«Δεν μ’ απασχολεί να ισοφαρίσω ή να κερδίσω οπωσδήποτε σε όλες τις μάχες και με κάθε κόστος» Α. Τεμπέλη

Άνεμος Magazine 19/01/2016 0

tembeli_1

Η συγγραφέας Αικατερίνη Τεμπέλη απαντάει στις ευρηματικές ερωτήσεις του Πάνου Τουρλή με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο «Το ποτάμι στον καθρέφτη».

Αν είχατε ένα μπλοκάκι όπου θα σημειώνατε τις άτυχες ή δύσκολες στιγμές σας ώστε να ζήσετε με όλο σας το είναι τις καλές για να αποσβήσετε τις κακές, μέχρι στιγμής θα τα είχατε καταφέρει; Θα γράφατε ποτέ ένα τέτοιο σημειωματάριο;
Όχι, δεν νομίζω πως θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο κι ας έχω ζήσει τόσο χαρές όσο και λύπες υπερθετικού βαθμού. Έτσι είναι η ζωή, αλυσίδα γεγονότων και δεν μ’ απασχολεί να ισοφαρίσω ή να κερδίσω οπωσδήποτε σε όλες τις μάχες και με κάθε κόστος. Δεν διακατέχομαι από τέτοιες αγωνίες. Μ ενδιαφέρει μόνο να γίνομαι καλύτερη ως άνθρωπος και να ‘μαι χρήσιμη στους άλλους. Κατά τ’ άλλα, παίρνω από κάθε εμπειρία ό,τι αυτή μου δίνει και προχωράω. Θεωρώ μάλιστα πως όσοι δεν έχουν βιώσει δυσκολίες και προβλήματα δεν είναι απαραιτήτως τυχεροί, δεδομένου πως δεν μπόρεσαν να ωριμάσουν περισσότερο μέσα απ’ τα εμπόδια, δεν “ψήθηκαν” όπως θα ‘λεγαν οι άνθρωποι του τόπου μου, στη Σάμο. Κι έχω μια τάση να εκτιμώ περισσότερο, όσες κι όσους τσαλακώνονται, λυγίζουν αλλά δεν εγκαταλείπουν τον αγώνα κι ανακάμπτουν. Απ’ την άλλη έχω εισπράξει πολλή αγάπη κι εκτίμηση, είμαι τυχερή που έχω ορισμένες φίλες και φίλους και κανείς δεν μπορεί να είναι χαμένος στο παιχνίδι της ζωής, όταν έχει Ανθρώπους κοντά του. Έτσι τουλάχιστον τα βλέπω εγώ τα πράγματα.

Αν κάποιος σας τραβούσε μια φωτογραφία λέγοντάς σας πως αυτή η φωτογραφία είναι η ως τώρα ζωή σας τι θα βάζατε στο φόντο; Εσείς πώς θα ήσαστε; Χαμογελαστή ή σκεφτική ή κάτι άλλο; Θα κρατούσατε κατι στα χέρια;
Αν συνέβαινε αυτό, θα προτιμούσα να βρίσκομαι σε μια άκρη, να καταλαμβάνω δηλαδή το λιγότερο χώρο και σε πρώτο πλάνο να είναι οι άνθρωποι που λέγαμε πριν, Εκείνοι δηλαδή που μ’ έκαναν αυτή που είμαι σήμερα. Απόντες και παρόντες. Έχω πλήρη συνείδηση πως πήρα δρόμους που δεν θα έπαιρνα, αν δεν συναντούσα κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα και γι’ αυτό αξίζει αυτά να βρίσκονται στο κέντρο μιας τέτοιας φωτογραφίας. Δεν έχει να κάνει δηλαδή με την ψυχολογική ερμηνεία τοποθέτησης του εαυτού αυτό (η ψυχολόγος βλέπετε μέσα μου ξέρει σε τι αποκαλύψεις στοχεύουν τέτοιες ερωτήσεις), αλλά με το ότι ακόμη κι αν μερικοί είμαστε νησιά, βρίσκονται κάποιοι που ρίχνουν γέφυρες και μας βοηθούν να ενωθούμε με τον υπόλοιπο κόσμο. Ευτυχώς. Και το ότι θα επέλεγα να είμαι σκεφτική σ’ αυτό το φανταστικό πλάνο, δεν έχει να κάνει ομοίως με θλίψη ή οποιοδήποτε άλλο αρνητικό συναίσθημα, αλλά μόνο με το γεγονός πως έτσι πράγματι είμαι στις πιο όμορφες στιγμές μου. Σκέφτομαι. Αυτή είναι η αλήθεια. Το μόνο λοιπόν που θα ήθελα να κρατάω τότε, είναι τα χέρια των Ανθρώπων που ξεχωρίζω και να κοιτάζω τα μάτια τους. Τους έχω πάντα στην ψυχή μου.

