«Η ουτοπία του Πάντα», Λεμονιά Μουλά

Άνεμος Magazine 06/10/2017 0

%ce%b7-%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%bf%cf%80%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1

Ένιωθε τα πόδια της να καίνε, καθώς περπατούσε πάνω στην καυτή άμμο. Από πάνω της, ο ήλιος ανελέητος. Πού πήγαινε; Γιατί είχε τα μάτια της κλειστά; Έφταιγε το σκληρό φως;
Έπρεπε να τα ανοίξει. Όταν τα κατάφερε, η έρημος είχε εξαφανιστεί και αυτή, ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Έκαιγε ολόκληρη. Θα ‘πρεπε μάλλον να είχε πυρετό. Σήκωσε το κεφάλι της με δυσκολία. Το φως από τον υπολογιστή, της θύμισε πως συνομιλούσε με κάποιον.
Ήταν ο Άγης, μιλούσαν σχεδόν κάθε βράδυ μετά το γεγονός, ήταν φίλος αστροφυσικός. Πρέπει να συζητούσαν κάτι για τον χρόνο… που τελειώνει, καμιά φορά πολύ νωρίς…
Σηκώθηκε με δυσκολία, βόλεψε τα μαξιλάρια και ξαναδιάβασε ο μήνυμα. Της μιλούσε για την κυκλικότητα του χρόνου όπως την εξέφραζαν οι θρησκείες. «Θα γυρίζουμε πάντα», της έλεγε. «Πάντα», μόνο παρηγοριά αυτή η λέξη και ο χρόνος γραμμικός, κυκλικός, δεν την ένοιαζε, ούτε την παρηγορούσε. Ο χρόνος που ποτέ δεν ήταν αρκετός. Ο χρόνος που πάντα κυλάει σαν νερό, με ένα παρόν εικονικό, που είτε είναι ήδη παρελθόν ή είναι ακόμα μέλλον. Σαν ένα ποτάμι που ρέει και μας παρασύρει.… και πως να αντισταθούμε; Πώς να αντισταθεί; Από ποιο σταθερό σημείο να πιαστεί, να μπορέσει να αντισταθεί στο ρεύμα; Να σταματήσει να προχωρά, να αλλάζει. Να μπορέσει να μείνει εκεί για πάντα, στο τελευταίο φιλί, στην τελευταία αγκαλιά, στο βλέμμα του λίγο πριν…
Να αντισταθεί, να γυρίσει το ρεύμα πίσω, εκεί που αυτός την αγαπούσε ακόμα, που της έλεγε λόγια τρυφερά και την έσφιγγε πάνω του, όταν έκαναν έρωτα. «Θα είσαι για πάντα το μωρό μου», έτσι της έλεγε, «για πάντα». Και όμως, ο χρόνος συνεχίζει να τρέχει ορμητικά, μακριά από το σημείο, που η δική της ζωή σταμάτησε. Αυτή όμως κάνει ό,τι μπορεί. Οι φωτογραφίες του, παντού μέσα στο σπίτι. Κάθε Κυριακή μεσημέρι φτιάχνει κοκκινιστό με πουρέ. Τις Τρίτες πάει σινεμά. Το κεφάλι της, άρχισε να βουίζει. Της ερχόταν να κάνει εμετό. Σηκώθηκε, με δυσκολία έφτασε στο μπάνιο. Άνοιξε βιαστικά την κολόνια του και τη μύρισε με λαχτάρα. Τον ένιωθε πάλι δίπλα της. Το χέρι του γύρω από τους ώμους της, όπως τότε που, του είχε κάνει δώρο το τηλεσκόπιο και της μάθαινε τους αστερισμούς.
Έριξε μια ζακέτα στην πλάτη της και βγήκε στο μπαλκόνι. Η νύχτα, σκοτεινή πάνω από την πόλη και ο ουρανός καθαρός ,να λαμπυρίζει από τα χιλιάδες άστρα. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε για λίγο, άσκοπα στην αρχή, μετά προσπαθώντας να βρει τον αστερισμό της μεγάλης Άρκτου. Την έπιασαν τα κλάματα. Τι νόημα είχαν όλα αυτά χωρίς εκείνον; Να είχε γίνει και αυτός ένα άστρο και να έλαμπε εκεί ψηλά ανάμεσα στα άλλα αστέρια; Γέλασε με τη χαζή σκέψη της. Έπρεπε να γυρίσει στο κρεβάτι της, ένιωθε τον πυρετό να ανεβαίνει.
Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια της. «Είναι άδικο, άδικο», μονολόγησε κλαψουρίζοντας «μου είχε πει για πάντα». Ο ύπνος ήρθε λυτρωτικός. Πώς βρέθηκε αυτό το ποτάμι μπροστά της; Τα νερά του κυλούσαν ορμητικά. Ένιωσε μια έντονη παρόρμηση να μπαίνει μέσα της. Έβγαλε τα παπούτσια της και βούτηξε τα πόδια της στο νερό, που ήταν παράξενα ζεστό και οικείο. Άρχισε να βαδίζει αντίθετα, κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στο χρόνο. Μέσα της μια φωνή την προέτρεπε «στις πηγές, εκεί πρέπει να πας». Το νερό όσο προχωρούσε άλλαζε χρώμα, γινόταν όλο και πιο κόκκινο. Τώρα βάδιζε με δυσκολία, κάποια στιγμή απελπίστηκε, ήθελε να γυρίσει πίσω, είχε κουραστεί. Και τότε τον είδε, όμορφο να στέκεται στην άκρη, με τα πόδια του μέσα στο ποτάμι. Με όση δύναμη της είχε απομείνει, έτρεξε κοντά του. Τον αγκάλιασε με τόση ένταση και ορμή, που παραλίγο να πέσουν και οι δύο μέσα στο κατακόκκινο νερό.
« Τι κάνεις εδώ;», τη ρώτησε. «Η θέση σου είναι κάτω, εκεί που πάει το ρεύμα του ποταμού. Εσύ πας αντίθετα.
«Μου είχες πει για πάντα…». Τα μάτια της γεμάτα δάκρυα, τον κοιτούσαν ικετευτικά. Εκείνος γέλασε.
«Για πάντα…» ανθρώπινες λέξεις και ο χρόνος τόσο σχετικός. Κοίτα το ποτάμι, την πήρε από το χέρι, «δες, κυλά χωρίς να ο νοιάζει». Μπορεί, κάπου-κάπου, βράχια και κορμοί να προσπαθούν να ανακόψουν την πορεία του, μα εκείνο τα προσπερνά και συνεχίζει. Αφήσου στο ποτάμι, αφήσου στη ροή των πραγμάτων και του χρόνου. Κύλα μαζί του και όλα θα πάνε καλά.
Τη φίλησε απαλά και την έσπρωξε τρυφερά μακριά του.
«Και να θυμάσαι», της φώναξε, «ποτέ μην πεις “για πάντα”».

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/lemon.moula?ref=br_rs
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kseni.html

Leave A Response »


− 2 = 0