Ο κυρ Παράσχος | Βάσω Ζαφειροπούλου

Άνεμος Magazine 03/12/2017 0

%ce%bf-%ce%ba%cf%85%cf%81-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%83%cf%87%ce%bf%cf%83

Άσχημο πρωινό το σημερινό. Βαριά μαύρα σύννεφα, ψιλοβρόχι, μουντάδα, μαύρη καρδιά. Ο κυρ Παράσχος έβαλε τα δυνατά του. Έπρεπε να κουνήσει το σακατεμένο του πόδι. Έχωσε τα δυο του χέρια κάτω απ’ τα σκεπάσματα, έπιασε το κομμένο πόδι ψηλά απ’ το μηρό, σφίχτηκε ολόκληρος για να προλάβει τον αιχμηρό πόνο, κράτησε την ανάσα του, έσφιξε τα δόντια του -παρόλα τα εβδομήντα εννιά του χρόνια τα ’χε όλα δικά του-, έκλεισε σφιχτά τα βλέφαρά του και με προσοχή το μετακίνησε λιγάκι πιο δεξιά, ώστε ν’ ακολουθήσει και να ευθυγραμμιστεί με το υπόλοιπο κορμί του. Ο οξύς πόνος του τρύπησε την καρδιά, μα για λίγο. Μόλις το ακρωτηριασμένο πόδι βρήκε τη θέση του, ο πόνος άπλωσε γλυκά σ’ όλο το κορμί και μετά ατόνησε. Ο κυρ Παράσχος είχε γυρίσει στο δεξί πλευρό. Ξεσφίχτηκε, ανάσανε, χαλάρωσε. Δεν έπρεπε να ξεχαστεί και να κάνει απότομη κίνηση, ούτε να κυλήσει το κορμί του προς τα πίσω. Ο πόνος θα τον έσφαζε! Έσιαξε όπως μπόρεσε τα σκεπάσματα πίσω απ’ την πλάτη του και στύλωσε τη ματιά του στο φίκο που ψήλωνε δίπλα στη πόρτα. Πότε κιόλας ήταν τοσοδούλης και πότε… Σε λιγάκι, όλο το δωμάτιο θα του ανήκει.

Σε λίγο καιρό, πόσο, άραγε; Για το φίκο ο χρόνος ήταν πάνω κάτω προσδιορισμένος, για τον ίδιον όμως; Μάλλον εξακολουθούσε να ζει ξεγελώντας το θάνατο! Στην κυριολεξία, δηλαδή. Από νέος του άρεσε αυτό το παιχνίδι: να διακωμωδεί την όλη κατάσταση μπροστά σε φίλους και συγγενείς, στο νησί και ν’ απολαμβάνει την έκφραση και τις γκριμάτσες τρόμου που έβλεπε στα πρόσωπά τους. Και με το πες πες το ’χε πιστέψει κι ο ίδιος. Θα του την έφερνε, κάποτε, έτσι κι αλλιώς. Δεν τον ονομάτιζε, βέβαια, ποτέ, μα τα ευκόλως εννοούμενα… Και μπορούμε να ισχυριστούμε πως καλά τα κατάφερε, μέχρι πριν τρία χρόνια. Έφυγε απ’ το νησί, ήρθε στη πρωτεύουσα, έκανε δουλειές του ποδαριού -αγαπητός και τίμιος ήταν πάντα- ξαναγύρισε στον τόπο του, παντρεύτηκε το εικοσιπεντάχρονο Μαράκι του -πέντε χρόνια μεγαλύτερή του- παιδικό του έρωτα, την έφερε στην Αθήνα, της έστησε νοικοκυριό -εν τάξει, φτωχικό, φτωχικότατο, τι πα να πει; Όταν μιλάει ο έρωτας… Της έφτιαξε και μισή ντουζίνα κουτσούβελα, κι άσ’ τηνε να βολοδέρνει· όχι να πάρουνε τα μυαλά της αέρα! Αυτό θα πει αντρική εξήγηση. Είχανε πιάσει τόπο οι συμβουλές των γερόντων.

Το καταραμένο ζάχαρο ήρθε να τον χτυπήσει πάνω που η οικογένεια είχε τακτοποιηθεί. Τα παιδιά είχανε βρει κάτι κουτσοδουλίτσες, εκείνος είχε χωθεί στην αμερικανική ένωση σα φύλακας και το κονάκι του, δυο δωμάτια και μια παράγκα για κουζίνα, είχε γεμίσει από αισιόδοξα μηνύματα. Πάνω στο ανακουφιστικό αχ! άρχισαν και τα πρώτα συμπτώματα. Δεν τους έδωσε σημασία, ούτε καν τα υπολόγισε. Και τα γλυκά του έτρωγε και τα τηγανητά του απολάμβανε, άσε πια το τσιγαράκι· όλα τα αντίθετα δηλαδή. Βλέπεις, το μυαλό σου δεν πάει ποτέ στο κακό! Ώσπου μια πληγή στο πόδι που δεν έκλεινε, μια δίψα που δεν καταλάγιαζε, μια αδυναμία ανεξήγητη και, πριν καλά καλά καταλάβει, οριζοντιώθηκε για πάντα στο κρεβάτι, μ’ ένα πόδι κομμένο και μια ζωή σε περιορισμό. Ένα τεράστιο «απαγορεύεται» έκανε ξαφνικά τις μέρες του αφόρητες. Αυτός που παλουκωμό δεν είχε να μη μπορεί να γυρίσει όπως θέλει, στο κρεβάτι του, έστω; Η ψυχή του μαύρισε· η σκέψη του θολώνει μέρα με τη μέρα. Η μόνη του παρηγοριά ο φίκος κι η συκιά της αυλής. Ίσαμε εκεί δηλαδή που φτάνει το μάτι του απ’ το ψηλό του ντιβάνι. Είναι αλήθεια πως οι δυο γιοι του προθυμοποιήθηκαν να νοικιάσουν για τους γονιούς τους μια γκαρσονιέρα με όλα τα κομφόρ, αλλά αρνήθηκε πεισματικά ν’ αφήσει το φτωχικό του. Εδώ, αγωνίστηκε για ν’ αναστήσει τα χαϊβάνια του και να τα μάθει να ζουν τίμια και δίκαια και εδώ θα ’κλεινε τα μάτια του!