Στα διηγήματά σας αναφέρεστε δύο φορές στην πλαστική χειρουργική, στην τάση των γυναικών κυρίως αλλά και των ανδρών να αλλάξουν την εμφάνισή τους. Είστε υπέρ ή κατά της φυσικής πορείας του χρόνου σε σας και στα αγαπημένα σας πρόσωπα; Πόσο σας εμπνέει το πέρασμα του χρόνου σε ένα γερασμένο πρόσωπο για να γράψετε μια ιστορία ή να σκεφτείτε οποιοδήποτε συναίσθημα για λίγα λεπτά;
Είναι κάτι που παρατηρώ γύρω μου και με ξενίζει. Σέβομαι τις ναρκισσιστικές ανάγκες του καθενός (άλλωστε ποιος θέλει από επιλογή να είναι άσχημος ή αποκρουστικός;) και δεν βρίσκω παράξενη την επιθυμία να διορθώσει κάποια-ος ένα χαρακτηριστικό του που τον κάνει να αισθάνεται άβολα, αλλά σ’ αυτό υπάρχει θεωρώ κι όριο. Άλλο ένα, άλλο δέκα ή όλα, γιατί τότε μπαίνει ζήτημα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Άλλο να φροντίζεις τον εαυτό σου, το σώμα σου, ώστε να περνάει στοργικά ο χρόνος από πάνω σου χωρίς μεγάλες γρατζουνιές και σημάδια κι άλλο να μουμιοποιείς το πρόσωπό σου και να παγώνεις κάθε του έκφραση. Τι θα μεταδώσεις έτσι στον άλλο; Πως θα σχετιστείς μαζί του; Κάθε τι πλαστό, κίβδηλο, με κάνει ν’ απομακρύνομαι. Συμβουλές δεν συνηθίζω να δίνω ειδικά αν δεν μου τις ζητούν, κανέναν δεν κρίνω, ούτε προτίθεμαι να πατρονάρω τον οποιονδήποτε, αναφέροντας όλα αυτά. Προσωπικά όμως δεν πιστεύω στην ομορφιά και το άψογο, το τέλειο, σαν καταστάσεις ακόμη-ακόμη, μ’ υποψιάζουν, δεν μ’ ελκύουν. Γοητευτικοί θεωρώ πως είναι οι αληθινοί άνθρωποι, αυτοί που τα πρόσωπα και τα σώματά τους, έχουν να διηγηθούν ιστορίες. Μόνο αυτοί μπορούν και με εμπνέουν. Και το κάνουν καθημερινά. Κι επιτέλους αν είναι να μας αγαπήσουν, προτιμότερο δεν είναι να το κάνουν γι’ αυτό που είμαστε, παρά να τους πλασάρουμε ένα ψέμα που αργά ή γρήγορα θ’ αποκαλυφθεί; Για μένα είναι εύκολη η απάντηση.

