Ψιχάλες φθινοπώρου στο δέρμα μου, που ‘χει ντυθεί το καλοκαίρι του, Γιάννης Φιλιππίδης

Άνεμος Magazine 16/07/2017 0

kor

Πώς έχει το πράγμα με μένα; Γλυκοκυλάμε την καρδιά του Ιούλη. Κι εφαρμόζω το προσωπικό μου μοντέλο διακοπών. Δευτέρα μέχρι Πέμπτη βράδυ όλη η δουλειά. Και η Παρασκευή ακολουθεί με σκασιαρχείο από το γραφείο, που φέρει την υπογραφή μου. Τα χιλιόμετρα κυλάνε γρήγορα, έχω κιόλας πετάξει τα ρούχα που ορίζουν την κοινωνική μου αξιοπρέπεια, φορεμένο το μαγιό μέσα από το κοντό έτσι κι αλλιώς παντελονάκι μου, αδημονεί να τρέξουν τα χιλιόμετρα, να βραχεί στο αγαπημένο του νερό, στον αγαπημένο του κολπίσκο όπου συχνάζουν λίγοι, γνώστες και μυημένοι στην περιοχή, περνάς τον Ισθμό κι ο χρόνος έχει κυλήσει με κουβέντα και τραγούδια από ένα δισκάκι, που ‘χω προλάβει να γράψω από τον σκληρό μου, γιατί αξίζουν οι στιγμές μου τη δική τους μουσική, τις δικές τους και δικές μου αγαπημένες φωνές, βιολιά ν’ ακούγονται ενόσω το αυτοκίνητο παρκάρει κι η θάλασσα σε περιμένει θεά, μεσημεριανή στο αντάμωμα της, θερμή, ν’ αγκαλιάσει το κορμί σου κι όχι απαραίτητα να το δροσίσει, αλλά να σε προκαλέσει να μείνεις σαν αποξεχασμένο κοχύλι στα ρηχά της, να φτάσεις να μην την αντέχεις άλλο. Έπειτα λίγος αλλά καυτός ήλιος.

Πριν φτάσω όμως στη θάλασσά μου, έχω σταματήσει σ’ ένα κατάστημα με εποχιακά, δηλαδή καλοκαιρινά είδη. Η μία από τις δύο καρέκλες έφυγε για την άλλη ζωή, την προηγούμενη Κυριακή. Θα πρέπει ν’ αντικατασταθεί σήμερα. Αλλά η τιμή της επιλογής μας, είναι λιγάκι τσιμπημένη. Το διαπραγματεύομαι στιγμιαία, με το κορίτσι που εμφανίζεται ως ιδιοκτήτρια, ο αλλοδαπός δε τα κατάφερε μαζί μου. Σκέφτομαι χθόνια, μη τυχόν διαβάζει τίποτα βιβλία. Να της τάξω, και ν’ αλλάξουμε σε είδος. Ή μισή τιμή. Όχι πως δεν το ‘χω ξανακάνει σα Γιάννης στο παρελθόν και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, αυτή τη φορά, το ένστικτό μου, μου ψιθυρίζει άλλα. Κι ετοιμάζομαι να πληρώσω. Δικαιώνομαι στην αναστολή μου, γιατί το κορίτσι, μου δείχνει τις χαμηλότερες τιμές από το σκρουτζ.gr και νικάει κάθε διάθεσή μου για Κωνσταντινοπολίτικο παζάρι. Την παίρνουμε δική μας και φεύγουμε.

Έπειτα θα σου πω, ότι φυλάω μέσα μου, εκείνη την πρώτη δροσιά μετά το μπάνιο, τη στιγμή που ο ήλιος δε σε φλερτάρει απλά, σε μεταμορφώνει στη δική του φυλή: αυτήν των ηλιοκαμμένων. Αλλά είναι τόσο γλυκιά και κλασική, αυτή η μυρωδιά από ελαφρύ γαλάκτωμα με τροπικό άρωμα στο δέρμα, που μεταβάλλει τη ροή στη σκέψη μου. Είμαι ήδη, αρκετά αλλού. Κι αλλιώς, πολύ.

