Μια τελεία σ’ ένα κείμενο, που δεν την χρειάζεται || Λία Καραγιαννοπούλου

Άνεμος Magazine 20/10/2017 0

%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%84%cf%85%cf%80%ce%bf

Ο Χρήστος με τον Αντώνη, γνωρίζονταν από παιδιά. Μεγάλωσαν σε μια γειτονιά και τα περισσότερα χρόνια του σχολείου κάθονταν και στο ίδιο θρανίο. Οι δρόμοι τους «χώρισαν», όταν ο Χρήστος έμεινε πίσω στην «πρόοδο»… Έδωσαν και οι δυο τους στην ίδια σχολή, μα ο Αντώνης μόνο πέρασε κι έφυγε για Κρήτη. Κι ο Χρήστος έμεινε πίσω. Δεν ξανάδωσε. Δεν θέλησε να μπει ξανά στο ίδιο σκηνικό του διαβάζω και δοκιμάζομαι. Δεν του άρεσε και ιδιαίτερα να «ελέγχεται» για τις όποιες ικανότητες του.

Ήταν «ελεύθερο πνεύμα»! Και παρ’ όλο το ελεύθερον του πνεύματος, έζησε δέσμιος πολλών καταστάσεων και κυρίως οικογενειακών, τι πρωτότυπο αλήθεια!
Οι περισσότεροι δέσμιοι δεν είναι άραγε, λόγω οικογενειακών καταστάσεων;
Τρία παιδιά στην οικογένειά του και αυτός, ο μικρότερος, ήταν αυτό που τελικά έχει η κάθε οικογένεια έναν τουλάχιστον! Και όλοι ξέρουμε…!

Ο Χρήστος. Πολυπράγμων, δυνατός, θεωρητικώς ανεξάρτητος και πολύ ευαίσθητος. Αν και το τελευταίο, δεν του τό ‘χες, παρά μόνο αν τον ήξερες καλά κι αν ήθελες να το μάθεις. Το κρατούσε βαθιά κρυμμένο, λες και θά ‘θελε κανείς να του το πάρει.

Τελειώνοντας λοιπόν το σχολείο «χάθηκαν» οι δυο τους. Η απόσταση, τα διαφορετικά ενδιαφέροντα, οι σχέσεις. Αντάλλασσαν γράμματα και βρισκόντουσαν, όποτε ο Αντώνης ερχόταν σπίτι.

Είχε πάει κι ο Χρήστος στην Κρήτη καναδυό φορές να τον δει. Ήταν όμως διαφορετικοί οι δρόμοι τους πια. Όσο κι αν τους ένωνε η αγάπη της φιλίας τους, δεν έφτανε να καλύψει τα κενά, που είχαν δημιουργηθεί. Η αγάπη μόνο δεν φτάνει να κρατήσει δυο ανθρώπους. Είναι το πώς τη νοεί, πώς την αναγνωρίζει και πώς του «κάνει» εντέλει, του καθενός η αγάπη

Κι ο Χρήστος το ήξερε καλά. Το ζούσε σχεδόν πάντα. Κάτι δεν καταλάβαινε και κάτι δεν έδινε αντίστοιχα στην αγάπη.

Προσπαθούσε όμως και ίσως αυτό να ήταν και το πρόβλημα. Ίσως και αυτό να ήταν και η αιτία, που με τον Αντώνη είχαν «απόσταση». Δεν τα είχαν πει ποτέ όλα μεταξύ τους, αν και ήταν σε όλη τους τη ζωή, φίλοι αγαπημένοι. Υπήρχαν ανύπωτα… χωρίς καν να ξέρουν και οι δυο τους γιατί. Θεωρητικά ,δεν υπήρχε λόγος. Θεωρητικά όμως. Γιατί πρακτικά ήταν αρκετά που δεν γνώριζαν ο ένας για τη ζωή του άλλου, χωρίς αυτό βέβαια να αλλάζει τη «μεγάλη εικόνα».

Στην ίδια ηλικία και οι δυο τους κι ο Αντώνης με γυναίκα και δυο παιδιά.
Ωραία και ενωμένη οικογένεια!
Κι ο Χρήστος μόνος με μια μάνα και δύο αδερφούς χωρίς ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Αν και ο μικρότερος της παρέας ήταν ο πιο δραστήριος από παιδί. Ο πιο πρόθυμος, θα έλεγε κάποιος.
Δεν έλεγε όχι, άσχετα κι αν κατά βάθος, δεν ήθελε να συμμετέχει σε ότι του ζητούνταν να συμμετέχει. Είχε μείνει μόνος του να φροντίζει και τη μάνα. Ο πατέρας είχε «φύγει» τόσα πολλά χρόνια πριν που μετά βίας τον θυμόταν. Ήταν περισσότερο μια φωτογραφία στο σερβάν, παρά μια παρουσία.