Ένα τρένο από Ομόνοια προς Κηφισιά, ένα καράβι προς τη Σάμο, Κάτω Πετράλωνα είναι κάποιοι από τους τόπους που διαδραματίζονται τα διηγήματά σας. Κατά πόσο σας εμπνέει ένα ταξίδι για να γράψετε και σε ποιο βαθμό εμπνευστήκατε τα διηγήματα της συλλογής από κάποια ταξίδια που κάνατε;
Όπως γράφω σ’ ένα κείμενο εδώ στο “Αnemos magazine”: “Ταξιδεύω… Ταξιδεύω πάντα. Ταξιδεύω στ’ αλήθεια, νοερά, με βιβλία, με ταινίες, με μουσικές. Ταξιδεύω στις ζωές των άλλων. Ταξιδεύω στο σκοτάδι τους, στο φως τους. Ταξιδεύω πάντα”. Κι είναι αλήθεια. Πρόκειται για πρωταρχικής σημασίας ζήτημα για μένα. Βρίσκεται εξαιρετικά ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων μου το ταξίδι και παρά τα τεράστια οικονομικά εμπόδια που θέτει σε όλους μας η κρίση, προσπαθώ να φεύγω έστω και για λίγο, με κάθε ευκαιρία, θυσιάζοντας πρόθυμα πολλά άλλα πράγματα. Το να ταξιδέψει κάποιος είναι ένας τρόπος για να καταλάβει πόσες αλήθειες υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο. Πως η πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι μία. Το καλό βέβαια είναι πως σε μια τόσο τεράστια πόλη όπως η Αθήνα, μπορείς να “ταξιδέψεις” ακόμη και σε γειτονιές της που δεν έτυχε να πας ποτέ πριν. Με καλή μουσική στο mp3, απολαμβάνω να περπατάω ώρες στους δρόμους της. Αλλά πιο όμορφο είναι να βλέπω την άσφαλτο να χάνεται κάτω απ’ τις ρόδες μιας μηχανής, ενός αυτοκινήτου, να με παίρνει μακριά ένα τρένο… Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν, στο μυαλό μου σχηματίζονται ιστορίες, γράφονται κεφάλαια άλλων, βρίσκω στίχους που γίνονται τραγούδια… Εμπνέομαι με μια λέξη. Έτσι έγινε και σ’ αυτό το βιβλίο, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Το “Ομόνοια-Κηφισιά” και το “Hotel des Rouges” για παράδειγμα γράφτηκαν στην Αθήνα, όταν έμενα όμως, σπούδαζα κι εργαζόμουν στο Ηράκλειο της Κρήτης κι είχα ταξιδέψει ως εδώ. Μια διαδρομή με τον ηλεκτρικό, ήταν αρκετή. Άρωμα Κρήτης έχουν άλλες ιστορίες, όπως το “Για μια παράσταση”, το “Χωρίς τύψεις” και “Το ποτάμι στον καθρέφτη”. Μια βάρκα όμως, που αναφέρεται στο “Για μια παράσταση”, την είδα κοντά στα ερείπια της αρχαίας Μαρώνειας, στη Θράκη. Σ’ ένα κτήμα γεμάτο ηλιοτρόπια, σ’ ένα μικρό χωριό έξω απ’ την Ξάνθη, μου ήρθε η ιδέα να γράψω το “Ένα θαύμα”, στη Σάμο αναφέρεται το “Μικρές αλλαγές σχεδίου” κ.ο.κ. Τις ιστορίες αυτές τις είχα μαζί μου και στη Θεσσαλονίκη κι έκανα μικροπροσθήκες. Έχουν ταξιδέψει πολύ κι οι εικόνες που κουβαλούν είναι από διάφορα μέρη, κυρίως της Ελλάδας.

to potami sto kathreftiΠοιο από τα διηγήματα θα αλλάζατε ξαναδιαβάζοντάς το και ποιο είναι το αγαπημένο σας; Με ποια σειρά θα συμβουλεύατε τον αναγνώστη να διαβάσει τις ιστορίες σας στο βιβλίο;
Γενικώς αποφεύγω σθεναρά να ξαναδιαβάσω τα βιβλία που έγραψα, γιατί είμαι βέβαιη πως θα βρω σ’ αυτά σημεία που θα ‘θελα να έχω διατυπώσει αλλιώς. Ελέγχω μ’ αυτό τον τρόπο την τελειομανία μου, επειδή ταυτοχρόνως γνωρίζω πως καλώς έγραψα κάποια πράγματα έτσι όπως τα έγραψα. Όποια ήμουν τότε, έτσι σκεφτόταν κι έτσι αποτύπωνε τις σκέψεις της. Τι να λογοκρίνω λοιπόν ή να διορθώσω; Αυτό μπορεί να μοιάζει αντιφατικό, όμως αφενός δεν είναι -πρόκειται απλώς για τις δύο όψεις μιας κατάστασης αν θέλετε- κι αφετέρου τελώ εν ειρήνη ακόμη και μ’ όσα στοιχεία μου θα χαρακτήριζε κάποιος σαν αντιφατικά. Υπάρχουν πράγματι διηγήματα που αγαπώ περισσότερα από άλλα κι αυτό έχει να κάνει καθαρά με τις συνδέσεις τους, που αφορούν συγκεκριμένες καταστάσεις. Δεν βρίσκω το λόγο πάντως να επηρεάσω όσες κι όσους διαβάσουν το βιβλίο, με τη γνώμη μου. Η δική τους μ’ ενδιαφέρει κι όσα κομμάτια τους αγγίζει το βιβλίο. Το γεγονός πως τόσοι άνθρωποι έκλαψαν ήδη διαβάζοντας το και μου ‘γραψαν, μ’ έχει συγκλονίσει. Πραγματικά δεν το περίμενα. Μ’ όποια σειρά θέλουν λοιπόν ας τα διαβάσουν. Όπως ήδη είπαμε, προτιμώ να μην δίνω συμβουλές.