Το απόγευμα κι έπειτα από ξεκούραση σε δωμάτιο δροσερό, ξέρω ότι θ’ απολαύσω την ανάγνωση ενός ακόμα χειρογράφου, απ’ αυτά που θα εκδώσουμε με υπερηφάνεια επί προσωπικού για την επιτυχημένη από το ξεκίνημά της και με τον ανάλογο δημιουργό, συνεργασία. Αλλά εκεί, στο σπίτι στο λόφο, η δουλειά, δε μοιάζει με δουλειά, παρά με παιχνίδι για μας, με χαρακτήρα δημιουργικό, παιχνιδιάρικο, με κείνη τη γλυκιά πονηριά που σου θυμίζει, ότι έρχονται όμορφα μυστικά να γίνουν φανερά, η προσπάθειά σου για καινούργια πρωτότυπα και διαλεγμένα βιβλία, μάλλον σε χαλαρώνει, σ’ αφήνει να προλάβεις το καλοκαίρι σου, τις ανάσες του ουρανού που μπλέκεται με σύννεφα. Κι ευτυχώς, δημιουργεί μια όμορφη φυσική σκιά για μας.

Στον απέναντι λόφο, καίγεται μια μικρή έκταση. Τ’ αντιλαμβανόμαστε και ειδοποιούμε την Πυροσβεστική, το ‘χουμε μάθει πια αυτό το ελληναράδικο παραμύθι: σε δυο χρόνια θα ‘χουνε γίνει αμπέλια τα καμένα, με την ανοχή όσων ζουν εκεί μόνιμα.

Το περιπολικό θ’ ακουστεί λίγο αργότερα, ενόσω εμείς μαζευόμαστε, γύρω από το παγωμένο κρασί που φτιάχνει κάθε χρόνο ο παππούς και την πίτσα της γιαγιάς, που θα σπάσει ευχαρίστως, κάθε πρωτόκολλο προσεγμένης διατροφής, η ζωή έτσι κι αλλιώς σ’ έχει διδάξει ότι για κάθε αγώνα και στόχο χρειάζονται ανάσες, επίσης και για κάθε δίαιτα, θερμιδικές εξαλλοσύνες.

Το σπίτι είναι το τελευταίο στην πιο ψηλή και όμορφη άκρη του παλιού χωριού, που ανταμώνει με το δρόμο, αρκετά μακριά από μας. Και τις νύχτες, εγκαταλείποντας την ιδέα του να δούμε μια ταινία ή να βιώσουμε την περιπέτεια να ‘χει λήψη η κεραία μας σε περισσότερα κανάλια από τέσσερα δορυφορικά κι ευτυχώς το ένα είναι το ελληνόφωνο ΡΙΚSat και βολευόμαστε. Είμαστε λέει σε γούβα, έτσι υποστηρίζουν οι γνωρίζοντες την περιοχή. Τι κρίμα, να μη ξέρουν η παππούδες σε ποια άκρη του λόφου να χτίσουν, αν είχαν τουλάχιστον ενημερωθεί…

Όχι, προτιμάμε να χαθούμε στον αέρα, που γυρνάει ανάποδα: από βουνό προς τη θάλασσα. Κι είναι φορές που θα χρειαστείς μακρυμάνικα, μακριά από τη βράση της Αθήνας και της κανονικής σου γειτονιάς. Εδώ, στο χωριό, θυμάσαι ότι από σταφύλι βγαίνει το κρασί και από την ελιά κατεβαίνει το λάδι της. Συναντάς ξανά τον περσινό μικρούλη γατούλη, σα γάτο κυρίαρχο πια του σπιτιού, που κάνει τρολιές σκαρφαλώνοντας τ’ αμπέλι κι έπειτα γουργουρίζει κάτω από το τσαρδάκι. Είναι το ίδιο τσαρδάκι, που άλλες νύχτες, χαλαρώνω με μουσική και ελαφρύ αλκοόλ και απόλυτη άφεση, να γράφω κείμενα, που έπειτα γίνονται βιβλία ή δημοσιεύονται σαν άρθρα.

