φτιάξε μόνο λίγο το μαντήλι που έχεις στο τσεπάκι. Εξέχει το κουτί με τα παραισθησιογόνα. Θα σε κυνηγήσουν. Έφτασες ως εδώ. Η νύχτα όμως αργεί ακόμη. Πού θα κρυφτείς ως τότε; Ξέρω, οι πόρτες έχουν καλή ηχομόνωση. Οι φίλοι δεν σε ακούνε πια.

Απλώνεις το χέρι και γίνεται χρόνος. Μα να θυμάσαι. Η ομορφιά είναι ανωτέρα όλων. Παντοτινά αιματηρή η γέννηση του χαμόγελου.

Οι τύχες μας είναι παιγμένες στα χαρτιά. Και τα αρώματα δανεικά. Μοίρασε. Πώς θα κινήσεις για άλλους τόπους δίχως λουλούδι στο στόμα; Μία παρέα μίζερων αντρών συζητούσαν για το σκοπό της ζωής. Ευτυχώς εσύ, έμαθες από μικρή ηλικία πως τίποτα στον κόσμο δεν έχει προέλευση. Πες μου, πώς έχουμε το ίδιο δικαίωμα στην ζωή, όταν δεν το έχουμε στο θάνατο… Η αγωνία ρεμβάζει στο παράθυρό μου. Ό,τι αγγίζει εκείνη γίνεται φυλακή.

Τρικυμία. Ήρθε η ώρα να φτιάξουμε για μία τελευταία φορά χάρτινα καϊκάκια. Τρικυμία. Πνιγμένα κορμιά. Τρικυμία. Σταυρωμένες ψυχές. Τα μάτια της με κυκλώνουν ακόμη. Το ταξίδι; Πέντε λεπτά καθυστέρηση.

• Επικοινωνήστε με τον δημιουργό:
https://www.facebook.com/john.manikas?ref=br_rs

• Δείτε άλλο ένα δείγμα γραφής του:
http://anemosmagazine.gr/2017/poiisi/panselhnos-manikas/

Leave A Response »


+ 9 = 11