Ας πούμε ότι έχετε βγει πρώτο ραντεβού με ένα βιβλίο. Ποια θα ήταν η ιδανική βραδιά μαζί του και τι θα σας έπειθε να ξαναβγείτε με αυτό;
Α, ωραία ερώτηση κι αυτή. Θα ήθελα λοιπόν να βρεθούμε σ’ ένα ήσυχο μέρος, χωρίς άλλους κοντά μας και ν’ αφεθούμε στη νύχτα. Να με συναρπάσει με όσα θα μου πει, να με ταξιδέψει, να με κάνει να παθιαστώ μαζί του. Να διαθέτει μυστήριο, εκπλήξεις, ανατροπές, ν’ αποφεύγει τα κλισέ, να μη μου δίνει έτοιμες απαντήσεις αλλά να με παροτρύνει να ψάξω μόνη μου να τις βρω, να με μάθει πράγματα, να με βάλει να σκεφτώ, αλλά χωρίς να υπερ-προσπαθεί για την επιτυχία του ..εγχειρήματος. Αν συνέβαιναν όλα αυτά, θα έβγαινα όχι μία, αλλά πολλές ακόμη φορές μαζί του ραντεβού.

Πόσο μακρύ θα θέλατε να είναι το ποτάμι στον καθρέφτη της ζωής σας; Να είναι γεμάτο έμβια όντα; Δίπλα σε πράσινες πεδιάδες; Πώς θα φανταζόσασταν το τοπίο με τα χρώματα του δικού σας βλέμματος; Και ο καθρέφτης τι κορνίζα θα είχε;
Επειδή βίωσα ποικίλλες απώλειες, προετοιμάστηκα από πολύ νωρίς για το επικείμενο τέλος κι έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα. Δεν μ’ ενδιαφέρει λοιπόν να είναι μακρύ οπωσδήποτε αυτό το ποτάμι, αλλά θα ‘θελα να ‘ναι σίγουρα ορμητικό, με πεντακάθαρα νερά, να το χαίρονται οι άνθρωποι που το ταξιδεύουν, να περνάει από πολλά και διαφορετικά μέρη και να ‘ναι γεμάτο ζωή. Να τροφοδοτεί παραπόταμους και να τροφοδοτείται από μακρινές πηγές. Τι να τα κάνεις τα νεκρά ποτάμια; Αν κι αντιλαμβάνομαι εδώ τον ψυχολογικό στόχο της ερώτησης, προσπαθώ φιλότιμα ν’ απαντήσω σαν τίποτα να μην υποψιάζομαι. Να μου το αναγνωρίσετε αυτό, ναι; Χαμογελώντας λοιπόν θα σας εξομολογηθώ πως όσο κι αν μ’ αρέσουν τα δέντρα κι οι ίσκιοι τους, το ξύλο και τ’ αρώματα του δάσους, το σμίξιμο με τη θάλασσα, η ομίχλη, η βροχή, ο άνεμος, τα τόσα χρώματα που παίρνουν τα φύλλα το φθινόπωρο, τα μοβ αγριολούλουδα, το κατάλευκο κι άσπιλο χιόνι, ακόμη κι οι παρεξηγημένοι λύκοι, αν έπρεπε όλα αυτά να μπουν στην κορνίζα του καθρέφτη μου, θα διάλεγα μία από μέταλλο, πέτρα και γυαλί. Έχουν και τ’ αστικά τοπία την ομορφιά τους κι εγώ αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου στα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτήρια, όπου τα τρία στοιχεία που ανέφερα, κυριαρχούν. Κι αυτή η προτίμηση, επιδέχεται πολλών ερμηνειών, που λέω ν’ αφήσω στη φαντασία σας.

Σας ευχαριστώ πολύ για τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις…

Διαβάστε περισσότερα για το βιβλίο εδώ:
http://anemosmagazine.gr/2015/vivlio/to-potami-ston-kathrefti/
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/potami.html

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/aikaterini.tempeli?fref=ts
http://aikaterinitempeli.wordpress.com

Leave A Response »


4 × = 4