Ευτυχώς που του έμενε ακόμα η κυρά του. Το Μαράκι του. Ακόμα με την παρήγορη κουβέντα στα χείλια, αλλά, που ’σαι; Έτοιμη να σε κατασπαράξει απ’ τη ζήλια της. Τι γυναίκα! Σκέτη θύελλα, φίλε μου. Δεν της ξέφευγε ούτε βλέμμα. Ήτανε, όμως κι αυτός ένα παλιόμουτρο. Ο νους του πώς να της ξεφύγει, μπας και χώσει το χέρι του σε γυναίκεια σάρκα και δροσίσει τα μέσα του. Όχι πως του τ’ αρνιόταν εκείνη, μα τι να σου κάνει; Είκοσι χρονών παλικαράκι, πάνω στις κάψες του, με δυο κουτσούβελα κιόλας. Άκου, τι πήγε και θυμήθηκε τώρα… Τον πρώτο καιρό του γάμου τους, στο νησί, καλοκαίρι, είχανε πάει οι δυο τους για μπάνιο. Κολυμπήσανε, βγήκανε και μόλις κάτσανε, να σου μια πρωτευουσιάνα, σιτεμένη. Με είχε δει, λέει, που κολυμπούσα ωραία, κι’ ήθελε να τη μάθω. Στράφηκα προς το Μαράκι μου.
«Ευχαρίστως» είπε, «γιατί όχι;»
Μπήκαμε στο νερό, έβαλα το χέρι μου στο στομάχι της ξένης και την καθοδηγούσα, υπό το βλέμμα της Η όλη ιστορία, βέβαια, τραβούσε, η κυρία δεν έπαυε να χασκογελάει, σα να τη γαργαλούσαν ασταμάτητα κι’ εγώ βέβαια έριχνα λάδι στη φωτιά. Οπότε, πάνω στο τσιλημπούρδημα, νιώθω ένα καυτό βέλος να τρυπάει την πλάτη μου. Χάνω το φως μου, τα χέρια μου παραλύουν κι η μαντάμ, φυσικά, γλιστράει, πέφτει στο νερό και, καθώς βούλιαζε, αρχίζει να τσιρίζει. Γίνεται σαματάς, τρέχουν άλλοι καλοθελητάδες κι’ εγώ σα μαραμένη πιπεριά, οπισθοχωρώ, ενώ νιώθω το ζεστό αίμα να κατρακυλάει στην πλάτη μου. Φτάνω στην ακτή, έτοιμος για γερό καυγά, όταν βλέπω το Μαράκι μου με μια πεσέτα στο χέρι, ανάστατο, να τρέχει προς τα μένα. Τα ’χασα. Με σκούπισε, με καθάρισε, με ησύχασε και καθώς με φιλούσε σα μικρό παιδί, μου ψιθύρισε τρυφερά στ’ αυτί: «πού να φανταστείς τι άλλο έχεις να πάθεις, αν ξανακουμπήσεις ξένο θηλυκό!
Τ’ ασπρισμένο χείλι του κυρ Παράσχου έσκασε σ’ ένα νοσταλγικό χαμόγελο.
«Μαράκι μου, αγαπημένο!» μουρμούρισε, καθώς άκουσε τη σιδερένια ξώπορτα της αυλής να τρίζει. A, θα ’τανε η Σόνια, η τριαντάρα βουλγάρα που του ’χανε φέρει τα παιδιά, σα νοσοκόμα του. Ανάσανε. Έχει σημασία αν νιώθει να σβήνει; Μ’ αυτή τη νταρντάνα δίπλα του ξαναγίνεται τριαντάχρονο τζόβενο! Όλο και της βρίσκει κάποια αιτία για να τον χαϊδολογάει… κάτω… χαμηλά! Χασκογελάει. Κι έχει, η ρουφιάνα, κάτι δάχτυλα, ένα χέρι, που τον μερακλώνει από μακριά. Τον λιγώνει, του θανατά! Δε μπορούσε να ’τανε λίγο πιο νέος; Θα της έδειχνε τι πάει να πει άντρας. Άκουσε τις δυο γυναίκες να ψιλοκουβεντιάζουν.
«Μαράκι, με πονάει το πόδι μου», παραπονέθηκε.
Οι δυο γυναίκες αλληλοκοιτάχτηκαν.
«Τη βγάζει, δεν τη βγάζει τη μέρα!», είπε η Σόνια.

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/vaso.zafir?ref=br_rs

• Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/vaso-zafeiropoulou.html
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/stasi.html
Η τελευταία στάση, Άνεμος εκδοτική

Leave A Response »


9 + 4 =