Όνειρα στο ταβάνι | Τζίνα Ψάρρη

Άνεμος Magazine 07/12/2017 0

%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%84%cf%85%cf%80%ce%bf

Έγραφε ασταμάτητα μικρές ιστορίες, τεσσάρων – πέντε σελίδων το πολύ. Όλη νύχτα, χωρίς ανάσα, είχε ξεπεράσει τις δέκα. Μόνο στην τελευταία άρχισε να αισθάνεται το κορμί του κάπως σαν να μουδιάζει, να υποκύπτει στον πειρασμό της υπνηλίας. Άφησε κάτω το μολύβι κι αφέθηκε σε θολές σκέψεις αόριστης συνέχειας. Αν είχε ένα τσιγάρο, τότε θα ήταν ευκολότερα τα πράγματα, μα τέλειωσαν κι αυτά. Ξεκινά μια ακόμα φράση με νευρικά γράμματα, όλο και πιο τολμηρά. Μεγάλες ερωτικές αλληγορίες για γεγονότα που κατέβαιναν από το μυαλό του όλο και πιο τσιγκούνικα. Λες και δεν έζησε ποτέ του την έκσταση του έρωτα, τη δόνηση, τις άνευ όρων μάχες της σάρκας που διψάει διεγερμένη.

Σταματά να γράφει και ψάχνει για όνειρα καρφωμένα στο ταβάνι. Βρίσκεται σε μια αίθουσα και διαβάζει τις ιστορίες του με φωνή ενθουσιώδη, σ’ ένα κοινό που τον ακούει με σιωπηλό σεβασμό. Διανθίζει την ανάγνωση με εμπνεύσεις της τελευταίας στιγμής, μια δόση χιούμορ εδώ, η απαραίτητη αλλαγή μιας λέξης εκεί, ανεβοκατέβασμα του λυρισμού όπου χρειάζεται. Τελειώνει. Τον χειροκροτούν όρθιοι και τον αγκαλιάζουν. Κάποιος φωνάζει: «Θόδωρε, είσαι πραγματικός ποιητής!» Είναι αρκετό τούτο το όνειρο για σήμερα, κοντεύει να ξημερώσει κι η κούραση του χαμογελά, υπαγορεύοντας μικρές στάλες ύπνου, δεν έχει ανάγκη και περισσότερες, αρκούν για ν’ αντιμετωπίσει μια ακόμα μέρα. Η ταβανοσκόπηση που η μάνα του απεχθανόταν είναι η απαραίτητη καθημερινή του ηδονή πλέον. Και αφήνεται φανερά, αφού κανένας δεν υπάρχει πια στο σπίτι να τον κατηγορήσει για αλλοπαρμένες ονειροπολήσεις.

Είναι Κυριακή απόγευμα στα μέσα του Μάη. Καθισμένος στο παγκάκι, κοιτάζει τα ζευγάρια που βολτάρουν αγκαλιασμένα στο πάρκο. Την αποδέχτηκε την αλήθεια του, η έμπνευση θα ξεπηδήσει μέσα από την παρατήρηση, έτσι ξεκινά η καριέρα του διηγηματογράφου, είναι βέβαιος. Κι είναι εύκολο να βρει αυτό που θέλει να πει, όχι όμως και ο τρόπος να το πει χωρίς να γίνεται χυδαίος. Για μια στιγμή μονάχα αναρωτιέται ποιος να ‘ναι άραγε ο λόγος που λάγνα αποδεικνύονται τα εσώψυχά του, όσα τουλάχιστον θέλει ν’ αποτυπώσει στο χαρτί. Κι ύστερα, η αυταπόδεικτη απάντηση του Εμπειρίκου τον ικανοποιεί ως εκεί που μοιάζει να του είναι αρκετό. «Δεν ακολουθώ τα χνάρια του, έτσι πλαστήκαμε, να μοιάζουμε», μονολογεί λάμποντας από περηφάνια.

Κλείνει τα μάτια. Φέρνει στο νου το πρόσωπο της Μαρίτσας και το κορμί του πλημμυρίζει και πάλι από την ίδια αγωνία. Όπως τότε, που περίμενε ν’ απολυθεί από τον στρατό για να της φανερώσει τον έρωτά του. Αν δεν είχε ακούσει τη μάνα του, αν δεν τον είχε πείσει πως αυτή η κοπέλα ήταν από κακή οικογένεια, ίσως τώρα αυτός να μην ήταν ένας παντέρημος μεσόκοπος κι αυτή να μην είχε καταντήσει μια κακογερασμένη και μπογιατισμένη κοκότα φορτωμένη στολίδια.