Έτσι κύλησαν η μέρες ως την Κυριακή. Που ξυπνήσαμε με ύποπτα νεφελώματα στον ουρανό. Αλλαγή θερμοκρασίας. Μεσημεριάζοντας κι ανάμεσα σε κουβέντες, θα βρισκόμουν στην αυλή, να βάλω κάτι στο αυτοκίνητο, μη το ξεχάσω πίσω μου. Και θα ένιωθα σταγόνες βροχής στο ανύποπτα μαυρισμένο δέρμα μου, που ‘χει ντυθεί δυο βδομάδες τώρα, το καλοκαίρι του.

Γνωρίζω ότι το καλοκαίρι, είναι ακόμα στην καρδιά του. Κι αν δεν έχεις τη δική σου κρυψώνα τέτοια εποχή, να θυμάσαι ότι η Αθήνα, η Ελλάδα, είναι μια πόλη-χώρα παραθαλάσσια. Κι η ζωή όπως λέω χρόνια, είναι μία το πολύ. Μπορείς να προσεγγίσεις, αυτό που οι ξένοι πληρώνουν πανάκριβα για να απολαύσουν ελάχιστα, ακόμα και αν έχεις κάρτα αλληλεγγύης.

Κι άσε με μένα, να επιστρέφω τις Κυριακές και να ξαναχάνομαι τις Παρασκευές. Γιατί ευθαρσώς θα πω, ότι η δική μου δουλειά, παράγει πολιτισμό. Θα κουραστώ, αλλά θα ξανάρθω σε λίγες μέρες. Σε ένα καλοκαίρι, που κρατάει, ήδη περισσότερες από δυο δεκαετίες. Κι ένα καλοκαίρι, που αλλιώτικο αλλά και τόσο όμοιο ταυτόχρονα κάθε χρόνο, θα μου θυμίζει, ότι τα πάντα κυλάνε στον κόσμο, λες και δε πέρασε μια μέρα, μια εργατώρα τυπικής κούρασης.

Είναι άραγε τα τζιτζίκια που σε αποκουφαίνουν και νομίζεις, ότι δε μπορεί τόσος πολύ ήχος να παράγεται από έντομα, την προηγούμενη βδομάδα, λίγα λεπτά παραπέρα, στο Πράσινο θέατρο των Αρχαίων Κλεωνών, το φιλαράκι μας η Νατάσσα, θα ‘παιζε παρουσία μας ένα δυναμικό πρόγραμμα, με εξαιρετικούς μουσικούς κι ερμηνείες. Αλλά τούτοι οι δικοί μας, είχαν ηχεία. Που δε σε ξεκούφαιναν. Και σε ξεκούφαιναν τ’ αθώουτσικα έντομα; Που ξεκινούν με την ανατολή του ηλίου και ξυπνάνε οικόπεδο το οικόπεδο, όσο ο ήλιος τα αγγίζει;

Είναι το ίδιο το καλοκαίρι που κυλάει και σου φανερώνω στιγμές μου. Γιατί θέλω να ‘χω βεβαιωθεί, ότι βρίσκεις κάθε χρόνο, το καλοκαίρι με τον ολοδικό σου τρόπο.

 * Γραμμένο με πολύ ανθρώπινο σεβασμό, απέναντι σε όσους, φίλους και φίλες, παραμένουν σφηνωμένοι και χωρίς δυνατότητα μιας διαφυγής, όπως περιγράφεται παραπάνω, εξαιτίας χρόνιων ασθενειών ή οικογενειακών κι επαγγελματικών υποχρεώσεων.

Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki/?fref=ts

https://www.facebook.com/yannis.filippidis.profil1?fref=ts

Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/giannis-filippidis.html

http://yannis-filippidis.blogspot.gr/

 

 

Leave A Response »


− 1 = 3