Τα αδέρφια του είχαν κάνει οικογένειες και παρ’ όλο που έμεναν κοντά, η βοήθειά τους στον Χρήστο ήταν ένα τηλέφωνο την εβδομάδα και μία παρουσία μετά κοτόπουλου, που το μαγείρευε ο Χρήστος για να φάνε τα τρία αδέρφια με τη μάνα σαν οικογένεια. Χλιδή! Καθάριζαν την υποχρέωση μ’ ένα κοτόπουλο κάθε 15ημερο!

Και ο μικρός πάλευε με τη μάνα, με τ’ αδέρφια που είχαν προκόψει, ενώ εκείνος όχι και με τη δουλειά που δεν πήγαινε και τόσο καλά κι αυτό, γιατί ο Χρήστος δεν την πήγαινε. Ονειρευόταν ταξίδια και καθαρό αέρα και η ζωή του ήταν κάθε άλλο, παρά ταξίδια και καθαρός αέρας.

Η διέξοδός του ήταν να διαβάζει, να ακούει μουσική και να πηγαίνει στο θέατρο. Του άρεσε πολύ το θέατρο και η μουσική, η κλασική μουσική. Και τραγουδούσε θεϊκά! Κι ήταν πολλές οι φορές, που τον ρωτούσαν πώς και δεν είχε ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι… ως τενόρος για παράδειγμα!

Αλλά για τον Χρήστο, αλλού πήγαινε η βάρκα κι αλλού τα κουπιά! Και η θάλασσα, τις πιο πολλές φορές… τρικυμιώδης!

Ο Χρήστος! Πιο μόνος κι από μόνος. Έτσι τουλάχιστον ένιωθε. Σαν αετός με κομμένα φτερά και σε κλουβί. Όλο το πακέτο! Φυλακισμένος σε μια ζωή που δεν ζούσε. Και πληγωμένος κι απ’ την αγάπη. Δεν του έφταναν ούτε οι διαθέσιμες ώρες, μα ούτε τα χρήματα να τη συντηρήσει.

Κι η Ελένη τα ‘θελε όλα. Κι ο μεγαλύτερος καβγάς ήταν για τη μάνα! Μια μάνα που δεν την ήθελε κανείς! Είναι βαρύς ο γέροντας στη νιότη. Κι όταν είναι και ανήμπορος, γίνεται αβάσταχτος! Κι ο Χρήστος πάλευε μόνος, μιας και τ’ αδέρφια του, δεν είχαν χώρο για κείνη και η συνεισφορά τους ήταν σε κοτόπουλα κι αγάπη εξ αποστάσεως…!

Είχε φτάσει τα πενήντα επτά και στην απόγνωση. Και κείνη τη μέρα που τον πήρε στο τηλέφωνο ο Αντώνης για να βρεθούνε «ας το» του είπε. Μα εκείνος, σα να κατάλαβε στον ήχο της φωνής, πώς χρειαζόταν να βρεθούνε, επέμενε και πήγε να τον βρει.

Η μάνα κοιμόταν όταν ο φίλος πήγε στο σπίτι του φίλου να τα πουν. Έφτιαξε ο Χρήστος τους καφέδες κι έμεινε στον Αντώνη να φτιάξει τα υπόλοιπα.

Κι όταν έκατσαν, ο Αντώνης δεν μίλησε, παρά κοίταξε τον Χρήστο με στοργή και του άφησε τον χώρο, να μιλήσει εκείνος πρώτος.

Πέρασε λίγη ώρα για να πάρει ο Χρήστος το βλέμμα από το πάτωμα και να κοιτάξει τον φίλο.