Θυμάται το χλωμό πρόσωπο της μάνας του, το κυνικό της χαμόγελο και την μίσησε. Τώρα που είναι από χρόνια πεθαμένη δεν την συγχωρεί. Όσο ζούσε, υποταγμένος στην θέλησή της ανάσαινε, χωρίς να εξεγείρεται. Αλλάζει την εικόνα με άλλο πρόσωπο, το αγαπημένο της Μαρίτσας, το αφράτο, με τα χειλάκια πετροκέρασα. Ο ανοιξιάτικος ήλιος ζεσταίνει ακόμα περισσότερο τα αναψοκοκκινισμένα του μάγουλα. Σφίγγει τα μάτια από φόβο μη διαλυθεί η εικόνα, μη χαθεί η μοναδική της ζωής του μαγεία. Μ’ αυτήν έζησε κοντά σαράντα χρόνια, κάθε βράδυ την κοίμιζε στο προσκεφάλι του κι άλλη γυναίκα δεν θέλησε ποτέ να φέρει στο κρεβάτι του. Αφού δεν μπορούσε να έχει την Μαρίτσα χωρίς να τον γονατίσει ο θάνατος της μάνας του -γιατί του το είχε πει, θα πέθαινε αν την έπαιρνε- καμιά δεν θα αποζητούσε το κορμί του, ποτέ.

Η πλάτη του τον πονάει, άβολο ν’ ακουμπάς στο ξύλο, ειδικά τα γερασμένα κόκαλα. Η δυσφορία διαλύει το πρόσωπό της που χάνεται μέσα σ’ ένα νεφέλωμα κι εξαφανίζει μαζί και την αγανάκτηση της νοσταλγίας που πλημμύριζε την καρδιά του πριν λίγο. Ψάχνει τις τσέπες για τσιγάρο, άδειες τις βρίσκει. Βλαστημάει, οι μυς του πάλλονται νευρικά κάτω από την επιδερμίδα. Μ’ έναν κάπως συγκεχυμένο τρόπο, σκέφτεται πως κάποιος σκόπιμα έχει εγκαταστήσει μια κόλαση στο κορμί του, κι ύστερα μονολογεί: «Είμαι ανόητος. Η κόλαση, είμαι εγώ».

Γιατί μόνος του δέχτηκε να αναλάβει το μικρό μαγαζάκι στη γωνία. Είδη κιγκαλερίας, βίδες, πόμολα, όλα για το τζάκι. Τα πουλούσε μια ζωή ολάκερη ο πατέρας του, αυτή τη στρωμένη δουλίτσα παρέλαβε και την συνέχισε οικιοθελώς. Μαζί με την φροντίδα της κατάκοιτης μάνας. Αυτός κόρη και νοσοκόμα και μαγείρισσα και παραδουλεύτρα. Τώρα που πέρασε τα εξήντα, δεν υπάρχει χρόνος για ν’ αλλάξει το παραμικρό. Αδέλφια, ξαδέλφια δεν έχει, φίλους δεν πρόφτασε ποτέ να κάνει, δεν πρόκειται τώρα να αποκτήσει. Ποτέ δεν είναι αργά ν’ ακολουθήσει την ανάγκη της γραφής όμως, έχει ακόμα χρόνο ν’ αφιερωθεί στην μικρή φόρμα του διηγήματος που λατρεύει. Κι ίσως, αργότερα να καταφέρει να επεκταθεί και σε καμιά νουβέλα, ποιος ξέρει τι τον περιμένει στη γωνία εκτός από το μικρό του μαγαζάκι; Η ζωή είναι απρόβλεπτη, κρύβει χαρές σε κάτι ξεχασμένες γωνίες και τις φανερώνει εκεί που δεν το περιμένεις, έτσι δεν έλεγε η μάνα;

Δυο μέρες μετά, τον βρήκε η σπιτονοικοκυρά του, αγκαλιά με τις σελίδες του, χαμογελαστό και γαλήνιο, με μια έκφραση σαν κάτι να περίμενε. Τον έψαξε, όχι από ενδιαφέρον τόσο, όσο από απορία, αφού το μαγαζάκι του ήταν ανοιχτό βρέξει-χιονίσει. Οι καθημερινές καλημέρες της γειτονιάς, το πρωτόκολλο που διασαλεύτηκε, ενοχλητικό πετραδάκι στο παπούτσι. Ίσως και ένας κόκκος ανθρωπιάς να χόρεψε κάπου στο σκοτεινό δωμάτιο, ποιος ξέρει;

Άλλοι είπαν ανακοπή, άλλοι πως η μοναξιά του κουράστηκε να ζει. Έξω από τα σφαλιστά του παράθυρα, ο αέρας ήταν ξέχειλος από ανοιξιάτικα γέλια. Έτσι γίνεται πάντα, η ζωή περπατάει στις λεωφόρους, σκαρφαλώνει σε βουνά και κολυμπάει σε καθάριες θάλασσες. Με δάκρυ και χαμόγελο η πορεία, κι όνειρα να στάζουν από το ταβάνι.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100010950121205&ref=br_rs

Leave A Response »


− 4 = 4