Το σκοινί κι ο γκρεμός | Γιάννης Φιλιππίδης

Άνεμος Magazine 08/11/2017 0

%cf%84%ce%bf-%cf%83%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%ce%b9-%ce%ba%ce%b9-%ce%bf-%ce%b3%ce%ba%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%bf%cf%83

Ένα όνειρο… Ένα όνειρο, λίγο πριν ξημερώσει. Θυμάμαι, άνοιξα τα μάτια πρώτα κι είδα τα παραθυρόφυλλα να φέγγουν, το πρώτο εκείνο φως της καινούργιας μέρας. Ένα αχνό φως, που προδιαθέτει για λίγο γλυκό ύπνο ακόμα. Και φέρνει μια γρήγορη σκέψη: πως μια τελευταία προσπάθεια δε θα σου κάνει κακό, την ώρα που τα χαλαρωμένα μέλη, δέχονται απρόσκοπτα την επιθυμία χωρίς να αντιδρούν.

Έκλεισα ξανά τα μάτια, περισσότερο από ένστικτο παρά κρίση και δευτερόλεπτα αργότερα –πόσο στ’ αλήθεια αργότερα;- έφεραν εμένα σ’ ένα κάδρο σχεδόν σινεμασκόπ, όχι εμένα σα μορφή, αλλά ό,τι έβλεπαν τα μάτια μου, λες κι ήμουν εγώ, μια κάμερα που έτρεχε μέσα της το φρέσκο φιλμ, να καταγράφει αδιάκοπα, όχι μόνο εικόνες, αλλά ανάσες, αισθήσεις, επιθυμίες, και μια απρόοπτη απόγνωση που από στιγμή σε στιγμή μεγάλωνε…

Κι εγώ, ο Γιάννης πάλι, που αντιπαλεύει –φύσει και θέσει- τις επιθυμίες των extreme sports, επειδή αγαπάει και τιμάει βαθιά την εύθραυστη ανθρώπινη ζωή, βρέθηκα κρεμασμένος μ’ ένα –μ’ ένα μονάχα– χοντρό σκοινί σ’ ένα κοίλο ατσάλινο βράχο, που οι κοφτερές άκρες του, έλαμπαν απειλητικές σ’ ένα μόλις γενόμενο φως χαραυγής.

Δεν πρόλαβα, δεν είχα χρόνο να δεχτώ το παράξενο τής στιγμής, αντιλήφθηκα μονάχα, πως ήμουν κρεμασμένος στο κενό απ’ αυτό το χοντρό δυνατό σκοινί και στο κορμί τ’ αγαπημένο μου τζιν κι ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, καμιά εξάρτηση ορειβάτη, μόνο τα αθλητικά ολόμαυρα παπούτσια μου, που εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι θα με βοηθήσουν ν’ ανέβω: αυτά, το σκοινί και τα μπράτσα μου, που δεν αντιλαμβανόμουν αν είχαν την παραμικρή δύναμη για μια τέτοια συγκυρία, αλλά δεν είχα χρόνο για σκέψεις, το ένστικτο, μου υπαγόρευε να ξεχάσω τη μετέωρη θέση μου στο κενό, που έκανε τον κρύο βοριά να με μετακινεί πότε από δω, πότε από κει σαν ελαφρύ κομμάτι γραμμένου χαρτιού, που κάποτε έγραψα κι ύστερα πέταξα από το παράθυρο. Τώρα το βάρος του χαρτιού ήμουν εγώ, κι ο άνεμος, θαρρείς η τύψη μου για ένα κείμενο, που δε θεώρησα ικανό να δημοσιεύσω πουθενά.

Κι είχα μέσα μου μια δυνατή αίσθηση, μια σκέψη, μια μνήμη: ήμουν πολύ ψηλά για να κοιτάξω κάτω, αν το ‘κανα, ο ίλιγγος ίσως να ’φερνε στο κορμί μου κύκλους κύκλους ώσπου να πέσω, γιατί το σκοινί το κράταγα με τα χέρια μου. Μόνο με τα χέρια μου.

Και ψηλότερα, στην κορυφή, έλεγε τ’ όνειρο, θα ’χε χορτάρι, νερό και φρέσκια λιακάδα, αλλά τίποτ’ απ’ αυτά δεν έβλεπα, μόνο τα φανταζόμουν, σα σκέψη φυτεμένη στα κύτταρα από τη γέννησή μου, από πάντα.

Και προσπάθησα ν’ ανέβω λίγο ακόμα ώσπου να φτάσω την άκρη του βράχου, να πατήσω με ασφάλεια, να πάψω να ’μαι μετέωρος, αλλά οι παλάμες μου, πιο δυνατές τώρα, το ’νιωθα, κατάφεραν να με σηκώσουν λίγα μόνο εκατοστά, ήμουν κι ένιωθα βαρύς για μια τέτοια απέλπιδα προσπάθεια και το δέρμα στα χέρια μου, έτσουζε θαρρείς, δεχόταν το βιασμό του βάρους, ολόκληρου του σωματικού μου βάρους.