«Δεν ξέρω αν θέλω να ζήσω άλλο!» είπε κι άφησε τη φράση να αιωρείται και τον Αντώνη να τον κοιτά με φόβο, ανάμικτο με πόνο.
«Τι λες;» τον ρώτησε σχεδόν σπαρακτικά.
«Κουράστηκα αδερφέ. Κουράστηκα. Μόνο ίσκιους κυνηγώ! Και η πίστη μου έχει πια κλονιστεί. Η πίστη που είχα πάντα σε κείνη τη δύναμη, που μ’ έκανε να νιώθω πως, ότι και να γίνει θα τα καταφέρω. Δεν έχω που να πιαστώ!»
«Πιάσου από μένα», του απάντησε ο Αντώνης με πολύ αγάπη πιάνοντας τον απ’ τον ώμο. «Πιάσου από μένα» ξανάπε, «εδώ είμαι. Πες μου. Πες μου αδερφέ μου».
«Νιώθω σα μια τελεία σ’ ένα κείμενο, που δεν την χρειάζεται! Είναι μια τρέλα. Μια τελεία που δεν κολλάει στη σελίδα ,που δεν μπορεί να κουνηθεί στριμωγμένη από τις λέξεις και κανείς δεν την σβήνει. Μια γόμα αδερφέ. Μια γόμα χρειάζομαι να με σβήσει».
Η φωνή του έτρεμε και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα. Ήταν έτοιμος να εκραγεί σ’ ένα βαθύ σπαραγμό… κι έτσι έγινε.
Κι όταν ο Αντώνης τον αγκάλιασε σφιχτά, σκούπισε τα μάτια του και είπε «καλά είμαι».
Οι άντρες κλαίνε και κλαίνε πολύ όταν πονάνε. Και πονάνε! Και τώρα πονούσε. Και το μόνο που ήθελε ήταν μια γόμα να τον σβήσει…!

Κι ο Αντώνης, προσπαθούσε να βρει εκείνες τις λέξεις τις κατάλληλες, που θα του έδιναν αυτό το κάτι να κρατηθεί. Να θυμηθεί έστω τι τον είχε κρατήσει τόσα χρόνια. Και δυσκολευόταν να πάρει το κομμάτι, που αναλογεί στο φίλο στη μοιρασιά του πόνου.

Και ο Χρήστος δυσκολευόταν κι εκείνος να του δώσει εκείνο το κομμάτι, που θα τον έκανε διάφανο και «μικρότερο» σε ότι είχε καταφέρει να κρατήσει σχεδόν ακέραιο, όλα αυτά τα χρόνια της φιλίας τους.

Την περηφάνια του! Την περηφάνια του, που όλα του τα χρόνια την κράτησε ανέπαφη από όσες κακοτοπιές κι αν πέρασε ζώντας δυσκολίες. Μα τώρα δεν τα ‘βγαζε πέρα και ένιωθε τις αντοχές του να σέρνονται μαζί με την περηφάνια του. Κι ήθελε απλά μια γόμα… να τον σβήσει.

«Πες μου αδερφέ. Τι μπορώ να κάνω;” ξανάπε ο Αντώνης, κοιτώντας τον με τα μάτια τόσο γουρλωμένα από την αγωνία για τον φίλο, που λες και θα βγαίναν χεράκια από μέσα, να κρατήσουν κι αυτά τον φίλο στο κέντρο τους.

«Τίποτα φίλε μου. Τίποτα. Όλα καλά είναι. Κάτι θα γίνει και θα τη βρω ξανά τη λύση», αποκρίθηκε ο Χρήστος κι έγκυρε πίσω στην πλάτη του καναπέ να ξεκουράσει την ένταση στο κορμί του . «Μη χαλιέσαι. Ένα ξέσπασμα ήταν. θα συνέλθω. Απλά είμαι πολύ κουρασμένος. Και μη ξεχνάς! Έχω να τραγουδήσω και στη Λυρική!» είπε γελώντας για να σπάσει αυτή η παγωμένη στιγμή, της κατάρρευσης του ενός και της αμηχανίας του άλλου.

Ήπιανε τους καφέδες τους και χαλαρώσανε κι οι δυο τους, συζητώντας την υπόλοιπη ώρα για την οικογενειακή ζωή του Αντώνη και για τα αδέρφια του Χρήστου και το πώς τα κοτόπουλα ερχόντουσαν όλο και πιο αδύνατα κάθε φορά!

Κι έφυγε ο φίλος παίρνοντας μαζί του την ψεύτικη επιβεβαίωση του φίλου πώς όλα ήταν καλά και δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. Θα μιλούσαν την επομένη.

Κι όταν η επομένη ήρθε κι ο φίλος έψαξε τον φίλο, του είπαν πως ο Χρήστος έφυγε το ίδιο βράδυ. Τον βρήκαν απλά να κοιμάται κρατώντας στο χέρι του μια γόμα!

Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://web.facebook.com/lia.ev.7?ref=br_rs

 

Leave A Response »


8 × 6 =