Και τότε μια σκέψη φώτισε απότομα το νου μου: το σκοινί λέει που κρατούσα, το ’χαν πλέξει οι αγαπημένοι μου, νύχτες που εγώ έλειπα, σκόπιμη κι αυτή τους η πράξη μέσα στ’ όνειρο, να ’χω κάπου να κρατηθώ σε μια τέτοια ακατανόητα δύσκολη στιγμή. Κι αυτό μ’ έκανε να χαμογελάσω ξαφνικά, λαχανιασμένο χαμόγελο ανθρώπου με ανάσα αγριμιού που προσπαθεί να αμυνθεί και να συνεχίσει να υπάρχει, αλλά φωτεινό, φωτεινό από τα υπομονετικά τους νυχτέρια, λαμπερό από το πάνω τέρμα που περίμενε τη δύναμή μου ν’ αποδώσει για να το χαρώ, να τα καταφέρει, να μην αφήσει το σκοινί και φύγω βολίδα στα Τάρταρα, που δεν τολμούσα στιγμή να γείρω τα μάτια να μετρήσω…

Και τότε η δύναμη του μισοκοιμισμένου μου μυαλού –το αισθανόμουν εφιαλτικά νωθρό μέσα στο όνειρο- έδωσε νέα ώθηση στα μπράτσα, μια δύναμη απρόοπτα μοναδική, κι άρπαξα το σκοινί, μια φορά, δυο και τρεις και τέσσερις –κι ούτε ξέρω να μετρήσω πόσες– μόνο ο ιδρώτας από τους κροτάφους έτρεχε ποτάμι, τα ρούχα μου είχανε μουσκέψει από την αγωνία, το φόβο και την προσπάθεια, αλλά δε με γαργαλούσαν όσο εκείνες οι καυτές ύπουλες σταγόνες στο πρόσωπο, κι άλλη μια δύναμη και δυο και τρεις και τέσσερις, ώσπου ένιωσα λιγότερο μετέωρος κι η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει –στο όνειρο– αλλά κόντεψε πια το πρόσωπο στις μύτες του πιο ψηλού βράχου…

Και τότε, λες μαγικά, τα πόδια μου στηρίχτηκαν κάπου –άγνωστο πού ακριβώς– και τόλμησα ν’ αφήσω με το ’να χέρι το σκοινί και τ’ άλλο, το δεξί, να αρπάξω δυναμικά το βράχο, που φαινόταν σωτήριος και φονιάς μαζί, όλα παίζανε ακόμα, και το σκοινί έπεσε μόνο του κάτω, τόσο πολύ κάτω, που ούτε ήχος δεν ακούστηκε, σ’ αυτή την πρωινή νεκρική ησυχία, ούτε άνεμος, λες κι είχε σιγήσει για να μου αποδείξει το αχανές υψόμετρο και τότε…

Με μια τελευταία δύναμη, αυτή που μου απέμενε, άρπαξα τις κοφτερές πέτρες, αγκαλιάζοντας τες με όλο μου το κορμί και με τις άκρες τους αυτές σκίζανε ρούχα και δέρμα, αλλά δε μ’ ένοιαζε, δεν πονούσα –πονάει κανείς στα όνειρα, εγώ δεν πονούσα– έκανα μια δρασκελιά, μια μονάχα δρασκελιά, και ξαπλώθηκα σ’ ένα υγρό και καταπράσινο χορτάρι, που άλλο τέτοιο δεν είχα ξαναδεί, κι έριξα μια ματιά στον ουρανό ανάσκελα, χωρίς ανάσα πια, μόνο το σφυγμό μου άκουγα τρελό, απομένοντας ακίνητα αποκαμωμένος και κάτι φωνές ακούστηκαν, μακρινές στην αρχή….

Και γύρισα και είδα όλους εσάς, σ’ έναν κύκλο, να κρατιόσαστε χέρι χέρι, να περιμένετε υπομονετικά να συνέλθω σιγοτραγουδώντας ένα όμορφο τραγούδι που δε θυμάμαι πια –τι κρίμα– όλοι χαμογελώντας, όλοι χαρούμενοι που έφτασα, βεβαιωμένοι ότι θα τα κατάφερνα τελικά. Ένα χέρι συντροφικό έφερε ένα πακέτο τσιγάρα κλειστό, το έλυσε από τη ζελατίνα του ένα άλλο έτρεξε κι άρπαξε το πρώτο, ύστερα οι άλλοι ένας ένας… κι ανάψαμε από ένα, το δικό μου τ’ άναψες εσύ που ξέρεις, και τι παράξενο, ένας ζεστός ήλιος μ’ έκαψε με τις δειλές ακτίνες του.

Κι ήμουνα τόσο μα τόσο πολύ χαρούμενος, κι ας ξύπνησα μέσα στο βίαιο ιδρώτα που ’χε ποτίσει ακόμα και το στρώμα, λαχανιασμένος στ’ αλήθεια ακόμα…

Κι άναψα ένα τσιγάρο, αληθινό αυτή τη φορά, κι ήπια δυο γουλιές νερό, και το τσιγάρο, ήταν το ίδιο αληθινό, μ’ αυτό που μου προσφέρατε αναμμένο.

Κι ένιωσα μέσα μου να με πλημμυρίζει ένα ολάκερο “ευχαριστώ”, για το σκοινί που μου φτιάξατε, για τον εφιάλτη στον οποίο με συντροφέψατε. Ως το τέλος του…

Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki
https://web.facebook.com/yannis.filippidis.profil1?_rdc=1&_rdr

Σχετικοί σύνδεσμοι:
https://yannis-filippidis.blogspot.gr/
https://twitter.com/yanisfilippidis
https://vimeo.com/user5491628

https://plus.google.com/Γιάννης Φιλιππίδης

Leave A Response »


3 + 4 =